Gelex

Απόφαση της Επιτροπής της 3ης Σεπτεμβρίου 2004 σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά των Boliden AB, Boliden Fabrication AB και Boliden Cuivre & Zinc SA, Austria Buntmetall AG και Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H., Χαλκόρ ΑΕ, HME Nederland BV, IMI plc, IMI Kynoch Ltd και IMI Yorkshire Copper Tube Ltd, KM Europa Metal AG, Tréfimétaux SA και Europa Metalli SpA, Mueller Industries, Inc, WTC Holding Company, Inc, Mueller Europe Ltd, DENO Holding Company, Inc και DENO Acquisition EURL, Outokumpu Oyj και Outokumpu Copper Products OY και Wieland Werke AG (Υπόθεση C.38.069 — Χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 2826] (Τα κείμενα στην ολλανδική, αγγλική, φινλανδική, γαλλική, γερμανική, ελληνική, ιταλική και σουηδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά) (2006/485/ΕΚ)

In forceVersion 2004-09-03from 2006-07-13
Grade B

mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.

Ask Gelex about this law

Address https://gelex.eu/eli/EU/act/2006/485@2004-09-03/el

Contents
  1. Preamble
  2. (9) α)
  3. i)
  4. ii)

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η Επιτροπή δημοσιεύει τα ονόματα των συμβαλλομένων και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων όσον αφορά την προστασία των επιχειρηματικών τους συμφερόντων. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν τη μη εμπιστευτική εκδοχή του πλήρους κειμένου της απόφασης στις αυθεντικές γλώσσες της απόφασης και στις γλώσσες εργασίας της Επιτροπής στο δικτυακό τόπο της ΓΔ Ανταγωνισμού στη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/competition/index_en.html ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ

(1) Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στις:

Boliden AB, Boliden Fabrication AB και Boliden Cuivre & Zinc SΑ·

Austria Buntmetall AG και Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H. (Buntmetall ή BMA)·

Χαλκόρ ΑΕ (Χαλκόρ)·

HME Nederland BV (HME)·

IMI plc, IMI Kynoch Ltd και IMI Yorkshire Copper Tube Ltd (YCT), που συλλογικά αναφέρονται ως όμιλος IMI ή IMI·

KM Europa Metal AG (KME ή KM Europa Metal), Tréfimétaux SA (TMX ή Tréfimétaux) και Europa Metalli SpA (EM ή Europa Metalli), που συλλογικά αναφέρονται ως όμιλος KME·

Mueller Industries, Inc. (Mueller), WTC Holding Company, Inc., Mueller Europe Ltd, DENO Holding Company, Inc. και DENO Acquisition EURL·

Outokumpu Oyj και Outokumpu Copper Products Oy, που συλλογικά αναφέρονται ως Outokumpu·

Wieland Werke AG (Wieland ή Wieland Werke).

(2) Οι αποδέκτες της απόφασης υπέπεσαν σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση του άρθρου 81 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής η συνθήκη ΕΚ ή η συνθήκη) και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής συμφωνία για τον ΕΟΧ), που κάλυπτε ολόκληρη την επικράτεια του ΕΟΧ, και συνίστατο στον καθορισμό τιμών, στην κατανομή μεριδίων αγοράς και στην ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών στην αγορά χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων, τουλάχιστον από τις 3 Ιουνίου 1988 έως τις 22 Μαρτίου 2001.

(3) Η Società Metallurgica Italiana SpA (SMI), είναι η ιταλική εταιρεία χαρτοφυλακίου του ομίλου KME, στην οποία ανήκουν η Europa Metalli SpA (EM ή ΕΜ/LMI ή Europa Metalli) και η Tréfimétaux SA (Tréfimétaux ή TMX). Αφού εξέτασε τις απόψεις που διατύπωσαν η SMI και η KME όσον αφορά τη θέση της SMI στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν θα απευθύνει την απόφαση στην SMI.

(4) Βάσει των προσκομισθέντων από την KME αποδεικτικών στοιχείων, κρίθηκε ενδεδειγμένη η διάκριση δύο διαφορετικών χρονικών περιόδων για τον καταλογισμό της ευθύνης εντός του ομίλου SMI. Κατά την πρώτη περίοδο, η οποία περιλαμβάνει τα έτη 1988 έως 1995, η ΚΜΕ πρέπει να θεωρείται χωριστή επιχείρηση από την EM και την TMX, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η SMI εξαγόρασε το 1990 το 76,9 % της επιχείρησης. Το διοικητικό συμβούλιο της ΚΜΕ ήταν διαφορετικό από εκείνο των άλλων θυγατρικών της, ενώ φαίνεται ότι η λειτουργική διαχείριση της KME άρχισε να συντονίζεται με τη λειτουργική διαχείριση των EM και TMX μόνο μετά την αναδιάρθρωση του ομίλου το 1995, όταν η ΚΜΕ απέκτησε το 100 % των μετοχών των EM και TMX. Μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά την περίοδο 1988-1995, η ΚΜΕ είναι υπεύθυνη μόνο για τη δική της συμπεριφορά, αλλά όχι για τη συμπεριφορά των θυγατρικών της.

(5) Εξάλλου, η ΕΜ και η μέχρι το 1995 πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική της, ΤΜΧ, πρέπει να θεωρηθούν ως μία οικονομική μονάδα και επομένως ενιαία επιχείρηση διακριτή από την ΚΜΕ μέχρι την αναδιάρθρωση του ομίλου. Πέραν του ότι η EM είχε 100 % έλεγχο επί της TMX, διάφορα άλλα στοιχεία στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι η θυγατρική δεν ακολουθούσε αυτόνομη εμπορική πολιτική (π.χ. διευθυντικά στελέχη της EM εισήλθαν στο διοικητικό συμβούλιο της TMX)· οι εμπορικές στρατηγικές τους είχαν εναρμονιστεί· και το 1993 δημιουργήθηκε ένας κοινός οργανισμός πωλήσεων· συμμετοχή στην ίδια σύμπραξη στην ίδια αγορά προϊόντος από το 1989). Ως εκ τούτου, κατά την περίοδο 1989-1995, η ΕΜ υπέχει ευθύνη της συμπεριφοράς της και είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη με την TMX για την παράνομη συμπεριφορά της τελευταίας.

(6) Όσον αφορά την περίοδο 1995-2001, όταν η KME έλεγχε το 100 % του κεφαλαίου αμφοτέρων των EM και TMX, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα νομικά πρόσωπα του ομίλου KME δρούσαν ως ενιαία επιχείρηση στην αγορά. Το τεκμήριο ελέγχου το οποίο βασίζεται στην 100 % συμμετοχή της ΚΜΕ στις EM και TMX, και το οποίο ενισχύεται περαιτέρω από τους σημαντικούς διοικητικούς δεσμούς και την οικονομική πραγματικότητα, δεν έχει ανασκευασθεί με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι KME, EM και TMX υπέχουν από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη για την παράνομη συμπεριφορά τους, κατά την περίοδο 1995 έως 2001.

(7) Όσον αφορά την Outokumpu (Φινλανδία), η Επιτροπή έκρινε την ελέγχουσα εταιρεία Outokumpu OYj από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη για τις παράνομες δραστηριότητες της πλήρως ελεγχόμενης θυγατρικής της, Outokumpu Copper Products OY (OCP). Η Outokumpu OYj είχε τον πλήρη έλεγχο του κεφαλαίου της OCP καθ'όλη τη διάρκεια της παράβασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την Outokumpu, η μητρική εταιρεία είχε εμπλακεί στην παράβαση μέσω του τμήματος προϊόντων χαλκού της εταιρείας (Copper Products Division) πριν από το Μάιο του 1988 και επομένως είχε γνώση του θέματος και μετά τη σύσταση και την έναρξη λειτουργίας της θυγατρικής μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου 1988. Η μητρική εταιρεία δεν έδωσε, ωστόσο, εντολή στη θυγατρική της να δώσει τέλος στην παράβαση. Τεκμαίρεται επομένως ο πλήρης και πραγματικός έλεγχος της Outokumpu Oyj επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της, πράγμα που δεν μπόρεσε να αντικρούσει η Outokumpu. Η Επιτροπή περιόρισε την αξιολόγησή της όσον αφορά την Outokumpu στην περίοδο μετά το Σεπτέμβριο του 1989, ελλείψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για τα έτη 1987 και 1988.

(8) Η Mueller, η IMI, η Wieland και η Boliden δεν αμφισβήτησαν την ευθύνη των αντίστοιχων ελεγχουσών και μητρικών εταιρειών τους σχετικά με τη συμπεριφορά των θυγατρικών που εμπλέκονται στον τομέα των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων.

(9) Οι επιχειρήσεις συμμετείχαν στην παράβαση τουλάχιστον κατά τις ακόλουθες χρονικές περιόδους:

(9) α)

Η Boliden AB, μαζί με την Outokumpu Copper Fabrication AB (πρώην: Boliden Fabrication AB) και την Outokumpu Copper BCZ SA (πρώην: Boliden Cuivre & Zinc SA), από τις 3 Ιουνίου 1988 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

β)

Η Outokumpu Copper Fabrication AB (πρώην: Boliden Fabrication AB) μαζί με την Boliden AB και την Outokumpu Copper BCZ SA (πρώην: Boliden Cuivre & Zinc SA), από τις 3 Ιουνίου 1988 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

γ)

Η Outokumpu Copper BCZ S.A. (πρώην: Boliden Cuivre & Zinc SA), μαζί με την Boliden AB και την Outokumpu Copper Fabrication AB (πρώην: Boliden Fabrication AB) από τις 3 Ιουνίου 1988 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

δ)

η Austria Buntmetall AG:

i)

μαζί με την Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H., τουλάχιστον από τις 29 Αυγούστου 1998 μέχρι τις 8 Ιουλίου 1999 και

ii)

μαζί με τη Wieland Werke AG και την Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H, από τις 9 Ιουλίου 1999 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ε)

Η Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H.:

i)

μαζί με την Austria Buntmetall AG, τουλάχιστον από τις 29 Αυγούστου 1998 μέχρι τις 8 Ιουλίου 1999 και

ii)

μαζί με τη Wieland Werke AG και την Austria Buntmetall AG, από τις 9 Ιουλίου 1999 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

στ)

Η ΧΑΛΚΟΡ ΑΕ τουλάχιστον από τις 29 Αυγούστου 1998 μέχρι τουλάχιστον τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999·

ζ)

Η HME Nederland BV τουλάχιστον από τις 29 Αυγούστου 1998 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

η)

Η IMI plc μαζί με την IMI Kynoch Ltd και τη Yorkshire Copper Tube Ltd (πρώην: IMI Yorkshire Copper Tube Ltd), από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

θ)

Η IMI Kynoch Ltd μαζί με την IMI plc και τη Yorkshire Copper Tube Ltd (πρώην: IMI Yorkshire Copper Tube Ltd), από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ι)

Η Yorkshire Copper Tube Ltd (πρώην: IMI Yorkshire Copper Tube Ltd) μαζί με την IMI plc και την IMI Kynoch Ltd, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ια)

η KM Europa Metal AG:

i)

σε ατομική βάση, από τις 3 Ιουνίου 1988 μέχρι τις 19 Ιουνίου 1995 και

ii)

μαζί με την Tréfimétaux SA και την Europa Metalli SpA, από τις 20 Ιουνίου 1995 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ιβ)

η Europa Metalli SpA:

i)

μαζί με την TMX, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 19 Ιουνίου 1995, και

ii)

μαζί με την KM Europa Metal AG και την Tréfimétaux SA, από τις 20 Ιουνίου 1995 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ιγ)

η Tréfimétaux SA:

i)

μαζί με την Europa Metalli SpA, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 19 Ιουνίου 1995, και

ii)

μαζί με την KM Europa Metal AG και την Europa Metalli SpA, από τις 20 Ιουνίου 1995 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

ιδ)

η Mueller Industries, Inc., μαζί με την WTC Holding Company, Inc., τη Mueller Europe Ltd, την DENO Holding Company, Inc. και την DENO Acquisition EURL, από τις 21 Οκτωβρίου 1997 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 2001·

ιε)

η WTC Holding Company, Inc., μαζί με τη Mueller Industries, Inc., τη Mueller Europe Ltd, την DENO Holding Company, Inc. και την DENO Acquisition EURL, από τις 21 Οκτωβρίου 1997 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 2001·

ιστ)

η Mueller Europe Ltd, μαζί με την WTC Holding Company, Inc., τη Mueller Industries, Inc., την DENO Holding Company, Inc. και την DENO Acquisition EURL, από τις 21 Οκτωβρίου 1997 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 2001·

ιζ)

η DENO Holding Company, Inc., μαζί με τη WTC Holding Company, Inc., τη Mueller Europe Ltd, τη Mueller Industries, Inc., και την DENO Acquisition EURL, από τις 21 Οκτωβρίου 1997 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 2001·

ιη)

η DENO Acquisition EURL, μαζί με τη WTC Holding Company, Inc., τη Mueller Europe Ltd, την DENO Holding Company, Inc. και τη Mueller Industries, Inc., από τις 21 Οκτωβρίου 1997 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 2001·

ιθ)

η Outokumpu Oyj μαζί με την Outokumpu Copper Products Oy, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

κ)

η Outokumpu Copper Products Oy, μαζί με την Outokumpu Oyj, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001·

κα)

η Wieland Werke AG:

i)

σε ατομική βάση, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 8 Ιουλίου 1999, και

ii)

μαζί με την Austria Buntmetall AG και την Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H, από τις 9 Ιουλίου 1999 μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001.

(10) Οι χαλκοσωλήνες διακρίνονται γενικώς σε δύο ομάδες προϊόντων: i) σωλήνες για βιομηχανική χρήση που διαιρούνται σε υποομάδες βάσει της τελικής χρήσης (κλιματισμός και ψύξη, εξαρτήματα, θερμαντήρες φυσικού αερίου, φίλτρα ξηραντηρίων και τηλεπικοινωνίες) και ii) σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων (αποκαλούμενοι επίσης σωλήνες ειδών υγιεινής, νερού ή εγκατάστασης). Οι σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων χρησιμοποιούνται για εγκαταστάσεις νερού, πετρελαίου, φυσικού αερίου και θέρμανσης στην οικοδομική βιομηχανία

(11) Παραδοσιακά, οι σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων κατασκευάζονταν κυρίως από χαλκό, συγκεκριμένα ανακυκλωμένο χαλκό, καθαρισμένο χαλκό (καθοδικό χαλκό) ή πλινθώματα χαλκού, και σε κάποιο βαθμό από χάλυβα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων κατασκευάζονται όλο και περισσότερο από πλαστικό ή ενώσεις (πλαστικό με στρώματα αλουμινίου). Η διαδικασία υποκατάστασης έχει ενταθεί λόγω της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τα ποιοτικά πρότυπα για το πόσιμο νερό και της επακόλουθης έγκρισης της ευρωπαϊκής οδηγίας για το πόσιμο νερό το 1998.

(12) Οι κύριοι πελάτες για τους σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων είναι διανομείς, χονδρέμποροι και έμποροι λιανικής, οι οποίοι πωλούν τους σωλήνες σε εγκαταστάτες και άλλους τελικούς καταναλωτές, ενώ σωλήνες για βιομηχανική χρήση χρησιμοποιούνται συνήθως από βιομηχανικούς πελάτες, κατασκευαστές τεχνικού εξοπλισμού ή εξαρτημάτων, στους οποίους και πωλούνται άμεσα.

(13) Η εκτιμώμενη αγοραία αξία ΕΟΧ των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων χωρίς μόνωση ανερχόταν το 2000 σε 1 δις ευρώ περίπου, ενώ η αγοραία αξία των χαλκοσωλήνων με πλαστική επίστρωση σε 200 εκατ. ευρώ περίπου. Αποδέκτες της παρούσας απόφασης είναι οι κυριότεροι παραγωγοί χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων στην Ευρώπη. Τα εκτιμώμενα μερίδια αγοράς ΕΟΧ (σωλήνες χωρίς μόνωση) το 2000, τελευταίο πλήρες έτος εφαρμογής της συμφωνίας σύμπραξης, ήταν περίπου τα εξής: KME […] %, IMI […] %, Outokumpu […] %, Wieland Werke […] %, Mueller […] %, Boliden […] %, Buntmetall […] % (1998), HME […] %, ΧΑΛΚΟΡ […] %. Το εκτιμώμενο συνολικό μερίδιο αγοράς ΕΟΧ (σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων χωρίς μόνωση και σωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων με πλαστική επίστρωση) το 2000, τελευταίο πλήρες έτος εφαρμογής της συμφωνίας σύμπραξης, ήταν περίπου το εξής: KME […] % και Wieland […] %. Από το σύνολο της αγοράς χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων ΕΟΧ, οι επιχειρήσεις αυτές αντιπροσώπευαν από κοινού ποσοστό 80-90 % περίπου. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι δεν συμμετείχαν σε όλη τη διάρκεια της παράβασης.

(14) Οι αποδέκτες υπέπεσαν σε ενιαία, διαρκή, σύνθετη και, όσον αφορά την Boliden, τον όμιλο ΚΜΕ και τη Wieland, πολύμορφη παράβαση του άρθρου 81 της Συνθήκης και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας του ΕΟΧ, και συνίστατο στην κατανομή όγκων και μεριδίων αγοράς, στη σύναψη συμφωνιών σε ορισμένες περιπτώσεις σχετικά με τιμές-στόχους, αυξήσεις τιμών ή άλλους εμπορικούς όρους για τους χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων χωρίς μόνωση (και, όσον αφορά τις ΚΜΕ και Wieland, για τους χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων με πλαστική επίστρωση) και στην παρακολούθηση της εφαρμογής των αντιανταγωνιστικών συμφωνιών τους μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών για τις πωλήσεις, τις παραγγελίες, τα μερίδια αγοράς και τις τιμές, και μέσω του καθορισμού ηγέτη της αγοράς. Η παράβαση άρχισε τον Ιούνιο του 1988 και έληξε το Μάρτιο του 2001. Στην εν λόγω παράβαση ενεπλάκησαν διάφορες εταιρείες σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα.

(15) Η παράβαση ήταν ενιαία διότι υπήρξε ένας συνεχής στόχος, καθώς και συνεχείς ενέργειες και μέτρα για την κατανομή των όγκων και το συντονισμό των τιμών. Ήταν σύνθετη διότι συνίστατο σε συμφωνίες και σε εναρμονισμένες πρακτικές.

(16) Η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά αποτέλεσε επίσης πολύμορφη παράβαση διότι οργανώθηκε σε τρία επίπεδα με σκοπό να αποφευχθεί ο ανταγωνισμός στη βιομηχανία χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων.

(17) Η συνεργασία στο πρώτο επίπεδο ξεκίνησε τουλάχιστον τον Ιούνιο του 1988 (και διήρκεσε μέχρι το Μάρτιο του 2001) και περιλάμβανε τους αποκαλούμενους παραγωγούς SANCO® (λέσχη SANCO): KME, Tréfimétaux, Europa Metalli, Boliden και Wieland. Η Boliden περιόρισε τη συνεργασία της σε επίπεδο SANCO τον Ιούλιο του 1995 και συνέχισε να συμμετέχει στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μέχρι το Μάρτιο του 2001. Οι παραγωγοί SANCO® προέβαιναν σε κατανομή των μεριδίων της αγοράς σωλήνων SANCO®, σε ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών, σε καθορισμό και συντονισμό των τιμών και των εκπτώσεων. Ήταν, όπως φάνηκε, η στενότερη συνεργασία και χρησίμευσε ως προετοιμασία για συσκέψεις με τους μη παραγωγούς SANCO. Η KME και η Wieland συνεργάστηκαν επίσης όσον αφορά τους χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων με πλαστική μόνωση WICU και Cuprotherm, τουλάχιστον από τις αρχές του 1991 μέχρι το Μάρτιο του 2001.

(18) Η συνεργασία στο δεύτερο επίπεδο ξεκίνησε τουλάχιστον το Σεπτέμβριο του 1989 και περιλάμβανε τους μεγαλύτερους ευρωπαίους παραγωγούς (ομάδα των πέντε) (περιλαμβανομένων των παραγωγών SANCO- και μη SANCO): την KME (περιλαμβανομένων των Tréfimétaux και Europa Metalli), τη Wieland, την Outokumpu, την IMI και, από τον Οκτώβριο του 1997, τη Mueller. Κύριος στόχος ήταν η σταθεροποίηση και η κατανομή των μεριδίων αγοράς, καθώς και ο συντονισμός των τιμών και των εκπτώσεων. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν είτε με την ευκαιρία διαφόρων συσκέψεων των βιομηχανικών ενώσεων, (όπως π.χ. οι συσκέψεις του International Wrought Copper Council (IWCC) (Διεθνές Συμβούλιο Ελατού Χαλκού), ή χωριστά στη Ζυρίχη. Η συνεργασία περιλάμβανε συσκέψεις στο επίπεδο των ανώτερων διοικητικών στελεχών και συσκέψεις σε επίπεδο επιχειρησιακής διαχείρισης. Οι επαφές αυτές εξελίχθηκαν σε τρεις φάσεις: από το Σεπτέμβριο του 1989 μέχρι τον Ιούνιο/Ιούλιο του 1994· (εγκαθίδρυση συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμός)· από τον Ιούλιο του 1994 μέχρι τον Ιούνιο του 1977 (λιγότερο εντατικές επαφές)· από τον Ιούνιο του 1997 μέχρι το Μάρτιο του 2001 (αποτελεσματική και αποδοτική επανεδραίωση του συντονισμού).

(19) Η συνεργασία στο τρίτο επίπεδο ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1998 και διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι το Μάρτιο του 2001. Περιελάμβανε την προαναφερθείσα ομάδα των πέντε και τέσσερις μικρότερους παραγωγούς (όλοι μαζί ομάδα των εννέα): τη ΧΑΛΚΟΡ μέχρι τον Αϋγουστο του 1999, και την HME Nederland BV, την Boliden (η οποία δεν συμμετείχε σταθερά) και την Buntmetall μέχρι το Μάρτιο του 2001. Η ομάδα των εννέα συζήτησε τα μερίδια αγοράς και την τιμή των περιθωρίων-στόχων.

ΠΡΟΣΤΙΜΑ

(20) Η παρούσα παράβαση συνίστατο κυρίως σε πρακτικές καθορισμού τιμών και κατανομής των μεριδίων αγοράς, που αποτελούν από τη φύση τους σοβαρότατες παραβιάσεις των άρθρων 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και 53 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Διαπιστώθηκε ότι οι συμφωνίες σύμπραξης εφαρμόστηκαν στην πράξη και, τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους, οδήγησαν σε αύξηση των τιμών στην αγορά. Η σύμπραξη κάλυπτε ολόκληρη την κοινή αγορά και, μετά τη σύστασή της, το μεγαλύτερο μέρος του ΕΟΧ.

(21) Λαμβάνοντας υπόψη την ίδια τη φύση της υπό εξέταση συμπεριφοράς, τον πραγματικό αντίκτυπο στην αγορά χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων, καθώς και το γεγονός ότι η συνεργασία κάλυπτε γεωγραφική αγορά σημαντικού μεγέθους (το μεγαλύτερο μέρος του ΕΟΧ), οι αποδέκτες της παρούσας απόφασης διέπραξαν σοβαρότατη παράβαση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και 53 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(22) Στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, στην οποία συμμετείχαν πολλές επιχειρήσεις, κατά τον καθορισμό των βασικών ποσών των προστίμων ελήφθη υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχείρησης στην αγορά, ώστε να υπολογισθούν οι πραγματικές επιπτώσεις της επίμαχης συμπεριφοράς κάθε επιχείρησης επί του ανταγωνισμού.

(23) Για τον υπολογισμό του προστίμου, οι εταιρείες χωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες βάσει του μεριδίου αγοράς που κατείχαν στην αγορά ΕΟΧ για το εξεταζόμενο προϊόν κατά το τελευταίο πλήρες έτος της παράβασης (2000). Η πρώτη κατηγορία περιλάμβανε την ΚΜΕ· τη δεύτερη κατηγορία αποτελούσαν οι Outokumpu, IMI, Mueller και ο όμιλος Wieland Werke περιλαμβανομένης της BMA (περίπου το ήμισυ του μεριδίου αγοράς της KME)· η τρίτη κατηγορία αποτελούνταν από την Boliden ( περίπου τα δύο τρίτα του μεριδίου αγοράς της δεύτερης ομάδας)· και η τέταρτη ομάδα περιλάμβανε τις HME και Χαλκόρ (περίπου το ήμισυ του μεριδίου αγοράς της δεύτερης ομάδας).

(24) Δεδομένου ότι η EM και TMX αποτελούσαν μία ενιαία επιχείρηση κατά την περίοδο 1988-1995, θεωρούνται από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για το αντίστοιχο μέρος της παράβασης. Ομοίως, οι KME AG, EM και TMX αποτελούσαν μία επιχείρηση (τον όμιλο KME) κατά την περίοδο 1995-2001, και είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για το εν λόγω μέρος της παράβασης. Το βασικό ποσό του προστίμου διαιρείται σε δύο μέρη, ένα για την περίοδο 1988-1995 και ένα για την περίοδο 1995-2001. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να επιβληθεί στην KME σε ατομική βάση πρόστιμο ύψους 17,96 εκατ. ευρώ· Η EM και η TMX είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για την καταβολή προστίμου ύψους 16,37 εκατ. ευρώ· ενώ η KME, η EM και η TMX (ή ο όμιλος KME) είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για την καταβολή προστίμου ύψους 32,75 εκατ. ευρώ.

(25) Ομοίως, για τον καταμερισμό της ευθύνης εντός του ομίλου Wieland, έγινε διάκριση δύο διαφορετικών χρονικών περιόδων. Η Wieland Werke AG απέκτησε το 1999 αποκλειστικό έλεγχο επί του ομίλου Buntmetall. Ομοίως, η Wieland Werke AG και ο όμιλος Buntmetall εξελήφθησαν ως ενιαία επιχείρηση από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη για την παράβαση μόνον από το 1999.

(26) Για να διασφαλιστεί ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα θα είχαν αρκούντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα, στο αρχικό ποσό του προστίμου που ορίστηκε για την Outokumpu εφαρμόστηκε ένας πολλαπλασιαστικός συντελεστής ίσος με 1,5. Στην παρούσα εκτίμηση, δέον να ληφθεί υπόψη ο συνολικός παγκόσμιος κύκλος εργασιών του ομίλου (άνω των 5 δισ. ευρώ), δεδομένου ότι η ίδια η μητρική εταιρεία (Outokumpu OYj) ενεπλάκη στην παράβαση το 1988 μέσω του τμήματος προϊόντων χαλκού (Copper Products Division) και στη συνέχεια δεν έδωσε εντολή στην πλήρους ιδιοκτησίας θυγατρική της OCP να θέσει τέλος στην παράβαση. Όσον αφορά τους άλλους συμβαλλόμενους, η Outokumpu έχει υπερδιπλάσιο μέγεθος σε σχέση με τους άλλους από την άποψη του παγκόσμιου κύκλου εργασιών.

(27) Στην εν λόγω παράβαση ενεπλάκησαν διάφορες εταιρείες σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Η παράβαση άρχισε το αργότερο στις 3 Ιουνίου 1988 και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τις 22 Μαρτίου 2001. Οι ακόλουθες εταιρείες διέπραξαν συνεχή παράβαση για την αντίστοιχη αναφερόμενη διάρκεια: — Όμιλος Boliden 12 έτη, 9 μήνες — Όμιλος Buntmetall 2 έτη, 6 μήνες — ΧΑΛΚΟΡ 12 μήνες — HME 2 έτη, 6 μήνες — όμιλος IMI 11 έτη, 5 μήνες — όμιλος KME 12 έτη, 9 μήνες (συνολικά, διαιρούμενα ανάλογα με τη συμμετοχή κάθε εταιρείας που συμμετείχε) (KME: 12 έτη, 9 μήνες· EM/TMX: 11 έτη, 5 μήνες) — Όμιλος Mueller 3 έτη, 2 μήνες — Όμιλος Outokumpu 11 έτη, 5 μήνες — Wieland Werke 11 έτη, 5 μήνες.

(28) Σημειώθηκαν περίοδοι διαφορετικής έντασης όσον αφορά την πειθαρχία της σύμπραξης. Η Outokumpu χαρακτήρισε ήσυχη περίοδο την περίοδο από τα μέσα του 1994 μέχρι τα μέσα του 1997. Η KME και η Wieland συνέχισαν τη συνεργασία τους όσον αφορά τους σωλήνες WICU, Cuprotherm και SANCO. Η IMI, η Wieland, η Outokumpu και η KME συναντήθηκαν μερικές φορές το 1996. Παρά το γεγονός ότι η σύμπραξη λειτουργούσε σαφώς λιγότερο αποτελεσματικά, η ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών συνεχίστηκε τουλάχιστον σποραδικά. Η Outokumpu επιβεβαίωσε ότι υπήρξε περίοδος λιγότερο εντατικών επαφών. Για τους λόγους αυτούς, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε περίοδος μειωμένης δραστηριότητας της σύμπραξης και όχι περίοδος πλήρους διακοπής. Η διάρκεια της παράβασης (12 έτη και 9 μήνες) δεν επηρεάστηκε επομένως από τις περιόδους μειωμένης δραστηριότητας της σύμπραξης.

(29) Στην περίπτωση της Outokumpu, η σοβαρότητα της παράβασης αυξήθηκε από το γεγονός ότι υπήρξε αποδέκτης προγενέστερης απόφασης στην οποία είχε διαπιστωθεί παρόμοια παράβαση, συγκεκριμένα της απόφασης 90/417/ΕΚΑΧ της Επιτροπής σχετικά με σύμπραξη στον τομέα των πλατέων προϊόντων ανοξείδωτου χάλυβα. Σε εκείνη την απόφαση, δεν είχε, ωστόσο, επιβληθεί πρόστιμο στην Outokumpu.

(30) Η Outokumpu αμφισβήτησε τη διαπίστωση αυτή με το σκεπτικό ότι η υπόθεση αφορούσε πολύ διαφορετική κατάσταση, καθόσον i) η Outokumpu λειτουργούσε υπό κυβερνητική επιρροή και με την πεποίθηση ότι οι συμφωνίες είχαν τη δημόσια αποδοχή· ii) η ίδια η Επιτροπή αποδέχθηκε ότι δεν επρόκειτο για καθαρή παράβαση και δεν επέβαλε πρόστιμο· iii) επρόκειτο για διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, στις οποίες εμπλέκονταν διαφορετικές μονάδες και υπάλληλοι σε διαφορετικούς τόπους, και επίσης επρόκειτο για iv) διαφορετική διάταξη συνθήκης (άρθρο 65 της συνθήκης ΕΚΑΧ).

(31) Ο ισχυρισμός της Outokumpu δεν έγινε δεκτός, δεδομένου ότι ένας από τους στόχους των αποφάσεων που απευθύνει η Επιτροπή στις επιχειρήσεις είναι να τις προειδοποιήσει και να τις αποτρέψει από το να διαπράξουν παρόμοιες παραβάσεις στο μέλλον, ακόμη και εάν για κάποιο λόγο δεν επιβάλλεται πρόστιμο. Το γεγονός ότι η Outokumpu συνέχισε να διαπράττει παράβαση στον τομέα των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων, παρόλο που με απόφαση της Επιτροπής έλαβε τη διαταγή να παύσει την παράβασή της στον τομέα του ανοξείδωτου χάλυβα, δείχνει σαφώς ότι η προηγούμενη απόφαση δεν είχε επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τη συμπεριφορά της Outokumpu στην αγορά. Ως εκ τούτου, για να εξασφαλιστεί μελλοντικά το εν λόγω αποτρεπτικό αποτέλεσμα, πρέπει να αυξηθεί το ποσό του προστίμου στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, η ίδια μορφή παράβασης στο αυτό πλαίσιο σήμαινε παράβαση του ίδιου άρθρου της συνθήκης. Από την άποψη αυτή, το άρθρο 65 της συνθήκης ΕΚΑΧ είναι ισοδύναμο του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Τη θέση αυτή έχει ήδη λάβει η Επιτροπή στην απόφαση για τους σωλήνες βιομηχανικής χρήσης (Industrial Tubes Decision) της 16ης Δεκεμβρίου 2003.

(32) Δεν μπόρεσε να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της Χαλκόρ ότι υπέστη εξαναγκασμό από τις KME, Outokumpu, Wieland και Mueller. Δεν αποδείχθηκε επίσης ο ισχυρισμός της Boliden ότι υπέστη εξαναγκασμό από την KME.

(33) Οι συμβαλλόμενοι υποστήριξαν ότι κάποιοι παράγοντες θα πρέπει να θεωρηθούν ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως, μεταξύ άλλων, η μη έμπρακτη εφαρμογή των συμφωνιών, το περιορισμένο όφελος από την παράβαση, καθώς και οι οικονομικές δυσχέρειες στον τομέα των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων.

(34) Η Επιτροπή ανασκεύασε στην απόφαση ένα προς ένα τα ανωτέρω επιχειρήματα και διαπίστωσε ότι υπήρχαν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι συμφωνίες είχαν επιπτώσεις στις τιμές. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται ελαφρυντικές περιστάσεις σε καμία από τις επιχειρήσεις της παρούσας υπόθεσης.

(35) Η ανακοίνωση περί επιείκειας του 1996 δεν προβλέπει καμία ιδιαίτερη ανταμοιβή για τον αιτούντα επιείκεια που αποκαλύπτει γεγονότα άγνωστα στην Επιτροπή τα οποία επηρεάζουν τη βαρύτητα ή τη διάρκεια της σύμπραξης. Ανάλογη συνεργασία έχει ήδη αναγνωριστεί ως ελαφρυντικός παράγοντας στην υπόθεση των σωλήνων για βιομηχανική χρήση.

(36) Κρίθηκε επομένως ότι η συνεργασία της Outokumpu έπρεπε να θεωρηθεί ελαφρυντικός παράγοντας από την άποψη αυτή. Η Outokumpu πρώτη αποκάλυψε τη συνολική διάρκεια της ευρωπαϊκής σύμπραξης στον τομέα των χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων, και, ειδικότερα, ήταν η πρώτη που προσκόμισε αποφασιστικής σημασίας αποδεικτικά στοιχεία και επεξηγήσεις που αποδεικνύουν την αδιάλειπτη συνέχεια της παράβασης από τον Ιούλιο του 1994 μέχρι τον Ιούλιο του 1995 (και από το 1990 μέχρι το τέλος του 1992). Βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προέρχονται από τον αιτούντα απαλλαγή από πρόστιμο και από τις έρευνες πριν υποβληθεί η αίτηση της Outokumpu για επιείκεια, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να αποδείξει τη διάρκεια και αδιάλειπτη συνέχεια της παράβασης από το Σεπτέμβριο του 1989. Η Outokumpu δεν θα πρέπει να τιμωρηθεί για τη συνεργασία της με την επιβολή υψηλότερου προστίμου από αυτό που θα έπρεπε να πληρώσει αν δεν είχε συνεργαστεί. Βάσει των ανωτέρω, το βασικό ποσό του προστίμου που πρόκειται να επιβληθεί στην Outokumpu μειώθηκε με κατ'αποκοπή ποσό 40,17 εκατ. ευρώ για ουσιαστική συνεργασία εκτός του πεδίου εφαρμογής της ανακοίνωσης του 1996 περί επιείκειας.

(37) Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η συνεργασία της ΚΜΕ μπορεί να θεωρηθεί ελαφρυντικός παράγοντας από την άποψη αυτή. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή διέθετε, κατά το στάδιο της κοινοποίησης αιτιάσεων, ορισμένες μεμονωμένες ενδείξεις ότι η παράνομη συμπεριφορά αφορούσε επίσης σωλήνες πλαστικής επίστρωσης, καθώς και πιο βάσιμα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους σωλήνες πλαστικής επίστρωσης, χωρίς τη συμβολή της ΚΜΕ δεν θα μπορούσε να αποδείξει την ύπαρξη ενιαίας, διαρκούς και σύνθετης παράβασης όσον αφορά τους σωλήνες WICU/Cuprotherm, η οποία άρχισε τουλάχιστον από τις αρχές του 1991. Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο όμιλος KME δεν θα πρέπει να τιμωρηθεί για τη συνεργασία του. Το ενδεδειγμένο σημείο αναφοράς για τη μείωση του βασικού ποσού του προστίμου που θα επιβληθεί στην KME είναι η σχετική σημασία του τομέα σωλήνων πλαστικής επίστρωσης σε σχέση με τους χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων χωρίς μόνωση. Με βάση το κριτήριο αυτό, το βασικό ποσό του προστίμου μειώθηκε με κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 7,93 εκατ. ευρώ.

(38) Όλοι οι αποδέκτες της παρούσας απόφασης συνεργάστηκαν με την Επιτροπή σε διαφορετικά στάδια της έρευνας με σκοπό να εξασφαλίσουν την ευνοϊκή μεταχείριση που αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής περί επιείκειας. Η ανακοίνωση του 1996 περί επιείκειας εφαρμόστηκε ως εξής:

(39) Η Mueller Industries Inc. (στο εξής Mueller) ήταν η πρώτη εταιρεία που ενημέρωσε την Επιτροπή (τον Ιανουάριο του 2001) σχετικά με την ύπαρξη σύμπραξης στον ευρωπαϊκό τομέα χαλκοσωλήνων υδραυλικών εγκαταστάσεων στη δεκαετία του ’90. Τα τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία και η ενιαία δήλωση που υπέβαλε η Mueller, πριν από την έρευνα της Επιτροπής, επέτρεψαν στην Επιτροπή να διαπιστώσει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τους συμμετέχοντες σε σειρά συσκέψεων της σύμπραξης που πραγματοποιήθηκαν το 1989, το 1994 και από το 1997 μέχρι το 2001, καθώς και να αρχίσει τη διενέργεια επιθεωρήσεων από τις 22 Μαρτίου 2001 και εξής. Η Mueller έθεσε αμέσως τέλος στη συμμετοχή της και συνεργάστηκε πλήρως σε ολόκληρη την έρευνα παρέχοντας στην Επιτροπή πολυάριθμες παρατηρήσεις και έγγραφα όπου περιγράφονται περαιτέρω οι συμφωνίες. Ως εκ τούτου, η Mueller απαλλάχθηκε πλήρως από οποιαδήποτε καταβολή προστίμου.

(40) Η Mueller παρείχε σποραδικά αποδεικτικά στοιχεία για το διάστημα πριν από το 1997 και αποκάλυψε την ύπαρξη της σύμπραξης για το διάστημα 1997 - 2001. Μαζί με τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν στη διάρκεια των επιθεωρήσεων, η Επιτροπή διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να κινήσει τη διαδικασία που οδηγεί σε απόφαση κατά όλων των εμπλεκόμενων μερών. Συνεπώς, κανένας άλλος συμβαλλόμενος δεν δικαιούτο μείωση βάσει του τμήματος Γ της ανακοίνωσης του 1966 περί επιείκειας.

(41) Πριν η Επιτροπή εγκρίνει την κοινοποίηση αιτιάσεων, η Outokumpu (Απρίλιος 2001), η KME (Οκτώβριος 2002), η Wieland (Ιανουάριος 2003) και η Χαλκόρ (Απρίλιος 2003) προσκόμισαν στην Επιτροπή πληροφορίες και έγγραφα τα οποία συνέβαλαν στη διαπίστωση της ύπαρξης των παραβάσεων. Καμία από τις εταιρείες αυτές δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η κοινοποίηση αιτιάσεων της Επιτροπής, με εξαίρεση εκείνα που δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση. Οι εταιρείες αυτές δικαιούντο συνεπώς μείωση μεταξύ 10 % και 50 % βάσει του τμήματος Δ της ανακοίνωσης περί επιείκειας.

(42) Η Outokumpu ήταν η πρώτη που υπέβαλε αποδεικτικά στοιχεία αποφασιστικής σημασίας για την περίοδο από το 1989 μέχρι τα μέσα του 1997. Η περίοδος από τα μέσα του 1997 μέχρι το Μάρτιο του 2001 έχει ήδη καλυφθεί από τη Mueller, καθώς και από υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τις έρευνες. Ειδικότερα, η συμβολή της Outokumpu υπήρξε καθοριστική για τη διαπίστωση της συνέχειας της παράβασης. Η Outokumpu ανταμείφθηκε επομένως με τη μεγαλύτερη δυνατή μείωση, ήτοι μείωση ίση με το 50 % του προστίμου που θα της επιβαλλόταν εάν δεν είχε συνεργαστεί με την Επιτροπή.

(43) Στις KME και Wieland (περιλαμβανομένης της Buntmetall) κρίθηκε ενδεδειγμένο να χορηγηθεί χαμηλότερη μείωση σε σχέση με την Outokumpu, αλλά αντίστοιχη μεταξύ τους. Παρά το γεγονός ότι η Wieland υπήρξε η πρώτη που αποκάλυψε λεπτομερή κατάλογο συσκέψεων για την περίοδο 1993-2001 και παρείχε επεξηγήσεις που επέτρεψαν στην Επιτροπή να χρησιμοποιήσει ως απόδειξη μεγάλο αριθμό εγγράφων σύγχρονων της παράβασης, η KME υπήρξε η πρώτη που παρείχε πλήρεις επεξηγήσεις σχετικά με όλες τις πτυχές της παράβασης (συσκέψεις SANCO, συσκέψεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο). Κατά συνέπεια, η KME έτυχε μείωσης ίσης με το 35 % του προστίμου που θα της επιβαλλόταν εάν δεν είχε συνεργαστεί με την Επιτροπή. Η Επιτροπή χορήγησε στη Wieland (περιλαμβανομένης της Buntmetall) μείωση ίση με το 35 % του προστίμου που θα της είχε διαφορετικά επιβληθεί.

(44) Η ΧΑΛΚΟΡ προσκόμισε σειρά εγγράφων σύγχρονων της παράβασης για το διάστημα της συμμετοχής της (Αύγουστος 1998 μέχρι Αύγουστο 1999). Η Επιτροπή διέθετε, ωστόσο, ήδη επαρκή έγγραφα για την περίοδο στην οποία αναφέρονταν τα έγγραφα της ΧΑΛΚΟΡ. Επιπλέον, η ΧΑΛΚΟΡ δεν διευκρίνισε τη συνεργασία της σε συμφωνίες σύμπραξης πριν από τον Αύγουστο του 1998. Ως εκ τούτου, δικαιούται μόνο σημαντικά μικρότερη μείωση από τις Outokumpu, KME ή Wieland. Παράλληλα, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Χαλκόρ προσέφερε τη συνεργασία της αμέσως μετά τη λήψη αίτησης παροχής πληροφοριών και ότι δεν πραγματοποιήθηκαν έρευνες στις εγκαταστάσεις της Χαλκόρ. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι η Χαλκόρ δικαιούται μείωση ίση με το 15 % του προστίμου που θα της επιβαλλόταν διαφορετικά.

(45) Αφού έλαβε την κοινοποίηση των αιτιάσεων, ο όμιλος Boliden υπέβαλε αίτηση για επιείκεια. Η Boliden παραδέχθηκε την παράβαση και δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα. Επιπλέον, η Boliden αποσαφήνισε ορισμένες λεπτομέρειες των πραγματικών περιστατικών. Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη την προγενέστερη συνεργασία της Mueller, της Outokumpu, του ομίλου ΚΜΕ, της Wieland και της Χαλκόρ, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων, η παράβαση είχε ήδη αποδειχθεί στο σύνολό της. Η Επιτροπή χορήγησε συνεπώς στην Boliden μείωση ίση με το 10% του προστίμου που θα της επιβαλλόταν εάν δεν είχε συνεργαστεί με την Επιτροπή.

(46) Αφού έλαβε την κοινοποίηση των αιτιάσεων, ο όμιλος ΙΜΙ υπέβαλε αίτηση για επιείκεια. Η ΙΜΙ παραδέχθηκε την παράβαση και δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα. Λόγω της συνεργασίας της Mueller, της Outokumpu, του ομίλου ΚΜΕ, της Wieland και της Χαλκόρ, καθώς και των στοιχείων που προέκυψαν από τους ελέγχους, η παράβαση είχε ήδη αποδειχθεί στο σύνολό της. Κατόπιν τούτου η Επιτροπή χορήγησε στον όμιλο IMI έκπτωση ίση με το 10 % του προστίμου το οποίο θα επιβαλλόταν σε διαφορετική περίπτωση.

Επιβλήθηκαν τα παρακάτω πρόστιμα: α) Boliden AB, Outokumpu Copper Fabrication AB (πρώην: Boliden Fabrication AB) και Outokumpu Copper BCZ SA (πρώην: Boliden Cuivre & Zinc SA), από κοινού και εις ολόκληρον 32,6 εκατ. ευρώ β) Austria Buntmetall AG και Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H. από κοινού και εις ολόκληρον 0,6695 εκατ. ευρώ γ) Austria Buntmetall AG, Buntmetall Amstetten Ges.m.b.H. και Wieland Werke AG από κοινού και εις ολόκληρον 2,43 εκατ. ευρώ δ) Χαλκόρ ΑΕ ατομικά 9,16 εκατ. ευρώ ε) HME Nederland BV ατομικά 4,49 εκατ. ευρώ στ) IMI plc, IMI Kynoch Ltd και IMI Yorkshire Copper Tube Ltd (πρώην: IMI Yorkshire Copper Tube Ltd) από κοινού και εις ολόκληρον 44,98 εκατ. ευρώ ζ) KM Europa Metal AG ατομικά 17,96 εκατ. ευρώ η) KM Europa Metal AG, Trιfimιtaux SA και Europa Metalli SpA από κοινού και εις ολόκληρον 32,75 εκατ. ευρώ θ) Europa Metalli SpA και Trιfimιtaux SA από κοινού και εις ολόκληρον 16,37 εκατ. ευρώ ι) Outokumpu Oyj και Outokumpu Copper Products Oy από κοινού και εις ολόκληρον 36,14 εκατ. ευρώ κ) Wieland Werke AG ατομικά 24,7416 εκατ. ευρώ. Οι προαναφερθείσες επιχειρήσεις θέτουν πάραυτα τέλος στις παραβάσεις, εφόσον δεν το έχουν ήδη πράξει. Στο εξής απέχουν από την επανάληψη οποιασδήποτε πράξης ή συμπεριφοράς παρόμοιας με την παράβαση που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση, καθώς και από τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου έχει ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα.

Versions

  1. 2004-09-03