Απόφαση της Επιτροπής της 4ης Μαρτίου 2008 για τη θέσπιση του εγχειριδίου Sirene και άλλων μέτρων εφαρμογής σε σχέση με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 774] (Τα κείμενα στη βουλγαρική, τσεχική, ολλανδική, εσθονική, φινλανδική, γαλλική, γερμανική, ελληνική, ουγγρική, ιταλική, λεττονική, λιθουανική, μαλτέζικη, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, ισπανική και σουηδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά) (2008/333/ΕΚ)
Grade B
mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.
Address https://gelex.eu/eli/EU/act/2008/333@2008-03-04/el
Contents
- Preamble
- ANNEX
- ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το κεκτημένο Σένγκεν
- α)
- β)
- γ)
- δ)
- ε)
- στ)
- 1.
- 1.1.
- 1.4.
- 1.4.10. α)
- 1.5.
- 1.5.3. Εθνικό επίπεδο
- 1.6.
- 2.
- 2.2.
- 2.2.1. Πίνακας συμβατότητας για τις καταχωρίσεις που αφορούν πρόσωπα Πίνακας συμβατότητας για καταχωρίσεις που αφορούν αντικείμενα
- 2.2.2. α)
- 2.2.3. α)
- 2.3.
- grp_1 α)
- 2.4. α)
- 2.5. α)
- 2.6.
- 2.6.1. α)
- 2.6.2. α)
- 2.7.
- grp_1 α)
- 2.8.
- 2.8.1. α)
- 2.8.2. α)
- 2.11.
- grp_1 Επιβεβαιωθείσα ταυτότητα (εξακριβωθείσα ταυτότητα)
- 2.12.
- 2.13.
- 2.13.4.
- grp_1 α)
- 2.13.4.1. Παρατηρήσεις: (*)(1)(2)
- 2.13.4.1.
- 2.14.
- 2.14.6. α)
- 2.17.
- 3.
- 3.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό τη σύλληψη:
- 3.5.
- 3.5.2.
- 3.8. α)
- 4.
- 4.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής
- 4.5.
- 4.5.1.
- grp_1 α)
- Η διαδικασία βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 1 της σύμβασης Σένγκεν
- Η διαδικασία βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 2 της σύμβασης Σένγκεν
- 4.5.2.
- grp_1 α)
- Η διαδικασία για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α)
- Η διαδικασία για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο γ)
- 4.6. α)
- 5.
- 5.1.
- pt_1 i)
- 5.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων για εξαφανισθέντα πρόσωπα
- 5.6. α)
- 6.
- 6.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων που αφορούν δικαστική διαδικασία
- 6.5. α)
- 7.
- 7.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων
- 8.
- 8.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό την κατάσχεση και χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II), και ιδίως το άρθρο 8 παράγραφος 4, το άρθρο 9 παράγραφος 1, το άρθρο 20 παράγραφος 3, το άρθρο 22 στοιχείο α), το άρθρο 36 παράγραφος 4 και το άρθρο 37 παράγραφος 7,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 εφαρμόζεται στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο SIS 1+ από ημερομηνίες που θα καθορίσει το Συμβούλιο, με ομόφωνη απόφαση των μελών του που αντιπροσωπεύουν τις κυβερνήσεις των κρατών μελών τα οποία συμμετέχουν στο SIS 1+. Οι ημερομηνίες αυτές θα καθορισθούν αφού προηγηθεί, μεταξύ άλλων, η θέσπιση των αναγκαίων μέτρων εφαρμογής από την Επιτροπή.
(2) Τα εν λόγω μέτρα εφαρμογής καλύπτουν παραμέτρους του SIS II οι οποίες, λόγω του τεχνικού τους χαρακτήρα, του βαθμού λεπτομερειακότητας και της ανάγκης για τακτική επικαιροποίηση, δεν καλύπτονται κατά τρόπο εξαντλητικό από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1987/2006.
(3) Στα εν λόγω μέτρα εφαρμογής περιλαμβάνεται το εγχειρίδιο Sirene, το οποίο περιέχει λεπτομερείς κανόνες για την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών. Με τον όρο συμπληρωματικές πληροφορίες νοούνται οι πληροφορίες που δεν έχουν αποθηκευτεί στο SIS II, αλλά συνδέονται με καταχωρίσεις του SIS II και πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής: προκειμένου τα κράτη μέλη να διαβουλευθούν μεταξύ τους ή να αλληλοενημερωθούν κατά την εισαγωγή καταχώρισης· μετά από εντοπισμό καταχώρισης (θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης — hit) ώστε να είναι δυνατό να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα· όταν δεν μπορεί να αναληφθεί η απαιτούμενη δράση· σε σχέση με την ποιότητα των δεδομένων του SIS II· σε σχέση με τη συμβατότητα και την προτεραιότητα των καταχωρίσεων· σε σχέση με την άσκηση δικαιωμάτων πρόσβασης.
(4) Άλλα μέτρα εφαρμογής είναι: πρωτόκολλα και τεχνικές διαδικασίες που έχουν σκοπό να εξασφαλίζεται η συμβατότητα του N.SIS II με το CS-SIS· τεχνικές ρυθμίσεις απαραίτητες για την καταχώριση, επικαιροποίηση, απάλειψη και αναζήτηση δεδομένων· ο προσδιορισμός του ειδικού ελέγχου ποιότητας ώστε να εξακριβώνεται κατά πόσον πληρούνται οι ελάχιστες προδιαγραφές για την ποιότητα των δεδομένων σε σχέση με φωτογραφίες και δακτυλικά αποτυπώματα που καταχωρίζονται στο SIS II· τεχνικές ρυθμίσεις για την καταχώριση και την περαιτέρω επεξεργασία πρόσθετων δεδομένων με σκοπό την αντιμετώπιση περιπτώσεων κατάχρησης ταυτότητας, καθώς επίσης τεχνικές ρυθμίσεις για τον συσχετισμό καταχωρίσεων μεταξύ τους.
(5) Το εγχειρίδιο Sirene πρέπει να αποτελεί σημαντικό βοήθημα για όσους χειρίζονται το Sirene κατά την καθημερινή τους ενασχόληση με το SIS II. Πρέπει δε να έχει τη μορφή εύχρηστου οδηγού και να διευκολύνει το έργο της υπηρεσίας Sirene στο σύνολό της.
(6) Δεδομένου ότι ορισμένες ρυθμίσεις τεχνικού χαρακτήρα έχουν άμεσες συνέπειες για την εργασία των τελικών χρηστών στα κράτη μέλη, είναι σκόπιμο να συγκεντρωθούν όλες μαζί σε ενιαίο έγγραφο.
(7) Η παρούσα απόφαση συνιστά την αναγκαία βάση για τη θέσπιση του εγχειριδίου Sirene και άλλων μέτρων εφαρμογής σε σχέση με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (εφεξής συνθήκη ΕΚ). Η απόφαση 2008/334/ΔΕΥ της Επιτροπής για τη θέσπιση του εγχειριδίου Sirene και άλλων μέτρων εφαρμογής σε σχέση με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) συνιστά την αναγκαία βάση ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής συνθήκη ΕΕ). Το γεγονός ότι η βάση που απαιτείται για τη θέσπιση του εγχειριδίου Sirene και άλλων μέτρων εφαρμογής σε σχέση με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) συνίσταται σε δύο αυτοτελή έγγραφα δεν θίγει την αρχή σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω μέτρα εφαρμογής αποτελούν ένα ενιαίο έγγραφο. Παρ’ όλα αυτά, για λόγους σαφήνειας, το παράρτημα πρέπει να αναπαράγεται στα παραρτήματα αμφοτέρων των αποφάσεων.
(8) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Παρ’ όλα αυτά, δεδομένου ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 αναπτύσσει το κεκτημένο Σένγκεν σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου ΙV του τρίτου μέρους της συνθήκης ΕΚ, η Δανία, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 5 του ως άνω πρωτοκόλλου, γνωστοποίησε με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2007 τη μεταφορά του εν λόγω κεκτημένου στο εθνικό της δίκαιο. Κατά συνέπεια, οφείλει δυνάμει του διεθνούς δικαίου να εφαρμόζει την παρούσα απόφαση. Επομένως, η Δανία πρέπει να λάβει αντίγραφο της παρούσας απόφασης.
(9) Η παρούσα απόφαση συνιστά περαιτέρω ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν στις οποίες δεν συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου 2000/365/ΕΚ, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν · ως εκ τούτου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοσή της και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της. Η παρούσα απόφαση δεν πρέπει ως εκ τούτου να απευθύνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(10) Η παρούσα απόφαση συνιστά περαιτέρω ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες η Ιρλανδία δεν συμμετέχει σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου 2002/192/ΕΚ, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν. Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοσή της και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της. Η παρούσα απόφαση δεν πρέπει ως εκ τούτου να απευθύνεται στην Ιρλανδία.
(11) Η παρούσα απόφαση συνιστά πράξη που εξελίσσει το κεκτημένο Σένγκεν ή που έχει γενικότερα σχέση με αυτό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005.
(12) Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, η παρούσα απόφαση αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που συνάφθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών, με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο Ζ της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.
(13) Όσον αφορά την Ελβετία, η παρούσα απόφαση αποτελεί περαιτέρω ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν κατά την έννοια της συμφωνίας που υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ελβετική Συνομοσπονδία σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν, που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο Ζ της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της απόφασης του Συμβουλίου 2004/860/ΕΚ για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και την προσωρινή εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας αυτής.
(14) Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1 Για τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συνθήκης ΕΚ, το εγχειρίδιο Sirene και άλλα μέτρα εφαρμογής σε σχέση με το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) καθορίζονται στο παράρτημα.
Άρθρο 2 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου, τη Δημοκρατία της Βουλγαρίας, την Τσεχική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, την Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία, την Κυπριακή Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Λεττονίας, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, τη Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τη Δημοκρατία της Αυστρίας, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, την Πορτογαλική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, τη Σλοβακική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Βρυξέλλες, 4 Μαρτίου 2008. Για την Επιτροπή Franco Frattini Αντιπρόεδρος
ANNEX
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Εγχειρίδιο Sirene και άλλα μέτρα εφαρμογής
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το κεκτημένο Σένγκεν
Στις 14 Ιουνίου 1985, οι κυβερνήσεις του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών υπέγραψαν στο Σένγκεν, μια μικρή πόλη του Λουξεμβούργου, συμφωνία που έχει ως στόχο […] την ελεύθερη διέλευση των εσωτερικών συνόρων από όλους τους υπηκόους των χωρών μελών […] και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Οι πέντε ιδρύτριες χώρες υπέγραψαν τη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, αργότερα δε προσχώρησαν σε αυτές η Ιταλική Δημοκρατία (στις 27 Νοεμβρίου 1990), το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία (στις 25 Ιουνίου 1991), η Ελληνική Δημοκρατία (στις 6 Νοεμβρίου 1992), η Δημοκρατία της Αυστρίας (στις 28 Απριλίου 1995), καθώς και το Βασίλειο της Δανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας (στις 19 Δεκεμβρίου 1996). Το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Δημοκρατία της Ισλανδίας συνήψαν επίσης συμφωνία συνεργασίας με τα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1996 προκειμένου να προσχωρήσουν στην προαναφερθείσα σύμβαση. Ακολούθως, το κεκτημένο Σένγκεν τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή από τις 26 Μαρτίου 1995 στο Βέλγιο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, την Ισπανία και την Πορτογαλία, από τις 31 Μαρτίου 1998 στην Αυστρία και την Ιταλία, από τις 26 Μαρτίου 2000 στην Ελλάδα και, τέλος, από τις 25 Μαρτίου 2001, το κεκτημένο Σένγκεν εφαρμόζεται πλήρως στη Νορβηγία, την Ισλανδία, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Φινλανδία. Το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) και η Ιρλανδία συμμετέχουν μόνο σε μερικές από τις διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν κατά τα προβλεπόμενα στην απόφαση 2000/365/ΕΚ και στην απόφαση 2002/192/ΕΚ, αντιστοίχως. Σε ό,τι αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι διατάξεις στις οποίες η εν λόγω χώρα επιθυμούσε να συμμετέχει (με εξαίρεση το SIS) εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2005. Το κεκτημένο Σένγκεν ενσωματώθηκε στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρωτόκολλα τα οποία προσαρτήθηκαν στη συνθήκη του Άμστερνταμ το 1999. Στις 12 Μαΐου 1999, εξεδόθη απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό, δυνάμει των οικείων διατάξεων της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της νομικής βάσης για καθεμιά από τις διατάξεις και αποφάσεις που συνιστούν το κεκτημένο Σένγκεν. Από 1ης Μαΐου 2004, το κεκτημένο Σένγκεν, όπως έχει ενσωματωθεί στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το πρωτόκολλο που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: πρωτόκολλο Σένγκεν), καθώς επίσης οι πράξεις που το αναπτύσσουν ή σχετίζονται άλλως με αυτό έχουν υποχρεωτική ισχύ για την Τσεχική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, την Κυπριακή Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Λεττονίας, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, τη Δημοκρατία της Μάλτας, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας και τη Σλοβακική Δημοκρατία. Από 1ης Ιανουαρίου 2007, το ίδιο ισχύει επίσης για τη Δημοκρατία της Βουλγαρίας και τη Ρουμανία. Ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν ισχύουν από της προσχωρήσεως νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλες διατάξεις είναι εφαρμοστέες στα εν λόγω κράτη μέλη μόνον εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση του Συμβουλίου για τον σκοπό αυτό. Τέλος, το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα αφού εξακριβώσει ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή όλων των οικείων τμημάτων του κεκτημένου έχουν εκπληρωθεί στο εκάστοτε κράτος μέλος, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης για το κεκτημένο Σένγκεν και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το 2004, η Ελβετική Συνομοσπονδία υπέγραψε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την απόφαση 2004/860/ΕΚ του Συμβουλίου.
Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II)
Το σύστημα SIS II, το οποίο συγκροτήθηκε με βάση τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου (οι δύο αυτές πράξεις καλούνται στο εξής από κοινού νομικές πράξεις SIS II), είναι ένα κοινό σύστημα πληροφοριών που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να συνεργάζονται μεταξύ τους ανταλλάσσοντας πληροφορίες, αποτελεί δε ουσιώδες βοήθημα για την εφαρμογή των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντικαθιστά το πρώτης γενιάς Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, του οποίου η λειτουργία εγκαινιάστηκε το 1995 και παρατάθηκε το 2005 και το 2007. Ο σκοπός του συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 1 των προαναφερθεισών νομικών πράξεων έγκειται […] στην εξασφάλιση υψηλού επίπεδου ασφάλειας εντός ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης της δημόσιας ασφάλειας και τάξης και της προστασίας της ασφάλειας στο έδαφος των κρατών μελών, και στην εφαρμογή των διατάξεων του τίτλου ΙV του τρίτου μέρους της συνθήκης (ΕΚ) [στο εξής: συνθήκη ΕΚ] σχετικά με την κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφος των κρατών μελών, με τη χρησιμοποίηση πληροφοριών που διαβιβάζονται μέσω του συστήματος αυτού. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές πράξεις SIS II, το SIS II παρέχει πρόσβαση σε καταχωρίσεις σχετικά με πρόσωπα και αντικείμενα, μέσω αυτοματοποιημένης διαδικασίας αναζήτησης πληροφοριών, στις ακόλουθες αρχές: Σύμφωνα με την απόφαση SIS II, δικαίωμα πρόσβασης σε ορισμένες κατηγορίες καταχωρίσεων αναγνωρίζεται επίσης στις Ευρωπόλ και Eurojust. Τόσο η Ευρωπόλ όσο και η Eurojust δύνανται να προσπελαύνουν δεδομένα τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο SIS II σύμφωνα με το άρθρο 26 (καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη) και το άρθρο 38 (καταχωρίσεις με σκοπό την κατάσχεση ή τη χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου). Επιπλέον, η Ευρωπόλ δύναται επίσης να προσπελαύνει δεδομένα τα οποία έχουν καταχωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 (καταχώριση με σκοπό τη διακριτική παρακολούθηση ή τη διενέργεια ειδικού ελέγχου), ενώ η Eurojust δύναται επίσης να προσπελαύνει δεδομένα τα οποία έχουν καταχωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 32 (καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα) και το άρθρο 34 (καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία). Το σύστημα SIS II απαρτίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
αρχές αρμόδιες για συνοριακούς ελέγχους, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα·
β)
αρχές οι οποίες διενεργούν και συντονίζουν άλλους αστυνομικούς και τελωνειακούς ελέγχους στο εσωτερικό της εκάστοτε χώρας·
γ)
εθνικές δικαστικές αρχές και αρχές που τις συντονίζουν·
δ)
στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση θεωρήσεων, στις κεντρικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εξέταση των αιτήσεων χορήγησης θεωρήσεων, καθώς επίσης στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση τίτλων διαμονής και για την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με τους υπηκόους τρίτων χωρών στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου για την κυκλοφορία των προσώπων·
ε)
αρχές αρμόδιες για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων [κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου].
1. ένα κεντρικό σύστημα (κεντρικό SIS II) αποτελούμενο από:
2. λειτουργία τεχνικής υποστήριξης (CS-SIS), που περιέχει μία βάση δεδομένων, τη βάση δεδομένων του SIS II·
3. ομοιόμορφη εθνική διεπαφή (NI-SIS)·
4. ένα εθνικό σύστημα (N.SIS ΙΙ) σε κάθε κράτος μέλος, το οποίο αποτελείται από τα εθνικά συστήματα δεδομένων που επικοινωνούν με το κεντρικό SIS II. Ένα N.SIS ΙΙ μπορεί να περιλαμβάνει αρχείο δεδομένων (εθνικό αντίγραφο), το οποίο περιέχει πλήρες αντίγραφο της βάσης δεδομένων του SIS II ή τμήματος αυτής·
5. επικοινωνιακή υποδομή μεταξύ της CS-SIS και του NI-SIS (εφεξής επικοινωνιακή υποδομή), που συνιστά κρυπτοθετημένο εικονικό δίκτυο αποκλειστικά για δεδομένα SIS II και για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ υπηρεσιών Sirene, κατά τα οριζόμενα κατωτέρω.
Συμπληρωματικές πληροφορίες
Το SIS II περιλαμβάνει μόνο τις οπωσδήποτε αναγκαίες πληροφορίες (δηλαδή τα δεδομένα καταχώρισης) που επιτρέπουν την ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή ενός αντικειμένου και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τις νομικές πράξεις SIS II, τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την εκάστοτε καταχώριση οι οποίες απαιτούνται για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων των νομικών πράξεων SIS II καθώς και για την απρόσκοπτη λειτουργία του SIS II, είτε σε διμερή είτε σε πολυμερή βάση. Το όλο σύστημα που συγκροτήθηκε με σκοπό την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών ονομάστηκε Sirene, λέξη που αποτελείται από τα αρχικά των λέξεων που απαρτίζουν τον ορισμό του συστήματος στα αγγλικά: Supplementary Information REquest at the National Entries. Σύμφωνα με τις νομικές πράξεις SIS II, ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών πραγματοποιείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
προκειμένου τα κράτη μέλη να διαβουλεύονται μεταξύ τους ή να αλληλοενημερώνονται κατά την εισαγωγή καταχωρίσεως (π.χ. κατά την εισαγωγή καταχωρίσεων με σκοπό τη σύλληψη)·
β)
μετά από εντοπισμό καταχώρισης (hit) ώστε να είναι δυνατό να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα (π.χ. ταυτοποίηση καταχώρισης)·
γ)
όταν δεν μπορεί να αναληφθεί η απαιτούμενη δράση (π.χ. απόθεση ειδικής ένδειξης)·
δ)
σε σχέση με την ποιότητα των δεδομένων του SIS II (π.χ. όταν δεδομένα έχουν καταχωρισθεί παράνομα ή περιέχουν πραγματικό σφάλμα)·
ε)
σε σχέση με τη συμβατότητα και την προτεραιότητα καταχωρίσεων (π.χ. έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων)·
στ)
σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης.
1. ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ SIRENE ΚΑΙ ΤΟ SIS II
1.
1.1. Η υπηρεσία Sirene Έκαστο κράτος μέλος προβαίνει στη σύσταση εθνικής υπηρεσίας Sirene σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 των νομικών πράξεων SIS II. Η εν λόγω υπηρεσία χρησιμεύει ως ενιαίο σημείο επαφής για τα κράτη μέλη με σκοπό την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών. Τα κύρια καθήκοντά της είναι: Η λειτουργία του SIS II βασίζεται στην αρχή ότι τα εθνικά συστήματα δεν δύνανται να ανταλλάσσουν απευθείας μεταξύ τους ηλεκτρονικά δεδομένα, αλλά μόνο διαμέσου του κεντρικού συστήματος (CS-SΙS). Ωστόσο, τα κράτη μέλη του χώρου Σένγκεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων των νομικών πράξεων SIS II, καθώς και για την ομαλή λειτουργία του SIS II, είτε σε διμερή είτε σε πολυμερή βάση.
1.1.
1. να μεριμνά για την ανταλλαγή όλων των συμπληρωματικών πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εγχειριδίου Sirene, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 των νομικών πράξεων SIS II·
2. να συντονίζει τον έλεγχο της ποιότητας των πληροφοριών που εισάγονται στο SIS II.
1.2. Το εγχειρίδιο Sirene Το εγχειρίδιο Sirene είναι ένα σύνολο οδηγιών με αποδέκτη τις υπηρεσίες Sirene, όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι κανόνες και οι διαδικασίες που διέπουν τις διμερείς ή πολυμερείς ανταλλαγές συμπληρωματικών πληροφοριών. Αποτελεί μέτρο εφαρμογής το οποίο είναι απαραίτητο για την επιχειρησιακή χρήση του SIS II σύμφωνα με τις διατάξεις των νομικών πράξεων SIS II. Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών θεσπίζονται με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 του κανονισμού SIS II και στο άρθρο 67 της απόφασης SIS II και υπό τη μορφή εγχειριδίου καλουμένου Εγχειρίδιο SIRENE.
1.3. Άλλα μέτρα εφαρμογής Ορισμένες παράμετροι του SIS II, όπως οι τεχνικοί κανόνες για την εισαγωγή δεδομένων, μεταξύ άλλων των δεδομένων που απαιτούνται για την εισαγωγή καταχωρίσεως, την ενημέρωση, τη διαγραφή και την αναζήτηση δεδομένων, οι κανόνες για τη συμβατότητα και την προτεραιότητα των καταχωρίσεων, η προσθήκη ειδικής ένδειξης, οι σύνδεσμοι μεταξύ καταχωρίσεων και η ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών, δεν είναι δυνατό να ρυθμίζονται εξαντλητικά από τις διατάξεις του κανονισμού SIS II και της απόφασης SIS II λόγω του τεχνικού και ιδιαίτερα λεπτομερειακού χαρακτήρα τους και της ανάγκης τακτικής ενημέρωσής τους. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για τις ανωτέρω παραμέτρους. Δεδομένου ότι ορισμένες ρυθμίσεις τεχνικού χαρακτήρα έχουν άμεσες συνέπειες για την εργασία των τελικών χρηστών στα κράτη μέλη, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις αυτές στο εγχειρίδιο Sirene. Επομένως, στα παραρτήματα 1, 2 και 4 του παρόντος εγχειριδίου καθορίζονται οι κανόνες που ισχύουν για τον μεταγραμματισμό, πίνακες κωδικών και άλλα τεχνικού χαρακτήρα μέτρα εφαρμογής για την επεξεργασία δεδομένων, αντιστοίχως.
1.4. Πρότυπα
Τα θεμελιώδη πρότυπα στα οποία βασίζεται η συνεργασία μέσω του συστήματος Sirene είναι τα εξής:
1.4.
1.4.1. Διαθεσιμότητα Κάθε εθνική υπηρεσία Sirene τελεί υπό πλήρη λειτουργία επί εικοσιτετραώρου βάσεως και επί επτά ημέρες την εβδομάδα. Η παροχή τεχνικής ανάλυσης, υποστήριξης και λύσεων πρέπει ομοίως να είναι διαθέσιμη επί εικοσιτετραώρου βάσεως και επί επτά ημέρες την εβδομάδα.
1.4.2. Αδιάλειπτη λειτουργία Έκαστη υπηρεσία Sirene συγκροτεί εσωτερική δομή που διασφαλίζει τον αδιάλειπτο χαρακτήρα της διαχείρισης, του προσωπικού και της τεχνικής υποδομής. Οι επικεφαλής των υπηρεσιών Sirene συναντιούνται τουλάχιστον δύο φορές ετησίως με σκοπό την αξιολόγηση της ποιοτικής στάθμης της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών τους, τη συζήτηση των αναγκαίων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων σε περίπτωση που ανακύπτουν δυσκολίες και την αποσαφήνιση των διαδικασιών οσάκις αυτή κρίνεται επιβεβλημένη.
1.4.3. Ασφάλεια Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 των νομικών πράξεων SIS II, σε σχέση με την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα ασφαλείας ισοδύναμα προς τα μέτρα που λαμβάνουν για το οικείο N.SIS II κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 1. Οι σχετικές πρακτικές ρυθμίσεις πρέπει να ανταποκρίνονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις συστάσεις και τις βέλτιστες πρακτικές που καθορίζονται στον τόμο 2 του Καταλόγου Σένγκεν ΕΕ: Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, Sirene. Το σύστημα της υπηρεσίας Sirene πρέπει να διαθέτει εφεδρικό σύστημα πληροφορικής και βάσεων δεδομένων σε δευτερεύοντα χώρο για σοβαρές καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης στην υπηρεσία Sirene. Για την προστασία των χώρων στους οποίους στεγάζεται η υπηρεσία Sirene είναι απαραίτητα ορισμένα υλικού και οργανωτικού τύπου χαρακτηριστικά ασφαλείας. Με σκοπό την τήρηση των απαιτήσεων ασφαλείας που προβλέπονται στις νομικές πράξεις SIS II, ισχύουν κατάλληλες απαιτήσεις για την ασφάλεια στους χώρους. Τα επιμέρους χαρακτηριστικά των εν λόγω απαιτήσεων μπορεί να διαφέρουν, καθώς θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα για την αντιμετώπιση απειλών που εντοπίζονται στον άμεσο περιβάλλοντα χώρο και με γνώμονα την ακριβή τοποθεσία της εκάστοτε υπηρεσίας Sirene. Είναι επομένως δυνατό να περιλαμβάνονται τα εξής χαρακτηριστικά, αν και η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική: Τα συγκεκριμένα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 2 των νομικών πράξεων SIS II αποφασίζονται από έκαστο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων ασφαλείας και λαμβάνουν τα απαραίτητα οργανωτικά μέτρα σε σχέση με την εσωτερική παρακολούθηση, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις νομικές πράξεις SIS II.
εξωτερικά παράθυρα με υαλοπίνακες ασφαλείας,
ασφαλισμένες και κλειστές θύρες,
χώροι της υπηρεσίας Sirene περικλειόμενοι από τοίχους από τούβλα/σκυρόδεμα,
μηχανισμός συναγερμού κατά της αθέμιτης εισόδου, περιλαμβανομένης της καταγραφής των εισερχομένων και εξερχομένων ατόμων και κάθε ασυνήθους συμβάντος,
φρουροί ασφαλείας είτε παρόντες επιτόπου είτε διαθέσιμοι σε σύντομο χρονικό διάστημα,
σύστημα κατάσβεσης πυρός ή/και απευθείας σύνδεση με σταθμό της πυροσβεστικής,
ειδικοί χώροι έτσι ώστε να εμποδίζεται η είσοδος ή η διέλευση από τα γραφεία της υπηρεσίας Sirene προσωπικού που δεν ασχολείται με διεθνή μέτρα αστυνομικής συνεργασίας ή που δεν διαθέτει την αναγκαία διαπίστευση,
επαρκής εφεδρική παροχή ηλεκτρικής ενέργειας.
1.4.4. Εμπιστευτικότητα Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 των νομικών πράξεων SIS II, το σύνολο του προσωπικού που ασχολείται με το Sirene υπόκειται στους οικείους εθνικούς κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου ή σε άλλες ισοδύναμες υποχρεώσεις εχεμύθειας. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει ακόμη και αφού τα οικεία πρόσωπα παύσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους ή να απασχολούνται στη συγκεκριμένη θέση εργασίας.
1.4.5. Δυνατότητα πρόσβασης Για να μπορεί να ανταποκρίνεται στο καθήκον παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, το προσωπικό της υπηρεσίας Sirene πρέπει να διαθέτει άμεση ή έμμεση πρόσβαση σε κάθε συναφή εθνική πληροφορία και σε συμβουλές εμπειρογνωμόνων.
1.4.6. Επικοινωνίες Δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) των νομικών πράξεων SIS II, οι υπηρεσίες Sirene χρησιμοποιούν κρυπτογραφημένο εικονικό δίκτυο χρησιμοποιούμενο αποκλειστικά για τα δεδομένα του SIS II και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών Sirene για τη μεταξύ τους επικοινωνία. Μόνον εάν ο δίαυλος αυτός δεν είναι διαθέσιμος, επιτρέπεται να χρησιμοποιείται άλλος, επαρκώς ασφαλής, τρόπος επικοινωνίας, ο οποίος είναι ο πλέον ενδεδειγμένος με βάση τις εκάστοτε περιστάσεις. Η ικανότητα επιλογής διαύλου σημαίνει ότι η σχετική απόφαση λαμβάνεται με βάση τα δεδομένα εκάστης περιπτώσεως, με γνώμονα τις τεχνικές δυνατότητες και τις απαιτήσεις ασφάλειας και ποιότητας που πρέπει να πληρούν οι εκάστοτε επικοινωνίες. Τα γραπτά μηνύματα ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες: ελεύθερο κείμενο και ομοιόμορφα έντυπα. Αυτά τα τελευταία πρέπει να ανταποκρίνονται σε όσα καθορίζονται στο παράρτημα 3. Προκειμένου να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα στις διμερείς επικοινωνίες μεταξύ του προσωπικού της υπηρεσίας Sirene, πρέπει να χρησιμοποιείται γλώσσα οικεία και στις δύο πλευρές. Η υπηρεσία Sirene απαντά το ταχύτερο δυνατό σε όλες τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που της απευθύνουν τα άλλα κράτη μέλη μέσω των δικών τους υπηρεσιών Sirene. Η απάντηση πρέπει οπωσδήποτε να δίδεται εντός 12 ωρών. Η ιεράρχηση προτεραιοτήτων κατά τις καθημερινές εργασίες πρέπει να στηρίζεται στην κατηγορία καταχώρισης και στη σπουδαιότητα της εκάστοτε υπόθεσης. Επιπλέον, η υπηρεσία Sirene χρησιμοποιεί ειδική για τον σκοπό αυτό και ασφαλή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την ανταλλαγή όλων των πληροφοριών που δεν ανταλλάσσονται μέσω εντύπων.
1.4.7. Κανόνες μεταγραμματισμού Τηρούνται οι κανόνες μεταγραμματισμού που καθορίζονται στο παράρτημα 1.
1.4.8. Ποιότητα δεδομένων Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 2 των νομικών πράξεων SIS II, οι υπηρεσίες Sirene συντονίζουν τον έλεγχο της ποιότητας των πληροφοριών που εισάγονται στο SIS II. Οι υπηρεσίες Sirene πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία εθνική αρμοδιότητα για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου ρόλου. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να προβλέπεται κατάλληλης μορφής εθνικός μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου της ποιότητας δεδομένων, περιλαμβανομένης της επανεξέτασης της συχνότητας καταχωρίσεων/θετικών αποτελεσμάτων αναζήτησης και του περιεχομένου των δεδομένων. Για να μπορεί η κάθε υπηρεσία Sirene να εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί όσον αφορά τον συντονισμό του ελέγχου της ποιότητας των δεδομένων, πρέπει να τίθενται στη διάθεσή της τα αναγκαία υποστηρικτικά μέσα τεχνολογίας πληροφοριών και να της παραχωρούνται τα κατάλληλα δικαιώματα στο πλαίσιο λειτουργίας των συστημάτων.
1.4.9. Οργάνωση Όλες οι εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών Sirene, που είναι επιφορτισμένες με τη διεθνή αστυνομική συνεργασία πρέπει να είναι οργανωμένες με συγκροτημένο τρόπο, ούτως ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις αρμοδιοτήτων με άλλα εθνικά όργανα τα οποία ασκούν παρεμφερή καθήκοντα και να αποτρέπονται οι αλληλεπικαλύψεις κατά την εκτέλεση της αποστολής τους.
1.4.10. Αρχειοθέτηση
1.4.10. α)
έκαστο κράτος μέλος θεσπίζει τους όρους που ισχύουν για την αποθήκευση πληροφοριών·
β)
η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που εκδίδει την εκάστοτε καταχώριση φροντίζει να είναι όλες οι πληροφορίες που αφορούν δικές του καταχωρίσεις διαθέσιμες στα άλλα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης παραπομπής στην απόφαση που οδήγησε στην εκάστοτε καταχώριση·
γ)
τα αρχεία εκάστης υπηρεσίας Sirene πρέπει να επιτρέπουν την ταχεία πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, προκειμένου να τηρούνται οι πολύ σύντομες προθεσμίες οι οποίες ισχύουν για τη διαβίβαση πληροφοριών·
δ)
τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται σε αρχεία από την υπηρεσία Sirene ως απόρροια της ανταλλαγής πληροφοριών φυλάσσονται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίον παρασχέθηκαν. Κατά κανόνα, τα εν λόγω στοιχεία διαγράφονται αμέσως μόλις διαγραφεί η σχετική καταχώριση από το SIS II, και οπωσδήποτε το αργότερο εντός έτους από τη διαγραφή αυτή. Εντούτοις, δεδομένα που σχετίζονται με συγκεκριμένη καταχώριση την οποία έχει εκδώσει ένα κράτος μέλος ή με καταχώριση σε συνάρτηση με την οποία έχουν αναληφθεί ενέργειες στο έδαφός του επιτρέπεται να αποθηκεύονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·
ε)
οι συμπληρωματικές πληροφορίες που αποστέλλονται από άλλα κράτη μέλη αποθηκεύονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων του κράτους μέλους που τις έχει παραλάβει. Είναι επίσης εφαρμοστέες οι συναφείς διατάξεις των νομικών πράξεων SIS II, η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης·
στ)
η πρόσβαση σε αρχεία τελεί υπό έλεγχο και επιτρέπεται μόνο σε εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό προσωπικό.
1.5. Προσωπικό
1.5.
1.5.1. Γνωστικό υπόβαθρο Το προσωπικό της υπηρεσίας Sirene πρέπει να διαθέτει γλωσσικές δεξιότητες οι οποίες να καλύπτουν όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα γλωσσών, το δε εν υπηρεσία προσωπικό πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνεί με όλες τις υπηρεσίες Sirene. Το προσωπικό της υπηρεσίας Sirene πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις σχετικά με: Το προσωπικό της υπηρεσίας Sirene πρέπει να διαθέτει εξουσιοδότηση για να διευθετεί ανεξάρτητα κάθε εισερχόμενη υπόθεση. Οι υπάλληλοι που εργάζονται εκτός ωρών γραφείου πρέπει να έχουν τα ίδια προσόντα, γνώσεις και εξουσίες, και πρέπει να έχουν την ευχέρεια να προσφεύγουν σε εμπειρογνώμονες με τους οποίους να είναι δυνατή άμεση τηλεφωνική επικοινωνία. Σε κάθε υπηρεσία Sirene πρέπει να είναι διαθέσιμες εξειδικευμένες νομικές γνώσεις για την αντιμετώπιση τόσο συνήθων όσο και εξαιρετικών περιπτώσεων. Ανάλογα με τη φύση της εκάστοτε υπόθεσης, οι γνώσεις αυτές είναι δυνατό να παρέχονται είτε από μέλη του προσωπικού που διαθέτουν την αναγκαία νομική κατάρτιση είτε από εμπειρογνώμονες των δικαστικών αρχών.
εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή νομικά ζητήματα,
τις οικείες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, και
τα εθνικά και ευρωπαϊκά συστήματα διοίκησης στους τομείς της δικαιοσύνης και της μετανάστευσης.
1.5.2. Προσλήψεις Οι εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για τις προσλήψεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όλες τις ανωτέρω δεξιότητες και γνώσεις κατά την πρόσληψη νέου προσωπικού και, κατά συνέπεια, να διοργανώνουν ενδοϋπηρεσιακά μαθήματα ή συνεδρίες κατάρτισης τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν το προσωπικό είναι έμπειρο και υψηλής στάθμης, οι εργαζόμενοι που το αποτελούν είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους με ιδίαν πρωτοβουλία και κατ’ επέκταση να διευθετούν τις υποθέσεις με αποτελεσματικότητα. Για τον λόγο αυτό, είναι προτιμότερο να αποφεύγονται οι συχνές αλλαγές προσωπικού, πράγμα που προϋποθέτει την αδιαμφισβήτητη υποστήριξη των ανωτέρων στελεχών για τη δημιουργία ενός εργασιακού περιβάλλοντος με βάση την αρχή της εκχώρησης αρμοδιοτήτων.
1.5.3. Κατάρτιση
1.5.3. Εθνικό επίπεδο
Σε εθνικό επίπεδο, πρέπει να παρέχεται επαρκής κατάρτιση, ούτως ώστε το προσωπικό να ανταποκρίνεται στα απαιτούμενα πρότυπα που καθορίζονται στο παρόν εγχειρίδιο. Πριν από την παροχή εξουσιοδότησης στο προσωπικό για την επεξεργασία δεδομένων αποθηκευμένων στο SIS ΙΙ, πρέπει να του παρέχεται η δέουσα κατάρτιση για την ασφάλεια και τους κανόνες προστασίας των δεδομένων, και να του γίνεται ενημέρωση για τα συναφή ποινικά αδικήματα και τις ποινές που επισύρουν.
Ευρωπαϊκό επίπεδο
Τουλάχιστον άπαξ ετησίως πρέπει να οργανώνονται κοινά μαθήματα κατάρτισης, με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών Sirene, μέσω της παροχής στο προσωπικό τους της δυνατότητας να συναντήσουν συναδέλφους από άλλες υπηρεσίες Sirene, της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις εθνικές μεθόδους εργασίας και της συγκρότησης συνεκτικού και ισοδύναμου επιπέδου γνώσεων. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει επιπλέον το προσωπικό να συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητα του έργου που επιτελεί και την ανάγκη αμοιβαίας αλληλεγγύης με στόχο την κοινή ασφάλεια των κρατών μελών.
1.5.4. Ανταλλαγές προσωπικού Στο μέτρο του δυνατού, οι υπηρεσίες Sirene μεριμνούν επίσης για τη μεθόδευση ανταλλαγών προσωπικού με άλλες υπηρεσίες Sirene τουλάχιστον άπαξ ετησίως. Σκοπός των ανταλλαγών αυτών είναι η συμβολή στη βελτίωση της γνώσης των μεθόδων εργασίας από μέρους του προσωπικού, η κατάδειξη του τρόπου οργάνωσης άλλων υπηρεσιών Sirene και η σύναψη προσωπικών επαφών με συναδέλφους σε άλλα κράτη μέλη.
1.6. Τεχνική υποδομή
Έκαστη υπηρεσία Sirene διαθέτει μηχανοργανωμένο σύστημα διαχείρισης, το οποίο επιτρέπει υψηλό βαθμό αυτοματοποίησης κατά τη διεκπεραίωση της καθημερινής ροής εργασίας.
1.6.
1.6.1. Ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών Sirene Οι τεχνικοί όροι που ισχύουν για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών Sirene καθορίζονται στο έγγραφο Ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών Sirene.
1.7. Κατάρτιση άλλων υπηρεσιών Οι υπηρεσίες Sirene είναι σκόπιμο να ασχολούνται με τη θέσπιση εθνικών προτύπων για την κατάρτιση των τελικών χρηστών αναφορικά με τις αρχές και τις πρακτικές που ισχύουν για την ποιότητα των δεδομένων, καθώς επίσης με την κατάρτιση όλων των αρχών που εισάγουν καταχωρίσεις, με απόδοση έμφασης στην ποιότητα των δεδομένων, στις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων και στη μέγιστη χρήση του SIS II.
2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Οι διαδικασίες που περιγράφονται κατωτέρω ισχύουν για όλες τις κατηγορίες καταχωρίσεων, ενώ οι διαδικασίες που ισχύουν για τις διάφορες κατηγορίες καταχωρίσεων παρατίθενται στα αντίστοιχα μέρη του παρόντος εγχειριδίου.
2.
2.1. Ορισμοί κράτος μέλος έκδοσης: το κράτος μέλος που εισήγαγε την καταχώριση στο SIS II, κράτος μέλος εκτέλεσης: το κράτος μέλος που εκτελεί την ενέργεια που πρέπει να αναληφθεί μετά από ένα θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης, θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης: η περίπτωση κατά την οποία ένας τελικός χρήστης διεξάγει αναζήτηση στο SIS ΙΙ και διαπιστώνει ότι υπάρχει μία καταχώριση η οποία αντιστοιχεί στα στοιχεία που εισήχθησαν στο πλαίσιο της αναζήτησης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάληψη περαιτέρω δράσης, ειδική ένδειξη: αναστολή εγκυρότητας που μπορεί να προστεθεί σε καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη, σε καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα και σε καταχωρίσεις για τη διενέργεια ελέγχου, εφόσον ένα κράτος μέλος εκτιμά ότι η εκτέλεση μιας καταχωρίσεως αντίκειται στην εθνική του νομοθεσία, τις διεθνείς του υποχρεώσεις ή ουσιώδη εθνικά του συμφέροντα. Όταν μια καταχώριση φέρει ειδική ένδειξη, η δέουσα ενέργεια βάσει της καταχωρίσεως δεν επιτρέπεται να τελεσθεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
2.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις (άρθρο 34 παράγραφος 6 του κανονισμού SIS II και άρθρο 49 παράγραφος 6 της απόφασης SIS II)
Ενίοτε είναι πιθανό να εκδοθούν περισσότερες καταχωρίσεις από διαφορετικές χώρες για το ίδιο υποκείμενο. Είναι σημαντικό να μην προκαλείται από το φαινόμενο αυτό σύγχυση στους τελικούς χρήστες και να έχουν αυτοί σαφή εικόνα για τα μέτρα που πρέπει να λάβουν όταν επιδιώκουν την εισαγωγή καταχώρισης, καθώς και για το ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί μετά από ένα θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να θεσπισθούν διαδικασίες για την ανίχνευση πολλαπλών καταχωρίσεων, καθώς και ένας μηχανισμός ιεράρχησης για την εισαγωγή τους στο SIS ΙΙ. Τούτο προϋποθέτει τα ακόλουθα:
ελέγχους πριν από την εισαγωγή καταχώρισης για να διαπιστωθεί μήπως το υποκείμενό της περιλαμβάνεται ήδη στο SIS ΙΙ,
διαβουλεύσεις με τα άλλα κράτη μέλη, σε περίπτωση που η εισαγωγή μιας καταχώρισης οδηγεί σε πολλαπλές και μη συμβατές μεταξύ τους καταχωρίσεις.
2.2.
2.2.1. Πίνακας συμβατότητας για τις καταχωρίσεις που αφορούν πρόσωπα Πίνακας συμβατότητας για καταχωρίσεις που αφορούν αντικείμενα
Συμβατότητα καταχωρίσεων και σειρά προτεραιότητας Μόνο μία καταχώριση ανά κράτος μέλος επιτρέπεται να εισαχθεί στο SIS ΙΙ για οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αντικείμενο. Επομένως, οσάκις είναι εφικτό και αναγκαίο, οι δεύτερες και οι επόμενες καταχωρίσεις για το ίδιο πρόσωπο ή αντικείμενο πρέπει να παραμένουν διαθέσιμες σε εθνικό επίπεδο, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή τους μετά τη λήξη ισχύος ή τη διαγραφή της πρώτης καταχώρισης. Περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να εισαγάγουν καταχώριση για το ίδιο άτομο ή αντικείμενο εφόσον οι καταχωρίσεις είναι συμβατές μεταξύ τους. Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου (άρθρο 26 της απόφασης SIS II) είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου (άρθρο 24 του κανονισμού SIS II), με τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα (άρθρο 32 της απόφασης SIS II) και με τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία (άρθρο 34 της απόφασης SIS II). Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου (άρθρο 36 της απόφασης SIS II). Οι καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα, για τη διενέργεια ελέγχου ή για δικαστική διαδικασία. Οι καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου και με τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή τη διενέργεια ελέγχου. Οι καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου και με τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ή την άρνηση εισόδου. Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου, τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου, τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα και τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία. Μεταξύ καταχωρίσεων με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων, οι καταχωρίσεις που εκδίδονται για τη διενέργεια διακριτικών ελέγχων (διακριτικής παρακολούθησης) είναι μη συμβατές με τις καταχωρίσεις που εκδίδονται με σκοπό τη διενέργεια ειδικών ελέγχων. Οι διάφορες κατηγορίες καταχωρίσεων για αντικείμενα δεν είναι συμβατές μεταξύ τους (βλέπε τον κατωτέρω πίνακα για το θέμα της συμβατότητας). Η σειρά προτεραιότητας για τις καταχωρίσεις που αφορούν πρόσωπα είναι η ακόλουθη: Η σειρά προτεραιότητας για τις καταχωρίσεις που αφορούν αντικείμενα είναι η ακόλουθη: Αποκλίσεις από την ανωτέρω σειρά προτεραιότητας είναι δυνατές έπειτα από διαβουλεύσεις μεταξύ των κρατών μελών εφόσον διακυβεύονται ουσιώδη εθνικά συμφέροντα. Σειρά σπουδαιότητας Καταχώριση για σύλληψη Καταχώριση για άρνηση εισόδου Καταχώριση για εξαφανισθέν πρόσωπο (προστασία) Καταχώριση για ειδικό έλεγχο Καταχώριση για διακριτικό έλεγχο Καταχώριση για εξαφανισθέν πρόσωπο (σημείο εντοπισμού) Καταχώριση για δικαστική διαδικασία Καταχώριση για σύλληψη Ναι Ναι Ναι Όχι Όχι Ναι Ναι Καταχώριση για άρνηση εισόδου Ναι Ναι Όχι Όχι Όχι Όχι Όχι Καταχώριση για εξαφανισθέν πρόσωπο-προστασία Ναι Όχι Ναι Όχι Όχι Ναι Ναι Καταχώριση για ειδικό έλεγχο Όχι Όχι Όχι Ναι Όχι Όχι Όχι Καταχώριση για διακριτικό έλεγχο Όχι Όχι Όχι Όχι Ναι Όχι Όχι Καταχώριση για εξαφανισθέν πρόσωπο-σημείο εντοπισμού Ναι Όχι Ναι Όχι Όχι Ναι Ναι Καταχώριση για δικαστική διαδικασία Ναι Όχι Ναι Όχι Όχι Ναι Ναι Σειρά σπουδαιότητας Καταχώριση για χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου Καταχώριση για κατάσχεση Καταχώριση για ειδικό έλεγχο Καταχώριση για διακριτικό έλεγχο Καταχώριση για χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου Ναι Ναι Όχι Όχι Καταχώριση για κατάσχεση Ναι Ναι Όχι Όχι Καταχώριση για ειδικό έλεγχο Όχι Όχι Ναι Όχι Καταχώριση για διακριτικό έλεγχο Όχι Όχι Όχι Ναι
σύλληψη με σκοπό την παράδοση ή την έκδοση (άρθρο 26 της απόφασης SIS II),
άρνηση εισόδου ή διαμονής στο έδαφος Σένγκεν (άρθρο 24 του κανονισμού SIS II),
θέση υπό προστασία (άρθρο 32 της απόφασης SIS II),
ειδικοί έλεγχοι (άρθρο 36 της απόφασης SIS II),
διακριτικοί έλεγχοι (άρθρο 36 της απόφασης SIS II),
κοινοποίηση του σημείου εντοπισμού (άρθρα 32 και 34 της απόφασης).
χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου (άρθρο 38 της απόφασης),
κατάσχεση (άρθρο 38 της απόφασης),
ειδικός έλεγχος (άρθρο 36 της απόφασης),
διακριτικός έλεγχος (άρθρο 36 της απόφασης).
2.2.2. Έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων Σε σχέση με την πιθανότητα ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την ακριβή διάκριση μεταξύ φυσικών προσώπων ή αντικειμένων με παρεμφερή χαρακτηριστικά. Για τον σκοπό αυτό έχει καθοριστική σημασία η συνεννόηση και συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών Sirene, και κάθε κράτος μέλος οφείλει να θεσπίσει κατάλληλες τεχνικές διαδικασίες για την ανίχνευση τέτοιων περιπτώσεων πριν από την πραγματοποίηση καταχώρισης. Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία: Για τη διακρίβωση της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων για ένα πρόσωπο συγκρίνονται τα ακόλουθα στοιχεία ταυτότητας: Για τη διακρίβωση της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων για ένα όχημα συγκρίνονται τα ακόλουθα στοιχεία ταυτότητας: Εάν κατά την εισαγωγή νέας καταχώρισης διαπιστωθεί ότι ο ίδιος αριθμός VIN ή/και αριθμός πινακίδας κυκλοφορίας υπάρχει ήδη στο SIS ΙΙ, τεκμαίρεται ότι υπάρχουν πιθανές πολλαπλές καταχωρίσεις για το ίδιο όχημα. Πλην όμως, η ανωτέρω μέθοδος επαλήθευσης είναι αποτελεσματική μόνον εφόσον τα στοιχεία περιγραφής που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια· επομένως, η σύγκριση δεν είναι πάντοτε δυνατή. Η υπηρεσία Sirene εφιστά την προσοχή των εθνικών χρηστών στα προβλήματα που ενδέχεται να ανακύψουν σε περίπτωση που έχει γίνει σύγκριση μόνο του ενός αριθμού. Η ύπαρξη θετικής απάντησης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης. Εξάλλου, η ύπαρξη αρνητικής απάντησης δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει καταχώριση για το συγκεκριμένο όχημα. Εάν πρόκειται για άλλου είδους αντικείμενο, τα πλέον κατάλληλα πεδία για την εξακρίβωση της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων είναι τα υποχρεωτικά πεδία, τα οποία πρέπει στο σύνολό τους να χρησιμοποιούνται για αυτόματη σύγκριση μέσω του συστήματος.
2.2.2. α)
εάν από τη διεκπεραίωση μιας αίτησης εισαγωγής νέας καταχώρισης προκύψει ότι στο SIS ΙΙ υπάρχει ήδη ένα φυσικό πρόσωπο ή αντικείμενο με τα ίδια στοιχεία περιγραφής της ταυτότητας, τότε επιβάλλεται να διενεργηθεί διεξοδικότερος έλεγχος πριν από την εισαγωγή της νέας καταχώρισης·
β)
στην περίπτωση των καταχωρίσεων για πρόσωπα, εφόσον είναι αναγκαίο, η υπηρεσία Sirene επικοινωνεί με την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον η καταχώριση αφορά το ίδιο πρόσωπο (έντυπο E)·
γ)
αν από τον έλεγχο προκύψει ότι τα στοιχεία ταυτότητας είναι πανομοιότυπα και ενδέχεται να αναφέρονται στο ίδιο φυσικό πρόσωπο ή αντικείμενο, η υπηρεσία Sirene εφαρμόζει τη διαδικασία εισαγωγής πολλαπλών καταχωρίσεων. Αν από τον έλεγχο εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία ταυτότητας αναφέρονται σε δύο διαφορετικά φυσικά πρόσωπα ή αντικείμενα, η υπηρεσία Sirene εγκρίνει την αίτηση εισαγωγής της νέας καταχώρισης.
επώνυμο,
όνομα,
ημερομηνία γεννήσεως,
φύλο,
αριθμός του εθνικού εγγράφου πιστοποίησης της ταυτότητας,
ονοματεπώνυμο των γονέων,
τόπος γεννήσεως,
δακτυλικά αποτυπώματα,
φωτογραφίες.
αριθμός αναγνώρισης του οχήματος (VIN),
αριθμός και χώρα ταξινόμησης,
κατασκευάστρια εταιρεία,
τύπος του οχήματος.
2.2.3. Εισαγωγή πολλαπλών καταχωρίσεων Αν μία αίτηση για καταχώριση έρχεται σε σύγκρουση με καταχώριση που έχει εκδοθεί από το ίδιο κράτος μέλος, η εθνική υπηρεσία Sirene λαμβάνει μέριμνα ούτως ώστε να υπάρχει μόνο μία καταχώριση στο SIS ΙΙ με βάση την οικεία εθνική διαδικασία. Αν οι καταχωρίσεις έχουν εκδοθεί από διαφορετικά κράτη μέλη, εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.2.3. α)
αν οι καταχωρίσεις είναι συμβατές μεταξύ τους, δεν απαιτείται διαβούλευση μεταξύ των υπηρεσιών Sirene·
β)
αν οι καταχωρίσεις δεν είναι συμβατές μεταξύ τους ή αν υπάρχει αμφιβολία γύρω από το κατά πόσον είναι συμβατές, πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις μεταξύ των οικείων υπηρεσιών Sirene με χρήση του εντύπου Ε, ούτως ώστε τελικά να εισαχθεί μόνο μία καταχώριση·
γ)
οι καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη εισάγονται πάραυτα χωρίς προηγούμενη αναμονή της έκβασης των τυχόν διαβουλεύσεων με άλλα κράτη μέλη·
δ)
σε περίπτωση που, συνεπεία της έκβασης διαβουλεύσεων, αποδοθεί προτεραιότητα σε μία καταχώριση που δεν είναι συμβατή με άλλες υφιστάμενες καταχωρίσεις, τα κράτη μέλη που εισήγαγαν τις άλλες καταχωρίσεις τις διαγράφουν αφ’ ης στιγμής γίνει η εισαγωγή της νέας καταχώρισης. Οποιαδήποτε αναφυόμενη διαφορά διευθετείται από τα κράτη μέλη μέσω των υπηρεσιών Sirene. Αν δεν είναι δυνατή η επίτευξη συμφωνίας με βάση τον καθορισθέντα κατάλογο προτεραιοτήτων, τότε διατηρείται η παλαιότερη καταχώριση στο SIS II·
ε)
τα κράτη μέλη που δεν έχουν μπορέσει να εισαγάγουν καταχώριση, μπορούν να ζητήσουν να ενημερωθούν από το CS-SIS σχετικά με τη διαγραφή της καταχώρισης·
στ)
η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που δεν μπόρεσε να εισαγάγει την καταχώριση δύναται να ζητήσει να ενημερώνεται από την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που εισήγαγε την καταχώριση για οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης σε σχέση με τη συγκεκριμένη καταχώριση.
2.3. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης
Ως θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης νοείται η περίπτωση κατά την οποία ένας τελικός χρήστης διεξάγει αναζήτηση στο SIS ΙΙ και διαπιστώνει ότι υπάρχει μία καταχώριση η οποία αντιστοιχεί στα στοιχεία που εισήχθησαν στο πλαίσιο της αναζήτησης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάληψη περαιτέρω δράσης. Αν ο τελικός χρήστης χρειάζεται συμπληρωματικές πληροφορίες έπειτα από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης, η υπηρεσία Sirene επικοινωνεί το ενωρίτερο δυνατό με την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης και ζητά τις απαραίτητες πληροφορίες. Αναλόγως της περιπτώσεως, οι υπηρεσίες Sirene μεσολαβούν μεταξύ των εθνικών αρχών και παρέχουν και ανταλλάσσουν τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες σε σχέση με την εκάστοτε καταχώριση. Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης πρόνοιας, το κράτος μέλος έκδοσης ενημερώνεται για το θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης και για τις συνέπειές του. Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.3.
grp_1 α)
με την επιφύλαξη της ενότητας 2.4 του παρόντος εγχειριδίου, κάθε θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης σχετικά με φυσικό πρόσωπο ή με αντικείμενο για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση πρέπει κατά κανόνα να γνωστοποιείται στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης με χρήση του εντύπου G. Κατά τη γνωστοποίηση θετικού αποτελέσματος αναζήτησης στο κράτος μέλος έκδοσης, το εφαρμοστέο άρθρο των νομικών πράξεων SIS II πρέπει να αναγράφεται στην επικεφαλίδα 090 τουεντύπου G. Αν είναι αναγκαίο, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης αποστέλλει ακολούθως τις τυχόν συναφείς, ειδικές πληροφορίες και προσδιορίζει τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που ταυτοποίησε την καταχώριση. Αν το θετικό αποτέλεσμα αφορά ένα πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που ταυτοποίησε την καταχώριση ενημερώνει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης σχετικά με το θετικό αποτέλεσμα τηλεφωνικώς μετά την αποστολή του εντύπου G·
β)
οι υπηρεσίες Sirene των κρατών μελών που έχουν εκδώσει καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου δεν είναι απαραίτητο να ενημερώνονται συστηματικά για τα τυχόν θετικά αποτελέσματα αναζήτησης, αλλά η ενημέρωσή τους είναι προαιρετική σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αποστολή του εντύπου G είναι εν πάση περιπτώσει δυνατή, για παράδειγμα αν είναι απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Τοέντυπο G αποστέλλεται οπωσδήποτε οσάκις υπάρχει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για πρόσωπο που απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
2.3.1. Κοινοποίηση συμπληρωματικών πληροφοριών Η ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει των νομικών πράξεων SIS II δεν θίγει τα καθήκοντα που ανατίθενται στις υπηρεσίες Sirene βάσει εθνικής νομοθεσίας για τη θέση σε εφαρμογή άλλων νομικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως κατ’ εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας για τη θέση σε εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου ή σε περίπτωση που οι υπόψη πληροφορίες εμπίπτουν στο πεδίο της αμοιβαίας νομικής συνδρομής.
2.4. Αδυναμία εφαρμογής των διαδικασιών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης (άρθρο 48 της απόφασης SIS II και άρθρο 33 του κανονισμού SIS II) Σύμφωνα με το άρθρο 48 της απόφασης SIS II και το άρθρο 33 του κανονισμού SIS II, εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.4. α)
το κράτος μέλος που αδυνατεί να εφαρμόσει τη διαδικασία ενημερώνει πάραυτα το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση μέσω της δικής του υπηρεσίας Sirene για το ότι δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τη ζητούμενη ενέργεια και παραθέτει τους σχετικούς λόγους χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό το έντυπο H·
β)
ακολούθως, τα οικεία κράτη μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για τις ενέργειες που πρέπει να αναληφθούν σε συμφωνία με την εθνική τους νομοθεσία και με τις διατάξεις των νομικών πράξεων SIS II.
2.5. Επεξεργασία δεδομένων για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο τα δεδομένα εισήχθησαν στο SIS II (άρθρο 46 παράγραφος 5 της απόφασης SIS II) Τα δεδομένα που περιλαμβάνει το SIS II επιτρέπεται να υποβληθούν σε επεξεργασία μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται για εκάστη κατηγορία καταχωρίσεων. Παρ’ όλα αυτά, εφόσον έχει εξασφαλισθεί προηγούμενη άδεια του κράτους μέλους έκδοσης, τα δεδομένα επιτρέπεται να υποβληθούν σε επεξεργασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίον εισήχθησαν προκειμένου να αποτραπεί επικείμενη σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, για σοβαρούς λόγους σχετιζόμενους με την εθνική ασφάλεια ή με σκοπό την αποτροπή σοβαρής αξιόποινης πράξεως. Αν ένα κράτος μέλος επιθυμεί να επεξεργασθεί δεδομένα του SIS II για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίον εισήχθησαν, πραγματοποιείται ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες: Αφ’ ης στιγμής συναινέσει το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση, το έτερο κράτος μέλος χρησιμοποιεί τα δεδομένα αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό για τον οποίον ζήτησε και έλαβε άδεια. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει υπόψη τους τυχόν όρους που έχει επιβάλει το κράτος μέλος έκδοσης.
2.5. α)
το κράτος μέλος που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα για διαφορετικό σκοπό εξηγεί μέσω της εθνικής του υπηρεσίας Sirene στο κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση τους λόγους που υπαγορεύουν την επεξεργασία των δεδομένων για άλλο σκοπό, χρησιμοποιώντας το έντυπο I·
β)
το ταχύτερο δυνατό, το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση εξετάζει κατά πόσον μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα και γνωστοποιεί την απόφαση που λαμβάνει επί του θέματος στο έτερο κράτος μέλος μέσω της δικής του υπηρεσίας Sirene·
γ)
εάν είναι απαραίτητο, το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση μπορεί να συναινέσει, επιβάλλοντας συγχρόνως συγκεκριμένους όρους για τον τρόπο χρήσης των δεδομένων.
2.6. Προσθήκη ειδικής ένδειξης (άρθρα 24 και 25 της απόφασης SIS II)
Προσθήκη ειδικής ένδειξης έπειτα από αίτηση άλλου κράτους μέλους. Σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25 της απόφασης SIS II, ένα κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί να εκτελέσει το ζητούμενο μέτρο στην επικράτειά του ανά πάσα στιγμή ζητώντας την απόθεση ειδικής ένδειξης σε καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη (άρθρο 26 της απόφασης), σε καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα (άρθρο 32 της απόφασης) και σε καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια διακριτικών ή ειδικών ελέγχων (άρθρο 36 της απόφασης) εφόσον εκτιμά ότι η εκτέλεση μιας καταχωρίσεως αντίκειται στην εθνική του νομοθεσία, στις διεθνείς του υποχρεώσεις ή σε ουσιώδη εθνικά του συμφέροντα. Ταυτόχρονα πρέπει να παρέχονται και οι λόγοι της αίτησης. Εναλλακτική διαδικασία προβλέπεται μόνο για τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη. Έκαστο κράτος μέλος ανιχνεύει όσο το δυνατόν ταχύτερα τις καταχωρίσεις για τις οποίες είναι πιθανό να απαιτείται η προσθήκη ειδικής ένδειξης. Σε περίπτωση που παύσουν να συντρέχουν οι περιστάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 24 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 της απόφασης SIS II, το κράτος μέλος που ζήτησε την ειδική ένδειξη οφείλει να ζητήσει το ταχύτερο δυνατό την ανάκλησή της.
2.6.
2.6.1. Διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη ενόψει της προσθήκης ειδικής ένδειξης Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.6.1. α)
αν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι επιβάλλεται να προστεθεί ειδική ένδειξη, απευθύνει σχετικό αίτημα στο κράτος μέλος έκδοσης κάνοντας χρήση του εντύπου F, αναφέροντας τον λόγο για τον οποίον η ειδική ένδειξη είναι απαραίτητη·
β)
το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση προσθέτει πάραυτα την ειδική ένδειξη που έχει ζητηθεί·
γ)
αφ’ ης στιγμής έχουν ανταλλαγεί πληροφορίες, με βάση τις πληροφορίες που διέθεσε στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων το κράτος μέλος που ζήτησε την ειδική ένδειξη, ενδέχεται να απαιτηθεί τροποποίηση ή διαγραφή της καταχώρισης ή να γίνει ανάκληση της αίτησης.
2.6.2. Προσωρινή ρήτρα μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2009: Αίτηση συστηματικής προσθήκης ειδικής ένδειξης σε καταχωρίσεις για τους υπηκόους ενός κράτους μέλους Καθιερώνεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.6.2. α)
ένα κράτος μέλος δύναται να ζητήσει από την υπηρεσία Sirene ενός άλλου κράτους μέλους να προσθέτει συστηματικά ειδική ένδειξη στις καταχωρίσεις που εκδίδονται για τη σύλληψη δικών του υπηκόων·
β)
κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί κάτι τέτοιο αποστέλλει γραπτή αίτηση στο κράτος μέλος του οποίου επιζητεί τη συνεργασία·
γ)
κάθε κράτος μέλος προς το οποίο υποβάλλεται τέτοια αίτηση προσθέτει ειδική ένδειξη για το εκάστοτε κράτος μέλος αμέσως μετά την έκδοση της καταχώρισης·
δ)
η ανωτέρω διαδικασία παραμένει υποχρεωτική μέχρι να υπάρξει γραπτή εντολή για την άρση της ισχύος της.
2.7. Δεδομένα με διαπιστωμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα (άρθρο 34 του κανονισμού SIS II και άρθρο 49 της απόφασης SIS II)
Αν διαπιστωθεί ότι δεδομένα περιέχουν πραγματικό σφάλμα ή έχουν αποθηκευτεί παράνομα στο SIS II, πραγματοποιείται ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 του κανονισμού SIS II και στο άρθρο 49 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II, όπου προβλέπεται ότι μόνο το καταχωρούν κράτος μέλος επιτρέπεται να τροποποιεί, να συμπληρώνει, να διορθώνει, να ενημερώνει ή να διαγράφει τα σχετικά δεδομένα. Το κράτος μέλος που διαπίστωσε ότι δεδομένα περιέχουν σφάλμα ή ότι έχουν αποθηκευτεί παράνομα, ενημερώνει σχετικά το κράτος μέλος έκδοσης μέσω εθνικής του υπηρεσίας Sirene το ενωρίτερο δυνατό και πάντως το αργότερο εντός δέκα ημερολογιακών ημερών από τη στιγμή που υπέπεσαν στην αντίληψή του τα στοιχεία που αποδεικνύουν το σφάλμα. Η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να πραγματοποιείται με χρήση του εντύπου J.
2.7.
grp_1 α)
Με βάση την έκβαση των διαβουλεύσεων, το κράτος μέλος έκδοσης μπορεί να πρέπει να διαγράψει ή να διορθώσει τα δεδομένα σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική του νομοθεσία για τη διόρθωση του συγκεκριμένου είδους δεδομένων·
β)
αν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός δύο μηνών, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που διαπίστωσε το σφάλμα ή την παράνομη αποθήκευση των δεδομένων ειδοποιεί την αρμόδια ημεδαπή αρχή, καλώντας τη να παραπέμψει την υπόθεση στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος ενεργεί ως διαμεσολαβητής από κοινού με τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές.
Ανταλλαγή πληροφοριών μετά την ανακάλυψη νέων στοιχείων
Προκειμένου να διασφαλίζεται η ποιότητα των δεδομένων και η νομιμότητα της επεξεργασίας τους, σε περίπτωση που ένα νέο στοιχείο το οποίο σχετίζεται με μία καταχώριση υποπέσει στην αντίληψη υπηρεσίας Sirene διαφορετικής από την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης, η πρώτη υπηρεσία γνωστοποιεί την πληροφορία αυτή το ταχύτερο δυνατό στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης χρησιμοποιώντας το έντυπο J Η περίπτωση αυτή μπορεί να ανακύψει, για παράδειγμα, όταν ένας υπήκοος τρίτης χώρας για τον οποίον έχει εκδοθεί καταχώριση με σκοπό να του απαγορευθεί η είσοδος ή η παραμονή αποκτήσει το κοινοτικό δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας μετά την έκδοση της καταχώρισης.
2.8. Το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα και διόρθωσής τους (άρθρο 41 του κανονισμού SIS II και άρθρο 58 της απόφασης SIS II)
Το δικαίωμα των προσώπων να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που τα αφορούν και τα οποία καταχωρίζονται στο SIS II σύμφωνα με τις νομικές πράξεις SIS II ασκείται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους έναντι του οποίου τα πρόσωπα επικαλούνται το δικαίωμα αυτό. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται το ταχύτερο δυνατό και πάντως 60 ημερολογιακές ημέρες το αργότερο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του για πρόσβαση, ή νωρίτερα, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Ένα κράτος μέλος το οποίο δεν έχει εκδώσει την εκάστοτε καταχώριση μπορεί να ανακοινώσει πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο μόνον εφόσον παρέσχε προηγουμένως τη δυνατότητα στο κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση να διατυπώσει τη θέση του σχετικά. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση δεδομένων που το αφορούν και περιέχουν πραγματικό σφάλμα ή τη διαγραφή δεδομένων που το αφορούν και έχουν αποθηκευτεί παράνομα. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται σχετικά με τη συνέχεια που δίδεται στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων το ταχύτερο δυνατό και πάντως το αργότερο τρεις μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αρχικής του αίτησης. Η ενημέρωση του ενδιαφερομένου πραγματοποιείται ενωρίτερα αν τούτο προβλέπεται από την οικεία εθνική νομοθεσία.
2.8.
2.8.1. Αιτήσεις για πρόσβαση σε δεδομένα ή για τη διόρθωση δεδομένων Με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας, οσάκις είναι απαραίτητη η ενημέρωση των εθνικών αρχών σχετικά με αίτηση πρόσβασης σε δεδομένα ή διόρθωσης δεδομένων, πραγματοποιείται ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:
2.8.1. α)
έκαστη υπηρεσία Sirene εφαρμόζει την εθνική της νομοθεσία σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τηρουμένης της εφαρμοστέας νομοθεσίας, οι υπηρεσίες Sirene είτε διαβιβάζουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές τις αιτήσεις πρόσβασης ή διόρθωσης δεδομένων που ενδεχομένως παραλαμβάνουν είτε αποφαίνονται σχετικά με τις αιτήσεις αυτές εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους·
β)
εάν διατυπωθεί σχετικό αίτημα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι υπηρεσίες Sirene των οικείων κρατών μελών διαβιβάζουν σε αυτές, με βάση τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας, πληροφορίες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα.
2.8.2. Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με αιτήσεις πρόσβασης σε καταχωρίσεις εκδοθείσες από άλλα κράτη μέλη Στο μέτρο του δυνατού, οι ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με αιτήσεις πρόσβασης σε καταχωρίσεις που έχουν εισαχθεί στο SIS ΙΙ από άλλο κράτος μέλος πραγματοποιούνται μέσω των εθνικών υπηρεσιών Sirene με χρήση του εντύπου Κ. Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία: Αν το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση γνωστοποιήσει τη θέση του στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους προς το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση πρόσβασης, η υπηρεσία Sirene, ενεργώντας σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία και εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της, είτε αποφαίνεται επί της αίτησης είτε φροντίζει για την όσο το δυνατόν ταχύτερη διαβίβαση της θέσης στην αρχή που είναι αρμόδια να αποφασίσει επί της αίτησης.
2.8.2. α)
η αίτηση για πρόσβαση διαβιβάζεται στο κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση το ταχύτερο δυνατό, ώστε αυτό να μπορέσει να λάβει θέση επί του θέματος·
β)
το κράτος μέλος έκδοσης γνωστοποιεί τη θέση του στο κράτος μέλος που έλαβε την αίτηση·
γ)
εν προκειμένω λαμβάνει υπόψη την τυχόν προθεσμία για τη διεκπεραίωση της αίτησης την οποία έχει τάξει το κράτος μέλος που έλαβε την αίτηση πρόσβασης.
2.8.3. Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με αιτήσεις διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων που έχουν εισαχθεί από άλλα κράτη μέλη Όταν ένα φυσικό πρόσωπο ζητά τη διόρθωση ή τη διαγραφή δεδομένων που το αφορούν, τούτο επιτρέπεται να γίνει μόνον από το κράτος μέλος που εξέδωσε τη σχετική καταχώριση. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αποταθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που έλαβε την αίτηση ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για το ότι πρέπει αυτός να επικοινωνήσει με τις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης και του παρέχει τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους έκδοσης.
2.9. Διαγραφή καταχώρισης όταν παύσουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διατήρησή της Οι καταχωρίσεις δεν μπορούν να διατηρηθούν στο SIS II για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίον εισήχθησαν. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που έπονται ενός θετικού αποτελέσματος αναζήτησης, μία καταχώριση διαγράφεται είτε αυτομάτως από το CS-SIS (αφ’ ης στιγμής παρέλθει η ημερομηνία λήξης της ισχύος της) είτε απευθείας από την υπηρεσία που εισήγαγε την καταχώριση στο SΙS ΙΙ (αφ’ ης στιγμής παύσουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση της καταχώρισης). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το περί διαγραφής μήνυμα του CS-SIS υποβάλλεται αυτομάτως σε επεξεργασία από το N.SIS ΙΙ. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να ζητούν να ειδοποιούνται αυτομάτως για τη διαγραφή καταχωρίσεων που έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος.
2.10. Καταχώριση ονοματεπωνύμων Με την επιφύλαξη των περιορισμών που ισχύουν στην εκάστοτε εθνική έννομη τάξη για την καταχώριση δεδομένων, τα ονοματεπώνυμα (ονόματα και επώνυμα) καταχωρίζονται στο SIS II με βάση μορφότυπο (είδος γραφής και ορθογραφία) όσο το δυνατόν πλησιέστερο προς το μορφότυπο που χρησιμοποιείται για τα επίσημα έγγραφα ταυτότητας. Κατά κανόνα, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο για την καταχώριση δεδομένων στο SIS II, με την επιφύλαξη των κανόνων μεταγραμματισμού και γλωσσικής μεταγραφής που καθορίζονται στο παράρτημα 1.
2.11. Διαφορετικές κατηγορίες ταυτότητας
2.11.
grp_1 Επιβεβαιωθείσα ταυτότητα (εξακριβωθείσα ταυτότητα)
Το γεγονός ότι μία ταυτότητα χαρακτηρίζεται ως επιβεβαιωθείσα (εξακριβωθείσα) σημαίνει ότι η ταυτότητα έχει επιβεβαιωθεί με βάση γνήσια έγγραφα πιστοποίησης της ταυτότητας, διαβατήριο ή δήλωση αρμόδιας αρχής.
Μη επιβεβαιωθείσα ταυτότητα
Το γεγονός ότι μία ταυτότητα χαρακτηρίζεται ως μη επιβεβαιωθείσα σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που να την πιστοποιούν.
Κατάχρηση ταυτότητας
Υπάρχει κατάχρηση ταυτότητας (επώνυμο, όνομα, ημερομηνία γέννησης) όταν ένα φυσικό πρόσωπο χρησιμοποιεί την ταυτότητα άλλου πραγματικού προσώπου. Τούτο ενδέχεται να συμβεί, επί παραδείγματι, όταν ένα έγγραφο χρησιμοποιείται επί ζημία του πραγματικού ιδιοκτήτη.
Ψευδώνυμο
Ως χρήση ψευδωνύμου νοείται η χρήση πλασματικής ταυτότητας από ένα φυσικό πρόσωπο που είναι γνωστό υπό άλλη ταυτότητα.
2.11.1. Κατάχρηση ταυτότητας (άρθρο 36 του κανονισμού SIS II και άρθρο 51 της απόφασης SIS II) Εφόσον έχει ληφθεί η συγκατάθεση του οικείου φυσικού προσώπου, μόλις καταστεί σαφές ότι έχει γίνει κατάχρηση της ταυτότητάς του, προστίθενται συμπληρωματικά δεδομένα στην καταχώριση στο SIS II ώστε να αποτραπούν οι αρνητικές συνέπειες της πλαστοπροσωπίας. Το πρόσωπο που έχει πέσει θύμα πλαστοπροσωπίας δύναται, σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, να παράσχει στην αρμόδια αρχή τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού SIS II και στο άρθρο 51 παράγραφος 3 της απόφασης SIS II. Κάθε πρόσωπο που έχει πέσει θύμα πλαστοπροσωπίας έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του για την επεξεργασία των στοιχείων. Όταν ένα κράτος μέλος ανακαλύπτει ότι μία καταχώριση που αφορά φυσικό πρόσωπο και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος αφορά περίπτωση πλαστοπροσωπίας, ειδοποιεί σχετικά την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης χρησιμοποιώντας το έντυπο Q, ούτως ώστε να είναι δυνατή η προσθήκη δεδομένων στη σχετική καταχώριση στο SIS II. Τα δεδομένα του ατόμου του οποίου η ταυτότητα έχει υποστεί κατάχρηση είναι διαθέσιμα αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητα του ελεγχόμενου ατόμου και δεν επιτρέπεται επ’ ουδενί η χρήση τους για άλλον σκοπό. Οι πληροφορίες που αφορούν περίπτωση πλαστοπροσωπίας διαγράφονται ταυτόχρονα με την αντίστοιχη καταχώριση ή και νωρίτερα κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της εισαγωγής δεδομένων αυτού του είδους, πρέπει να προστίθενται στην καταχώριση οι φωτογραφίες και τα δακτυλικά αποτυπώματα του ατόμου του οποίου η ταυτότητα έχει υποστεί κατάχρηση. Στο έντυπο Q, μόνο ο αριθμός Σένγκεν αναφέρεται στα δεδομένα του ατόμου που αναζητείται μέσω της καταχώρισης στο SIS ΙΙ. Οι πληροφορίες υπό την επικεφαλίδα 052 (Ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου) είναι υποχρεωτικές. Πέραν αυτού, μόλις το κράτος μέλος έκδοσης διαπιστώσει ότι ένα φυσικό πρόσωπο για το οποίο έχει εισαχθεί καταχώριση στο SIS ΙΙ κάνει κατάχρηση της ταυτότητας κάποιου άλλου φυσικού προσώπου, ελέγχει κατά πόσον είναι αναγκαία η διατήρηση της καταχρασθείσας ταυτότητας στο πλαίσιο της καταχώρισης που υπάρχει στο SIS ΙΙ (προς εξεύρεση του αναζητούμενου προσώπου).
2.11.2. Καταχώριση ψευδωνύμου Για να διασφαλισθεί η ικανοποιητική ποιότητα των δεδομένων, τα κράτη μέλη αλληλοενημερώνονται στο μέτρο του δυνατού για τα τυχόν ψευδώνυμα και ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του αναζητούμενου υποκειμένου. Το κράτος μέλος που εισήγαγε την εκάστοτε καταχώριση φέρει την ευθύνη για την προσθήκη τυχόν ψευδωνύμων. Αν κάποιο άλλο κράτος μέλος ανακαλύψει την ύπαρξη ψευδωνύμου, παραπέμπει την υπόθεση στο κράτος μέλος που εισήγαγε την καταχώριση. Για τις καταχωρίσεις με τις οποίες επιδιώκεται η σύλληψη φυσικού προσώπου, τα κράτη μέλη που προσθέτουν ψευδώνυμο δύνανται να ενημερώσουν σχετικά όλα τα άλλα κράτη μέλη χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό το έντυπο M.
2.11.3. Πρόσθετες πληροφορίες με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας ενός ατόμου Η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης δύναται επίσης, αν τα δεδομένα που υπάρχουν στο SIS II κρίνονται ανεπαρκή, να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες έπειτα από διαβουλεύσεις, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως κάποιου άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να συμβάλει στην εξακρίβωση της ταυτότητας ενός ατόμου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιείται το έντυπο L. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει ιδίως να καλύπτουν τα εξής στοιχεία: Στο μέτρο του δυνατού, οι παραπάνω πληροφορίες πρέπει να είναι διαθέσιμες στις υπηρεσίες Sirene ή να έχουν οι υπηρεσίες Sirene άμεση και μόνιμη πρόσβαση σε αυτές ενόψει ταχείας αποστολής. Κοινός στόχος είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου άδικου περιορισμού της ελευθερίας ενός ατόμου του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας είναι παρόμοια με εκείνα ενός ατόμου για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση.
προέλευση του διαβατηρίου ή του εγγράφου ταυτότητας που κατέχει το αναζητούμενο άτομο,
αριθμός αναφοράς, ημερομηνία, τόπος και αρχή έκδοσης, καθώς και ημερομηνία λήξης της ισχύος του διαβατηρίου ή εγγράφου ταυτότητας,
περιγραφή του αναζητούμενου ατόμου,
ονοματεπώνυμο του πατρός και της μητρός του καταζητούμενου ατόμου,
τελευταία γνωστή διεύθυνση.
2.12. Ανταλλαγή πληροφοριών σε περίπτωση καταχωρίσεων που συνδέονται μεταξύ τους
Το άρθρο 37 του κανονισμού SIS II και το άρθρο 52 της απόφασης SIS II αναγνωρίζουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να δημιουργούν συνδέσμους μεταξύ περισσότερων καταχωρίσεων, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και με σκοπό την επισήμανση της σχέσης που υπάρχει μεταξύ ατόμων ή αντικειμένων για τα οποία υπάρχει καταχώριση στο SIS II. Τέτοιοι σύνδεσμοι δημιουργούνται μόνον εφόσον υπάρχει σαφής επιχειρησιακή ανάγκη.
2.12.
2.12.1. Τεχνικοί κανόνες Κάθε σύνδεσμος επιτρέπει την εξακρίβωση σχέσης μεταξύ τουλάχιστον δύο καταχωρίσεων. Ένα κράτος μέλος μπορεί να δημιουργήσει σύνδεσμο μεταξύ των καταχωρίσεων που εισάγει στο SIS II και μόνον αυτό το κράτος μέλος δύναται να τροποποιήσει ή να διαγράψει τον σύνδεσμο. Οι σύνδεσμοι πρέπει να είναι ορατοί στους χρήστες μόνον εφόσον οι χρήστες έχουν πρόσβαση σε δύο τουλάχιστον καταχωρίσεις του εκάστοτε συνδέσμου. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέριμνα προκειμένου να αποτρέπεται κάθε πρόσβαση σε συνδέσμους από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα.
2.12.2. Επιχειρησιακοί κανόνες Οι σύνδεσμοι μεταξύ καταχωρίσεων δεν προϋποθέτουν ειδικές διαδικασίες για την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, τηρούνται εν προκειμένω οι ακόλουθες αρχές: Αν υπάρξει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για μία ή περισσότερες καταχωρίσεις οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης αποστέλλει ένα έντυπο G για εκάστη καταχώριση. Δεν αποστέλλεται έντυπο για μία καταχώριση η οποία, καίτοι συνδέεται με καταχώριση για την οποία υπήρξε θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης, δεν αποτελούσε αντικείμενο της αναζήτησης. Ο ανωτέρω κανόνας δεν ισχύει όταν μια καταχώριση για την οποία υπάρχει σύνδεσμος και ως προς την οποία δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης αφορά τη σύλληψη ενός ατόμου ή εξαφανισθέν άτομο (προστασία). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η γνωστοποίηση της ανακάλυψης της καταχώρισης για την οποία υπάρχει σύνδεσμος πραγματοποιείται με χρήση του εντύπου Μ.
2.13. SIRPIT (SIRene PIcture Transfer) και μορφότυπο και ποιότητα των βιομετρικών δεδομένων που εισάγονται στο SIS II
Εφόσον είναι διαθέσιμα, προστίθενται δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες στην καταχώριση η οποία εισάγεται στο SIS II. Οι υπηρεσίες Sirene πρέπει να μπορούν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες με σκοπό τη συμπλήρωση καταχώρισης. Όταν ένα κράτος μέλος διαθέτει φωτογραφία ή τα δακτυλικά αποτυπώματα ενός ατόμου για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση από άλλο κράτος μέλος, δύναται να τα αποστείλει μέσω του συστήματος SIRPIT ούτως ώστε να μπορέσει το κράτος μέλος έκδοσης να συμπληρώσει την καταχώριση. Η ανταλλαγή αυτή δεν θίγει τις ανταλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αστυνομικής συνεργασίας κατ’ εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
2.13.
2.13.1. Περαιτέρω χρήση των ανταλλασσόμενων δεδομένων, περιλαμβανομένης της αρχειοθέτησης Κάθε περαιτέρω χρήση φωτογραφιών και δακτυλικών αποτυπωμάτων που ανταλλάσσονται μέσω του SIRPIT, περιλαμβανομένης της αρχειοθέτησης, πρέπει να συνάδει με τις συναφείς διατάξεις των νομικών πράξεων SIS II, της οδηγίας 95/46/ΕΚ, της σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και με την ισχύουσα συναφή νομοθεσία των οικείων κρατών μελών.
2.13.2. Τεχνικές απαιτήσεις Η συλλογή και η διαβίβαση δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών πραγματοποιούνται σύμφωνα με πρότυπα που καθορίζονται στους κανόνες εφαρμογής σχετικά με την εισαγωγή βιομετρικών δεδομένων στο SIS II. Κάθε υπηρεσία Sirene οφείλει να πληροί τις τεχνικές απαιτήσεις του συστήματος SIRPIT. Τα δακτυλικά αποτυπώματα και οι φωτογραφίες αποστέλλονται υπό μορφή συνημμένου σε οθόνη εισόδου, ειδικά σχεδιασμένη για το σύστημα SIRPIT.
2.13.3. Χρήση του εντύπου L στο πλαίσιο του συστήματος Sirene Κάθε διαβίβαση μέσω του SIRPIT αναγγέλλεται με την αποστολή του εντύπου L μέσω του συνήθους διαύλου που χρησιμοποιείται για όλα τα έντυπα του συστήματος Sirene. Το έντυπο L αποστέλλεται ταυτόχρονα με τα δακτυλικά αποτυπώματα ή/και τις φωτογραφίες.
2.13.4. Διαδικασία SIRPIT
Η υπηρεσία Sirene της χώρας που διαθέτει δακτυλικά αποτυπώματα ή φωτογραφίες ενός ατόμου για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση από άλλο κράτος μέλος καλείται εφεξής αποστέλλουσα υπηρεσία Sirene. Η υπηρεσία Sirene της χώρας που εισήγαγε τη σχετική καταχώριση στο SIS ΙΙ καλείται εφεξής υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης. Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
2.13.4.
grp_1 α)
η αποστέλλουσα υπηρεσία Sirene αποστέλλει το έντυπο L μέσω της συνήθους ηλεκτρονικής οδού και επισημαίνει στο πεδίο 083 του εντύπου L ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα και οι φωτογραφίες αποστέλλονται με σκοπό τη συμπλήρωση της καταχώρισης στο SIS II·
β)
η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης προσθέτει τα δακτυλικά αποτυπώματα ή τις φωτογραφίες στην καταχώριση στο SIS II ή τα αποστέλλει στην αρμόδια αρχή με σκοπό τη συμπλήρωση της καταχώρισης.
2.13.4.1. Παρατηρήσεις: (*)(1)(2)
Οθόνη εισόδου Στη μάσκα εισόδου περιλαμβάνονται υποχρεωτικά τα ακόλουθα δεδομένα: Υποχρεωτικά στοιχεία. Πρέπει να γίνει καταχώριση είτε στο πεδίο 1 είτε στο πεδίο 2. Εναλλακτικά, αναγράφεται η ένδειξη άγνωστο. Εφόσον είναι διαθέσιμα, καταχωρίζονται ο τόπος και η ημερομηνία λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων.
2.13.4.1.
1. Αριθμός ταυτότητας Σένγκεν (*) (1)
2. Αριθμός αναφοράς (*) (1)
3. Ημερομηνία λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων
4. Τόπος λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων
5. Ημερομηνία λήψης της φωτογραφίας
6. Λόγος λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων
7. Επώνυμο (*) (2)
8. Όνομα (*) (2)
9. Πατρικό επώνυμο γυναίκας
10. Εξακρίβωση ταυτότητας;
11. Ημερομηνία γέννησης (*)
12. Τόπος γέννησης
13. Υπηκοότητα
14. Φύλο (*)
15. Πρόσθετες πληροφορίες
2.13.5. Μορφότυπο και ποιότητα των βιομετρικών δεδομένων Όλα τα βιομετρικά δεδομένα που εισάγονται στο σύστημα πρέπει να έχουν υποβληθεί σε ειδικό έλεγχο ποιότητας, ώστε να διασφαλίζεται ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας, κοινό για όλους τους χρήστες του SIS II. Πριν από την εισαγωγή των δεδομένων, διενεργούνται έλεγχοι σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να εξασφαλίζονται τα ακόλουθα:
τα δεδομένα που αφορούν δακτυλικά αποτυπώματα ανταποκρίνονται στο καθορισμένο μορφότυπο ANSI/NIST — ITL 1-2000, όπως έχει τεθεί σε εφαρμογή για τις ανάγκες της Ιντερπόλ και προσαρμοσθεί στις ανάγκες του SIRPIT (SIRENE Picture Transfer),
οι φωτογραφίες, που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για την επιβεβαίωση της ταυτότητας προσώπου που εντοπίστηκε μετά από αναζήτηση στο SIS II με βάση αλφαριθμητικά δεδομένα, πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις: Για τις πλήρεις κατά πρόσωπο εικόνες, ο συντελεστής όψης (aspect rate) πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να είναι 3:4 ή 4:5. Εφόσον υπάρχει σχετική δυνατότητα, πρέπει να χρησιμοποιείται ευκρίνεια τουλάχιστον 480 × 600 εικονοκυττάρων με βάθος χρώματος 24 bits. Αν η εικόνα πρέπει να αποκτηθεί μέσω σαρωτή, το μέγεθός της πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να είναι μικρότερο από 200 κbytes περίπου.
2.14. Αλληλεπικάλυψη των ρόλων του Sirene και της Ιντερπόλ
Ο ρόλος του SIS ΙΙ δεν είναι ούτε η αντικατάσταση ούτε η αναπαραγωγή του ρόλου της Ιντερπόλ. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ ορισμένων καθηκόντων, οι αρχές που διέπουν την ανάληψη δράσης και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών του χώρου Σένγκεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αρχές που ισχύουν στο πλαίσιο της Ιντερπόλ. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να θεσπισθούν κανόνες για τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών Sirene και των Εθνικών Κεντρικών Γραφείων (ΕΚΓ) σε εθνικό επίπεδο. Εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:
2.14.
2.14.1. Προτεραιότητα των καταχωρίσεων του SΙS ΙΙ έναντι των καταχωρίσεων της Ιντερπόλ Προκειμένου για τις καταχωρίσεις που εκδίδονται από κράτη μέλη, οι καταχωρίσεις του SIS ΙΙ και η ανταλλαγή κάθε πληροφορίας σχετικά με αυτές απολαύουν οπωσδήποτε προτεραιότητας έναντι των καταχωρίσεων και των πληροφοριών που ανταλλάσσονται διαμέσου της Ιντερπόλ. Ο κανόνας αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ καταχωρίσεων.
2.14.2. Επιλογή του διαύλου επικοινωνίας Είναι υποχρεωτική η τήρηση της αρχής ότι οι καταχωρίσεις Σένγκεν έχουν το προβάδισμα έναντι των καταχωρίσεων της Ιντερπόλ που εκδίδουν κράτη μέλη και πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η ίδια αρχή να γίνεται επίσης σεβαστή από τα ΕΚΓ των κρατών μελών. Αφ’ ης στιγμής δημιουργηθεί μία καταχώριση στο SIS II, κάθε επικοινωνία σχετικά με την καταχώριση, τον σκοπό της δημιουργίας της και την εκτέλεση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν διατίθεται από τις υπηρεσίες Sirene. Αν ένα κράτος μέλος επιθυμεί αλλαγή του διαύλου επικοινωνίας, οφείλει προηγουμένως να διεξαγάγει διαβουλεύσεις με τα υπόλοιπα μέρη. Η αλλαγή διαύλου επικοινωνίας είναι δυνατή μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.
2.14.3. Χρήση και διανομή των σημάτων της Ιντερπόλ στα κράτη του χώρου Σένγκεν Λόγω της προτεραιότητας των καταχωρίσεων του SIS ΙΙ σε σχέση με τις καταχωρίσεις της Ιντερπόλ, η χρήση αυτών των τελευταίων επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (δηλαδή όταν δεν υπάρχει πρόβλεψη στη σύμβαση ούτε τεχνική δυνατότητα για την εισαγωγή της καταχώρισης στο SIS ΙΙ ή όταν δεν είναι διαθέσιμες όλες οι απαραίτητες πληροφορίες για τη δημιουργία καταχώρισης στο πλαίσιο του SIS ΙΙ). Παράλληλες καταχωρίσεις στο SIS II και μέσω της Ιντερπόλ εντός του χώρου Σένγκεν πρέπει να αποφεύγονται. Οι καταχωρίσεις που διανέμονται μέσω διαύλων της Ιντερπόλ και οι οποίες καλύπτουν επίσης τον χώρο Σένγκεν ή μέρος αυτού πρέπει να φέρουν την εξής ένδειξη: με εξαίρεση τα κράτη Σένγκεν.
2.14.4. Θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης και διαγραφή καταχώρισης Προκειμένου να διασφαλίζεται ο ρόλος της υπηρεσίας Sirene όσον αφορά τον συντονισμό της εξακρίβωσης της ποιότητας των πληροφοριών που εισάγονται στο SIS II, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι υπηρεσίες Sirene και τα ΕΚΓ να αλληλοενημερώνονται για τα θετικά αποτελέσματα αναζήτησης και για τη διαγραφή καταχωρίσεων.
2.14.5. Βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών Sirene και των ΕΚΓ της Ιντερπόλ Έκαστο κράτος μέλος λαμβάνει, τηρώντας την εθνική του νομοθεσία, παν κατάλληλο μέτρο προκειμένου να είναι δυνατή η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σε εθνικό επίπεδο μεταξύ της εθνικής του υπηρεσίας Sirene και των ΕΚΓ.
2.14.6. Αποστολή πληροφοριών σε τρίτα κράτη
2.14.6. α)
Δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο SIS II Σύμφωνα με το άρθρο 39 του κανονισμού SIS II και το άρθρο 54 της απόφασης SIS II, τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο SIS II κατ’ εφαρμογή των εν λόγω δύο νομικών πράξεων δεν διαβιβάζονται ούτε διατίθενται σε τρίτες χώρες ή σε διεθνείς οργανισμούς. Το άρθρο 55 της απόφασης SIS II προβλέπει μία παρέκκλιση από αυτόν τον γενικό κανόνα προκειμένου για την ανταλλαγή δεδομένων με την Ιντερπόλ για διαβατήρια που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί ή ακυρωθεί, υπό τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο αυτό άρθρο.
β)
Συμπληρωματικές πληροφορίες Δυνάμει της αρχής της ιδιοκτησίας των δεδομένων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 των νομικών πράξεων SIS II, η διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών σε τρίτα κράτη πραγματοποιείται από το κράτος μέλος που θεωρείται ως ιδιοκτήτης των εκάστοτε δεδομένων. Αν μία αίτηση για την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένη καταχώριση υποβληθεί προς την υπηρεσία Sirene κράτους διαφορετικού από εκείνο που εξέδωσε την καταχώριση, το πρώτο κράτος ενημερώνει το δεύτερο για την υποβολή της αίτησης παροχής πληροφοριών, ούτως ώστε να μπορέσει το κράτος μέλος έκδοσης να αποφασίσει σχετικά σε πλήρη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων. Η χρήση του διαύλου της Ιντερπόλ εξαρτάται από τις εθνικές διατάξεις ή διαδικασίες.
2.15. Σχέσεις μεταξύ Sirene και Ευρωπόλ Η Ευρωπόλ έχει δικαίωμα πρόσβασης και άμεσης αναζήτησης σε δεδομένα που έχουν εισαχθεί στο SIS II σύμφωνα με τα άρθρα 26, 36 και 38 της απόφασης SIS II. Η Ευρωπόλ μπορεί να ζητήσει από τα οικεία κράτη μέλη περαιτέρω πληροφορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης Ευρωπόλ. Σε συμφωνία με την εθνική νομοθεσία, καθιερώνεται συνεργασία με την Εθνική Υπηρεσία Ευρωπόλ (ENU) έτσι ώστε να τηρείται ενήμερη η υπηρεσία Sirene για κάθε ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και της ENU σε σχέση με καταχωρίσεις που περιέχει το SIS II. Σε περίπτωση που η ENU πραγματοποιεί επικοινωνία σε εθνικό επίπεδο σχετικά με καταχωρίσεις του SIS II, πρέπει να αποφεύγεται η πρόκληση σύγχυσης στους τελικούς χρήστες.
2.16. Σχέσεις μεταξύ Sirene και Eurojust Τα εθνικά μέλη της Eurojust και οι βοηθοί τους έχουν δικαίωμα πρόσβασης και άμεσης αναζήτησης στα δεδομένα που έχουν εισαχθεί στο SIS II σύμφωνα με τα άρθρα 26, 32, 34 και 38 της απόφασης. Σε συμφωνία με την εθνική νομοθεσία, καθιερώνεται συνεργασία με τα εθνικά μέλη της Eurojust προκειμένου να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη ανταλλαγή πληροφοριών σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος αναζήτησης. Ειδικότερα, η υπηρεσία Sirene αποτελεί το σημείο επαφής για τα εθνικά μέλη της Eurojust και τους βοηθούς τους προκειμένου για συμπληρωματικές πληροφορίες που σχετίζονται με καταχωρίσεις στο SIS II.
2.17. Ειδικοί τύποι έρευνας
2.17.
2.17.1. Έρευνα με γεωγραφική στόχευση Με τον όρο έρευνα με γεωγραφική στόχευση νοείται μία έρευνα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία μεγάλης αξιοπιστίας για το πού βρίσκεται ένα καταζητούμενο φυσικό πρόσωπο ή ένα αντικείμενο εντός των ορίων μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αίτηση που έχει υποβάλει δικαστική αρχή μπορεί να ικανοποιηθεί πάραυτα μετά την παραλαβή της. Έρευνες με γεωγραφική στόχευση στον χώρο Σένγκεν επιτρέπονται επί τη βάσει καταχώρισης που έχει εισαχθεί στο SIS ΙΙ. Αν το σημείο εντοπισμού είναι γνωστό κατά την έκδοση καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη, το πεδίο 061 του εντύπου A πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες για το σημείο στο οποίο βρίσκεται το καταζητούμενο άτομο. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της γνωστοποίησης του σημείου εντοπισμού αντικειμένων, πρέπει να χρησιμοποιείται το έντυπο Μ (πεδίο 83). Πρέπει να εισάγεται στο SIS ΙΙ καταχώριση για το καταζητούμενο πρόσωπο, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης της τυχόν αίτησης λήψης μέτρων (άρθρο 64 της σύμβασης Σένγκεν και άρθρο 9 παράγραφος 3 της απόφασης-πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Η εισαγωγή καταχώρισης στο SIS II επαυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας σε περίπτωση που το πρόσωπο ή το αντικείμενο μετακινηθεί αιφνιδίως από τον έναν τόπο στον άλλον εντός των ορίων του χώρου Σένγκεν· για τον λόγο αυτό, η μη καταχώριση στο SIS ΙΙ του καταζητούμενου φυσικού προσώπου ή του αντικειμένου είναι δυνατή μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του κανονισμού SIS II και της απόφασης SIS II όταν δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για τη δημιουργία καταχώρισης κ.λπ.).
3. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΕΝΟΨΕΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ Ή ΕΚΔΟΣΗΣ (ΑΡΘΡΟ 26 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SIS II)
Ακολουθείται η κατωτέρω διαδιυασία ελέγχων και ενεργειών:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
κατάχρηση ταυτότητας,
καταχώριση ψευδωνύμου,
αποστολή συμπληρωματικών πληροφοριών στα κράτη μέλη,
προσθήκη ειδικής ένδειξης,
ενέργειες της υπηρεσίας Sirene μετά τη λήψη καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
3.
3.1. Εισαγωγή καταχώρισης Οι πλείστες καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου συνοδεύονται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ). Παρ’ όλα αυτά, με βάση μία καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη, υπάρχει επίσης δυνατότητα προσωρινής κράτησης ενόψει της εξασφάλισης αίτησης έκδοσης (ΑΕ). Το ΕΕΣ ή η ΑΕ πρέπει να έχει εκδοθεί από δικαστική αρχή η οποία να διαθέτει την εξουσία για την πράξη αυτή στο κράτος μέλος έκδοσης. Κατά την εισαγωγή καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη ενόψει παράδοσης, εισάγεται στο SIS II αντίγραφο του αρχικού ΕΕΣ υπό μορφή συνημμένου. Είναι δυνατή η εισαγωγή αντιγράφου του ΕΕΣ μεταφρασμένου σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Επιπλέον, στην καταχώριση προστίθενται φωτογραφίες και τα δακτυλικά αποτυπώματα του οικείου φυσικού προσώπου οσάκις είναι διαθέσιμα. Οι συναφείς πληροφορίες, περιλαμβανομένου του ΕΕΣ ή της ΑΕ, οι οποίες έχουν παρασχεθεί σε σχέση με πρόσωπα που καταζητούνται για να συλληφθούν ενόψει της παράδοσης ή έκδοσής τους πρέπει να είναι διαθέσιμες στην υπηρεσία Sirene κατά τον χρόνο εισαγωγής της καταχώρισης. Στο πλαίσιο αυτό διενεργείται έλεγχος για να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες είναι πλήρεις και ότι έχουν υποβληθεί με τον προσήκοντα τρόπο. Τα κράτη μέλη δύνανται να εισάγουν περισσότερα του ενός ΕΕΣ για κάθε καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη. Τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη για τη διαγραφή ΕΕΣ που έχουν παύσει να ισχύουν, καθώς επίσης για τη διερεύνηση του κατά πόσον στην καταχώριση επισυνάπτονται άλλα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης και για την παράταση της ισχύος της καταχώρισης αν αυτή κριθεί αναγκαία. Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη είναι δυνατό να περιέχουν ένα δυαδικό αρχείο ανά ΕΕΣ. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να επισυνάπτουν μεταφράσεις των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που ενδεχομένως επισυνάπτουν σε μία καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη και, αν είναι αναγκαίο, σε αυτοτελή δυαδικά αρχεία. Για τα έγγραφα PDF που σαρώνονται ενόψει της επισύναψής τους σε καταχωρίσεις, πρέπει στο μέτρο του δυνατού να χρησιμοποιείται ελάχιστη ευκρίνεια 150 DPI.
3.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Για τις γενικές διαδικασίες, βλέπε την ενότητα 2.2. Επιπροσθέτως, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες: Είναι δυνατή η εισαγωγή καταχώρισης από περισσότερα κράτη μέλη για τη σύλληψη του ίδιου φυσικού προσώπου. Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν εκδώσει καταχώριση για το ίδιο πρόσωπο, η απόφαση σχετικά με το ποιο ένταλμα θα εκτελεσθεί σε περίπτωση σύλληψης λαμβάνεται από την αρμόδια για την εκτέλεση δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η σύλληψη.
3.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό τη σύλληψη:
Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου, τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα και τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις για τη διενέργεια ελέγχων. Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη εισάγονται πάραυτα χωρίς προηγούμενη αναμονή της έκβασης των τυχόν διαβουλεύσεων με άλλα κράτη μέλη.
3.3. Κατάχρηση ταυτότητας Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.1.
3.4. Καταχώριση ψευδωνύμου Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.2.
3.5. Αποστολή συμπληρωματικών πληροφοριών στα κράτη μέλη
Κατά την έκδοση μιας καταχώρισης, αποστέλλονται σε όλα τα κράτη μέλη συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με αυτήν. Οι πληροφορίες που μνημονεύονται στις ενότητες 3.5.1 και 3.5.2 αποστέλλονται στις υπόλοιπες υπηρεσίες Sirene με τον ταχύτερο διαθέσιμο τρόπο. Οι τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται για την ταυτοποίηση αποστέλλονται μετά από διαβουλεύσεις ή/και κατόπιν αίτησης κάποιου άλλου κράτους μέλους. Εάν υπάρχουν περισσότερα ΕΕΣ ή περισσότερες ΑΕ για το ίδιο πρόσωπο, συμπληρώνονται αυτοτελή έντυπα A για κάθε ΕΕΣ ή ΑΕ. Το ΕΕΣ ή η ΑΕ και το έντυπο Α πρέπει να διαλαμβάνουν επαρκή πληροφοριακά στοιχεία [τούτο ισχύει ιδίως για το τμήμα (ε) του ΕΕΣ: Περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τόπου, πεδίο 044: Περιγραφή της αξιόποινης πράξης], ούτως ώστε να μπορούν οι άλλες υπηρεσίες Sirene να ελέγξουν την εγκυρότητα της καταχώρισης. Παρ’ όλα αυτά, ανταλλάσσονται μόνον οι απαραίτητες πληροφορίες.
3.5.
3.5.1. Συμπληρωματικές πληροφορίες που πρέπει να αποστέλλονται σε σχέση με ένα ΕΕΣ Το έντυπο A πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ίδιες πληροφορίες που ισχύουν για ένα ΕΕΣ. Οι πληροφορίες στο πεδίο 044 πρέπει να περιλαμβάνουν σύντομη περίληψη των πραγματικών περιστατικών. Περιεχόμενο του εντύπου A:
239: αναφέρεται ότι το έντυπο αφορά αποκλειστικά ΕΕΣ,
272: αναγράφεται ο αύξων αριθμός του ΕΕΣ προκειμένου να γίνεται διάκριση μεταξύ περισσοτέρων ΕΕΣ για το ίδιο πρόσωπο,
006-013, 266, 275, 237-238 και 050-061: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες που είναι καταχωρημένες στο SIS ΙΙ και αντιστοιχούν στο τμήμα (α) του ΕΕΣ,
030-033 και 251-259: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (θ) του ΕΕΣ,
240-241 και 035-037: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (β) του ΕΕΣ,
034, 038, 039: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (γ) του ΕΕΣ,
243-244: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (δ) του ΕΕΣ. Αν δεν έχει εκδοθεί απόφαση ερήμην, τα πεδία παραμένουν κενά. Στο πεδίο 244, είναι δυνατό να αναγράφεται απλή περιγραφή χωρίς παράθεση του κειμένου της σχετικής νομοθεσίας,
245, 247, 040-045 και 047: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (ε) του ΕΕΣ,
267: αναγράφονται οι πληροφορίες από το τμήμα (στ). Δεν παρατίθεται το κείμενο των σχετικών διατάξεων νόμου,
249: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (ζ). Αν δεν υπάρχει αίτηση για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, το πεδίο παραμένει κενό,
250: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (ζ). Διευκρινίζεται επίσης ο τόπος όπου βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο, εφόσον είναι γνωστός,
268: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (η),
260-264: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (θ),
269-271: αναγράφονται οι συναφείς πληροφορίες από το τμήμα (θ) αλλά μόνον εφόσον διαφέρουν από τα πεδία 251, 252 και 032,
400 και 403: είναι δυνατό να επισυνάπτονται πρόσθετα έγγραφα.
3.5.2. Συμπληρωματικές πληροφορίες που πρέπει να αποστέλλονται σε σχέση με το μέτρο της προσωρινής κράτησης
3.5.2.
3.5.2.1. Έκδοση καταχώρισης με βάση τόσο ένα ΕΕΣ όσο και μία ΑΕ Κατά την έκδοση καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου ενόψει της έκδοσής του, αποστέλλονται σε όλα τα κράτη μέλη συμπληρωματικές πληροφορίες με χρήση του εντύπου Α. Σε περίπτωση που τα δεδομένα που περιέχει η καταχώριση και οι συμπληρωματικές πληροφορίες που έχουν σταλεί στα κράτη μέλη σε σχέση με ένα ΕΕΣ δεν επαρκούν για την έκδοση, παρέχονται επιπρόσθετες πληροφορίες. Στο πεδίο 239 επισημαίνεται ότι το έντυπο αφορά τόσο ένα ΕΕΣ όσο και μία ΑΕ.
3.5.2.2. Έκδοση καταχώρισης με βάση μόνο ΑΕ Κατά την έκδοση καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου ενόψει της έκδοσής του, αποστέλλονται σε όλα τα κράτη μέλη συμπληρωματικές πληροφορίες με χρήση του εντύπου Α. Στο πεδίο 239 επισημαίνεται ότι το έντυπο αφορά μία ΑΕ.
3.6. Προσθήκη ειδικής ένδειξης Για τους γενικούς κανόνες, βλέπε την ενότητα 2.6. Αν τουλάχιστον ένα από τα ΕΕΣ ή μία από τις ΑΕ που έχουν επισυναφθεί στην καταχώριση μπορεί να εκτελεσθεί, δεν προστίθεται ειδική ένδειξη στην καταχώριση. Η έκδοση καταχώρισης που φέρει ειδική ένδειξη λογίζεται ως έχουσα ως σκοπό τη γνωστοποίηση του σημείου εντοπισμού του προσώπου για το οποίο εκδόθηκε η καταχώριση.
3.7. Ενέργειες της υπηρεσίας Sirene μετά τη λήψη καταχώρισης με σκοπό τη σύλληψη Όταν μία υπηρεσία Sirene λαμβάνει το έντυπο A, οφείλει, το συντομότερο δυνατό, να ερευνήσει όλες τις διαθέσιμες πηγές με στόχο τον εντοπισμό του υποκειμένου. Αν οι πληροφορίες που έχει διαθέσει το κράτος μέλος έκδοσης δεν επαρκούν για την αποδοχή από το κράτος μέλος που έχει λάβει την αίτηση, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τη διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών. Σε περίπτωση που μία καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη επικυρωθεί και το υποκείμενό της έχει εντοπισθεί ή συλληφθεί στο κράτος μέλος, οι πληροφορίες τις οποίες περιέχει το έντυπο A πρέπει να διαβιβάζονται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που εκτελεί το ΕΕΣ ή την ΑΕ. Αν ζητηθεί το αρχικό ΕΕΣ ή η αρχική ΑΕ, πρέπει να αποστέλλεται από τη δικαστική αρχή έκδοσης απευθείας στη δικαστική αρχή εκτέλεσης (με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης πρόβλεψης στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης ή εκτέλεσης).
3.8. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.3. Επιπροσθέτως, ακολουθείται η εξής διαδικασία: Επιπλέον, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης ενημερώνει όλες τις άλλες υπηρεσίες Sirene για το θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό το έντυπο Μ, υπό την προϋπόθεση ότι το θετικό αποτέλεσμα προέκυψε εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης της καταχώρισης. Μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος, οι πληροφορίες αποστέλλονται μόνο στα κράτη μέλη που τις ζητούν.
3.8. α)
ένα θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης σχετικά με ένα άτομο για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση με σκοπό τη σύλληψη πρέπει οπωσδήποτε να γνωστοποιείται αμέσως στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης. Εξάλλου, μετά την αποστολή του εντύπου G, το θετικό αποτέλεσμα πρέπει επιπλέον να γνωστοποιείται τηλεφωνικώς στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης·
β)
εν ανάγκη, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης διαβιβάζει ακολούθως τις τυχόν συναφείς ειδικές πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους μέτρα που είναι σκόπιμο να ληφθούν από την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης.
4. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΕΙΣΟΔΟΥ Ή ΔΙΑΜΟΝΗΣ (ΑΡΘΡΟ 24 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ SIS II)
Ακολουθείται η κατωτέρω διαδιυασία ελέγχων και ενεργειών:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
κατάχρηση ταυτότητας,
καταχώριση ψευδωνύμου,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης,
ειδική περίπτωση μέλους της οικογένειας πολίτη της ΕΕ.
4.
4.1. Εισαγωγή καταχώρισης Σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού SIS II, επιτρέπεται η εισαγωγή καταχώρισης στο SIS II με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής για υπηκόους τρίτων χωρών με βάση εθνική καταχώριση εκδοθείσα με αιτιολογία απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή ασφάλειας ή κατά της εθνικής ασφάλειας. Καταχώριση μπορεί επίσης να εισάγεται με βάση το γεγονός ότι εις βάρος του εκάστοτε υπηκόου τρίτης χώρας έχει επιβληθεί το μέτρο της απέλασης, άρνησης εισόδου ή απομάκρυνσης, το οποίο δεν αναβλήθηκε ούτε ανεστάλη και περιλαμβάνει ή συνοδεύεται από απαγόρευση εισόδου ή διαμονής, στηριζόμενη στη μη τήρηση του εθνικού δικαίου περί εισόδου ή διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών. Εξάλλου, το άρθρο 26 του κανονισμού SIS II ορίζει ότι, εφόσον πληρούνται ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, εισάγονται επίσης καταχωρίσεις σχετικές με υπήκοο τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει επιβληθεί περιοριστικό μέτρο με σκοπό την αποτροπή της εισόδου ή της διέλευσης μέσω του εδάφους των κρατών μελών, το οποίο ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 15 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού SIS II, ειδικοί κανόνες ισχύουν για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών. Η υπηρεσία Sirene πρέπει στο μέτρο του δυνατού να μπορεί να διαθέσει τυχόν πληροφορίες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να αξιολογηθεί το κατά πόσον είναι σκόπιμη η εισαγωγή καταχώρισης με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής για πρόσωπο το οποίο απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
4.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.2.
4.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής
Οι καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα, για τη διενέργεια ελέγχου ή για δικαστική διαδικασία.
4.3. Κατάχρηση ταυτότητας Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.1.
4.4. Καταχώριση ψευδωνύμου Για τους γενικούς κανόνες, βλέπε την ενότητα 2.11.2.
4.5. Ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης
Η διεξαγωγή των διαδικασιών ενημέρωσης που καθορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κώδικα συνόρων του Σένγκεν και των διαδικασιών διαβούλευσης που καθορίζονται στο άρθρο 25 της σύμβασης Σένγκεν υπάγεται στις αρμοδιότητες των αρχών που είναι αρμόδιες για τους ελέγχους στα σύνορα και για την έκδοση τίτλων διαμονής ή θεωρήσεων. Καταρχήν, οι υπηρεσίες Sirene δεν συμμετέχουν στις διαδικασίες αυτές παρά μόνο με σκοπό τη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών οι οποίες σχετίζονται άμεσα με καταχωρίσεις (π.χ. γνωστοποίηση θετικού αποτελέσματος αναζήτησης, αποσαφήνιση ταυτότητας), καθώς και τη διαγραφή καταχωρίσεων. Ωστόσο, οι υπηρεσίες Sirene δύνανται επίσης να συμπράττουν στη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών αναγκαίων για την απέλαση υπηκόου τρίτης χώρας ή την άρνηση εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας· ακόμη είναι δυνατό να συμμετέχουν στη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών.
4.5.
4.5.1. Ανταλλαγή πληροφοριών κατά την έκδοση τίτλων διαμονής ή θεωρήσεων
Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
4.5.1.
grp_1 α)
με την επιφύλαξη της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται για την ανταλλαγή πληροφοριών και διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 25 της σύμβασης Σένγκεν και με την επιφύλαξη επίσης του σημείου 4.6, που αναφέρεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για υπήκοο τρίτης χώρας που απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας (στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτική η διαβούλευση με την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης), το κράτος μέλος εκτέλεσης δύναται να ενημερώνει το κράτος μέλος που εξέδωσε καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής για το γεγονός ότι η καταχώριση ταυτοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση τίτλου διαμονής ή θεώρησης. Το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση δύναται ακολούθως να ενημερώσει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη εφόσον το θεωρεί σκόπιμο, χρησιμοποιώντας το έντυπο Μ·
β)
εφόσον τους ζητηθεί, και τηρουμένης της εκάστοτε εθνικής νομοθεσίας, οι υπηρεσίες Sirene των οικείων κρατών μελών δύνανται να διευκολύνουν τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών στις κατάλληλες υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση τίτλων διαμονής και θεωρήσεων.
Ειδικές διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 25 της σύμβασης Σένγκεν
Η διαδικασία βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 1 της σύμβασης Σένγκεν
Αν ένα κράτος μέλος που εξετάζει τη σκοπιμότητα έκδοσης τίτλου διαμονής ανακαλύψει ότι για τον συγκεκριμένο αιτούντα υπάρχει καταχώριση άλλου κράτους μέλους με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής, πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση μέσω των υπηρεσιών Sirene. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιείται στο έντυπο Ν. Η καταχώριση διαγράφεται εφόσον, μετά τις διαβουλεύσεις, το κράτος μέλος εμμένει στην απόφασή του να εκδώσει τον τίτλο διαμονής. Παρ’ όλα αυτά, ένα φυσικό πρόσωπο είναι δυνατό να καταχωρισθεί στον εθνικό κατάλογο ενός κράτους μέλους με τις καταχωρίσεις που έχουν ως σκοπό την άρνηση εισόδου.
Η διαδικασία βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 2 της σύμβασης Σένγκεν
Αν ένα κράτος μέλος που εισήγαγε καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής διαπιστώσει ότι στο άτομο που αποτελεί υποκείμενο της καταχώρισης έχει χορηγηθεί τίτλος διαμονής, κινεί διαδικασία διαβουλεύσεων με το κράτος μέλος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, μέσω των υπηρεσιών Sirene και με χρήση του εντύπου Ο. Διαβουλεύσεις μέσω των υπηρεσιών Sirene και με χρήση του εντύπου Ο πραγματοποιούνται επίσης αν το κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής διαπιστώσει μεταγενέστερα ότι για το συγκεκριμένο άτομο υπάρχει και έχει εισαχθεί στο SIS II καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής. Αν ένα τρίτο κράτος μέλος (δηλαδή όχι αυτό που χορήγησε τον τίτλο διαμονής αλλά ούτε και αυτό που εξέδωσε την καταχώριση) ανακαλύψει ότι υπάρχει καταχώριση για υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαθέτει τίτλο διαμονής εκδοθέντα από ένα κράτος μέλος, ενημερώνει σχετικά τόσο το κράτος μέλος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής όσο και το κράτος μέλος που εξέδωσε την καταχώριση, μέσω των υπηρεσιών Sirene και με χρήση του εντύπου Η. Αν η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 της σύμβασης Σένγκεν συνεπάγεται τη διαγραφή καταχώρισης με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής, οι υπηρεσίες Sirene παρέχουν, εφόσον τους ζητηθεί, τη συνδρομή τους, σε συμμόρφωση με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία.
4.5.2. Ανταλλαγή πληροφοριών κατά την άρνηση εισόδου ή την απέλαση από το έδαφος Σένγκεν
Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία: Σε περίπτωση σύλληψης στα σύνορα ενός ατόμου για το οποίο έχει εκδοθεί καταχώριση, πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες που καθορίζονται στον κώδικα συνόρων του Σένγκεν καθώς και αυτές που έχει καθορίσει το κράτος μέλος έκδοσης. Ενίοτε μπορεί επίσης να υπάρχει κατεπείγουσα ανάγκη για την ανταλλαγή συμπληρωματικών πληροφοριών μέσω των υπηρεσιών Sirene σε ειδικές περιπτώσεις και με στόχο την ασφαλή εξακρίβωση της ταυτότητας ενός φυσικού προσώπου (βλέπε την ενότητα 2.8.3).
4.5.2.
grp_1 α)
με την επιφύλαξη των ειδικών διαδικασιών που προβλέπονται για την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχεία α) και γ) του κώδικα συνόρων του Σένγκεν και με την επιφύλαξη επίσης του σημείου 4.6, που αναφέρεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για υπήκοο τρίτης χώρας που απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας (στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτική η διαβούλευση με το κράτος μέλος έκδοσης μέσω της εθνικής του υπηρεσίας Sirene), ένα κράτος μέλος δύναται να ζητήσει να ενημερώνεται για κάθε θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης σε σχέση με καταχωρίσεις για άρνηση εισόδου ή διαμονής που έχει εκδώσει το ίδιο. Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας υποβάλλει σχετική αίτηση στα άλλα κράτη μέλη γραπτώς·
β)
το κράτος μέλος εκτέλεσης δύναται με δική του πρωτοβουλία να ενημερώσει το κράτος μέλος έκδοσης ότι υπήρξε ταυτοποίηση της καταχώρισης και ότι δεν επετράπη στον εκάστοτε υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει ή ότι αυτός απελάθη από το έδαφος Σένγκεν·
γ)
σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος συλλάβει στο έδαφός του έναν υπήκοο τρίτης χώρας για τον οποίον έχει εκδοθεί καταχώριση, το κράτος μέλος έκδοσης διαβιβάζει, εφόσον του ζητηθεί, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την επιστροφή του οικείου προσώπου. Οι εν λόγω πληροφορίες, σε συνάρτηση με τις ανάγκες του κράτους μέλους εκτέλεσης και εφόσον είναι διαθέσιμες στο κράτος μέλος έκδοσης, είναι σκόπιμο να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
είδος και αιτιολόγηση της απόφασης,
αρχή που εξέδωσε την απόφαση,
ημερομηνία έκδοσης της απόφασης,
ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης της απόφασης,
ημερομηνία εκτέλεσης,
ημερομηνία λήξης ισχύος της απόφασης ή διάρκεια ισχύος της.
Ειδικές διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 4 στοιχεία α) και γ) του κώδικα συνόρων του Σένγκεν
Η διαδικασία για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α)
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, όταν για έναν υπήκοο τρίτης χώρας έχει εκδοθεί καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής και συγχρόνως ένα κράτος μέλος του έχει χορηγήσει τίτλο διαμονής ή θεώρηση επιστροφής, πρέπει να επιτρέπεται στο πρόσωπο αυτό η είσοδος στην επικράτεια με σκοπό τη μετάβαση στο κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής ή τη θεώρηση επιστροφής, κατά τη διέλευση των συνόρων σε άλλο κράτος μέλος. Η είσοδος μπορεί να απαγορευθεί αν το υπόψη κράτος μέλος έχει εκδώσει εθνική καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου. Αν ο εκάστοτε υπήκοος τρίτης χώρας επιχειρήσει να εισέλθει στο κράτος μέλος που εισήγαγε την καταχώριση στο SIS II, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να του αρνηθεί την είσοδο. Παρ’ όλα αυτά, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, η υπηρεσία Sirene του υπόψη κράτους μέλους πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό το έντυπο Ο, προκειμένου να μπορέσει η αρμόδια αρχή να κρίνει κατά πόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι για την ανάκληση του τίτλου διαμονής. Αν δεν ανακληθεί ο τίτλος διαμονής, η καταχώριση που υπάρχει στο SIS II διαγράφεται, αλλά είναι παρ’ όλα αυτά δυνατό να εισαχθεί για το συγκεκριμένο άτομο καταχώριση στον εθνικό κατάλογο καταχωρίσεων με σκοπό την άρνηση εισόδου. Αν ο ενδιαφερόμενος επιχειρήσει να εισέλθει στο κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής, πρέπει να του επιτραπεί να εισέλθει στην επικράτεια, αλλά η υπηρεσία Sirene του εν λόγω κράτους μέλους, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, αποστέλλει το έντυπο Ο στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταχώριση, ούτως ώστε να μπορέσουν οι οικείες αρμόδιες αρχές να αποφασίσουν σχετικά με την ανάκληση του τίτλου διαμονής ή τη διαγραφή της καταχώρισης. Αν ο εκάστοτε υπήκοος τρίτης χώρας επιχειρήσει να εισέλθει σε τρίτο κράτος μέλος, δηλαδή σε κράτος μέλος που δεν συμπίπτει ούτε με το κράτος που εξέδωσε την καταχώριση ούτε με το κράτος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, και το εν λόγω τρίτο κράτος μέλος διαπιστώσει ότι υπάρχει καταχώριση στο SIS II για το συγκεκριμένο άτομο αλλά ότι παρ’ όλα αυτά αυτό διαθέτει τίτλο διαμονής που του έχει χορηγήσει ένα από τα κράτη μέλη, επιτρέπει τη διέλευση με προορισμό το κράτος μέλος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής. Η είσοδος μπορεί να απαγορευθεί αν το υπόψη τρίτο κράτος μέλος έχει συμπεριλάβει τον ενδιαφερόμενο στον εθνικό του κατάλογο καταχωρίσεων. Σε αμφότερες περιπτώσεις, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, η εθνική του υπηρεσία Sirene αποστέλλει στις υπηρεσίες Sirene των οικείων δύο κρατών μελών το έντυπο H ενημερώνοντάς τα για την αντίφαση και καλώντας τα να συνεννοηθούν μεταξύ τους προκειμένου είτε να διαγραφεί η καταχώριση που υπάρχει στο SIS II είτε να ανακληθεί ο τίτλος διαμονής. Το τρίτο κράτος μέλος δύναται επίσης να ζητήσει να τηρηθεί ενήμερο για την έκβαση των τυχόν διαβουλεύσεων.
Η διαδικασία για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο γ)
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο γ), ένα κράτος μέλος δύναται να παρεκκλίνει από την αρχή σύμφωνα με την οποία πρέπει να απαγορεύεται η είσοδος σε άτομα για τα οποία υπάρχει καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου, αν συντρέχουν λόγοι ανθρωπιστικοί ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους που επέτρεψε την είσοδο ενημερώνει σχετικά την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης, χρησιμοποιώντας το έντυπο Η.
4.6. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για υπήκοο τρίτης χώρας που απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας Αν υπάρξει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38/ΕΚ:
4.6. α)
κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης επικοινωνεί πάραυτα με την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης χρησιμοποιώντας το έντυπο G, προκειμένου να λάβει τις πληροφορίες που χρειάζεται για να αποφασίσει αμελλητί επί των ενεργειών που πρέπει να αναληφθούν·
β)
μόλις λάβει αίτηση για την παροχή πληροφοριών, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης αρχίζει πάραυτα να συγκεντρώνει τις ζητούμενες πληροφορίες και τις αποστέλλει το ταχύτερο δυνατό στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης·
γ)
το κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει μέσω της εθνικής του υπηρεσίας Sirene την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης για το κατά πόσον η ζητηθείσα ενέργεια εκτελέστηκε (οπότε χρησιμοποιείται το έντυπο G) ή, αντιθέτως, δεν εκτελέστηκε (οπότε χρησιμοποιείται το έντυπο Η).
4.7. Διαγραφή καταχωρίσεων που έχουν εισαχθεί σε σχέση με πολίτες της ΕΕ Όταν ένας υπήκοος τρίτης χώρας για τον οποίον έχει εκδοθεί καταχώριση με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής αποκτά την ιθαγένεια ενός από τα κράτη μέλη της ΕΕ, η καταχώριση διαγράφεται. Αν η αλλαγή ιθαγένειας περιέλθει σε γνώση της υπηρεσίας Sirene χώρας διαφορετικής από εκείνη που εξέδωσε την καταχώριση, η πρώτη υπηρεσία αποστέλλει στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης το έντυπο J, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για τη διόρθωση και τη διαγραφή δεδομένων με διαπιστωμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα (βλέπε την ενότητα 2.7).
5. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΘΕΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ (ΑΡΘΡΟ 32 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SIS II)
Ακολουθείται η κατωτέρω διαδιυασία ελέγχων και ενεργειών:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
κατάχρηση ταυτότητας,
καταχώριση ψευδωνύμου,
προσθήκη ειδικής ένδειξης,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
5.
5.1. Εισαγωγή καταχώρισης Κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, εισάγονται στο SIS II δεδομένα για τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων, τόσο ανηλίκων όσο και ενηλίκων, προκειμένου να εξακριβωθεί το πού βρίσκονται ή να τεθούν αυτά υπό προστασία: Εν προκειμένω εφαρμόζονται, αναλόγως της περιπτώσεως, οι εθνικές διαδικασίες για το ποιος και με ποιον τρόπο νομιμοποιείται να ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας για εξαφανισθέν πρόσωπο, ταυτόχρονα με την έναρξη της έρευνας. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II, προστίθενται στην καταχώριση τα δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες του εξαφανισθέντος προσώπου εφόσον είναι διαθέσιμα.
πρόσωπα που έχουν εξαφανισθεί και τα οποία πρέπει να τεθούν υπό προστασία:
5.1.
pt_1 i)
για δική τους προστασία·
ii)
για την αποτροπή απειλών,
εξαφανισθέντα πρόσωπα για τα οποία επιβάλλεται να εξακριβωθεί το πού βρίσκονται χωρίς να είναι αναγκαία η θέση τους υπό προστασία.
5.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.2.
5.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων για εξαφανισθέντα πρόσωπα
Οι καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου και με τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή τη διενέργεια ελέγχου.
5.3. Κατάχρηση ταυτότητας Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.1.
5.4. Καταχώριση ψευδωνύμου Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.2.
5.5. Προσθήκη ειδικής ένδειξης Η προσθήκη ειδικής ένδειξης μπορεί να ζητηθεί έπειτα από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης. Για την προσθήκη ειδικής ένδειξης ακολουθούνται οι γενικές διαδικασίες που περιγράφονται στην ενότητα 2.6. Δεν προβλέπεται η ανάληψη εναλλακτικών ενεργειών σε σχέση με εξαφανισθέντα πρόσωπα.
5.6. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης. Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.3. Επιπροσθέτως ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:
5.6. α)
στο μέτρο του δυνατού, οι υπηρεσίες Sirene διαβιβάζουν τα απαραίτητα ιατρικά στοιχεία για το εκάστοτε εξαφανισθέν πρόσωπο ή πρόσωπα, εφόσον είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την προστασία του/του(ς). Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες δεν φυλάσσονται παρά μόνο για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες της ιατρικής αγωγής που παρέχεται στον ενδιαφερόμενο·
β)
η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης γνωστοποιεί οπωσδήποτε το σημείο εντοπισμού του εκάστοτε προσώπου στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης·
γ)
βάσει του άρθρου 33 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II, η γνωστοποίηση του σημείου εντοπισμού ενός ενήλικου προσώπου που έχει εξαφανισθεί στο πρόσωπο που δήλωσε την εξαφάνιση προϋποθέτει τη συναίνεση του εξαφανισθέντος προσώπου. Παρ’ όλα αυτά, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να γνωστοποιήσουν στο πρόσωπο που δήλωσε την εξαφάνιση το γεγονός ότι διεγράφη η σχετική καταχώριση έπειτα από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
6. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (ΑΡΘΡΟ 34 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SIS II)
Ακολουθείται η κατωτέρω διαδιυασία ελέγχων και ενεργειών:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
κατάχρηση ταυτότητας,
καταχώριση ψευδωνύμου,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
6.
6.1. Εισαγωγή καταχώρισης Κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, εισάγονται στο SIS II δεδομένα για τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων, με σκοπό τη γνωστοποίηση του τόπου διαμονής ή κατοικίας τους: Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II, προστίθενται στην καταχώριση τα δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες του οικείου προσώπου εφόσον είναι διαθέσιμα.
μάρτυρες,
πρόσωπα που κλητεύονται ή πρόσωπα αναζητούμενα ενόψει κλητεύσεως για να εμφανισθούν ενώπιον των δικαστικών αρχών στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για να καταθέσουν σχετικά με πράξεις για τις οποίες διώκονται,
πρόσωπα στα οποία πρέπει να επιδοθεί απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή άλλα έγγραφα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για να καταθέσουν σχετικά με πράξεις για τις οποίες διώκονται,
πρόσωπα προς τα οποία πρέπει να επιδοθεί κλήτευση να εμφανιστούν για να εκτίσουν στερητική της ελευθερίας ποινή.
6.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.2.
6.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων που αφορούν δικαστική διαδικασία
Οι καταχωρίσεις που αφορούν δικαστική διαδικασία είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη φυσικού προσώπου και με τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα. Αντιθέτως, δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ή την άρνηση εισόδου.
6.3. Κατάχρηση ταυτότητας Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.1.
6.4. Καταχώριση ψευδωνύμου Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.2.
6.5. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης. Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.3. Επιπροσθέτως, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:
6.5. α)
ο πραγματικός τόπος διαμονής ή κατοικίας εξακριβώνεται με όλα τα μέσα που επιτρέπει η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο εντοπίστηκε το εκάστοτε πρόσωπο·
β)
σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τις καταχωρίσεις σχετικά με εξαφανισθέντα πρόσωπα, δεν απαιτείται συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου για τη γνωστοποίηση του τόπου διαμονής ή κατοικίας στις αρμόδιες αρχές.
7. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΥΣ Ή ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ (ΑΡΘΡΟ 36 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SIS II)
Ακολουθείται η κατωτέρω διαδιυασία ελέγχων και ενεργειών:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
κατάχρηση ταυτότητας,
καταχώριση ψευδωνύμου,
ανταλλαγή πληροφοριών κατά την έκδοση καταχωρίσεως κατόπιν αιτήσεως των αρχών που είναι αρμόδιες για την κρατική ασφάλεια,
προσθήκη ειδικής ένδειξης,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
7.
7.1. Εισαγωγή καταχώρισης Κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, επιτρέπεται η καταχώριση στο SIS II δεδομένων για πρόσωπα και αντικείμενα (οχήματα, πλοία, αεροσκάφη και εμπορευματοκιβώτια) με σκοπό τη διενέργεια διακριτικών ή ειδικών ελέγχων. Με τον όρο ειδικός έλεγχος νοείται ο ενδελεχής έλεγχος προσώπων, οχημάτων, πλοίων και αεροσκαφών, ενώ ο διακριτικός έλεγχος διενεργείται κατά τρόπο που δεν θέτει σε κίνδυνο τον διακριτικό χαρακτήρα του. Η εισαγωγή τέτοιων καταχωρίσεων επιτρέπεται με σκοπό τη δίωξη για αξιόποινες πράξεις και για την αποτροπή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II. Έκδοση καταχώρισης με σκοπό τη διενέργεια διακριτικού ή ειδικού ελέγχου επιτρέπεται επίσης κατόπιν αιτήσεως των αρχών που είναι αρμόδιες για την εθνική ασφάλεια σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3 της απόφασης SIS II. Βάσει του άρθρου 37 παράγραφος 4 της απόφασης SIS II, εάν η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους δεν επιτρέπει τη διενέργεια ειδικών ελέγχων, το εν λόγω μέτρο μετατρέπεται αυτομάτως στο εν λόγω κράτος μέλος σε διακριτική παρακολούθηση. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 της απόφασης SIS II, προστίθενται στην καταχώριση τα δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες του οικείου προσώπου εφόσον είναι διαθέσιμα.
7.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.2.
7.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων
Οι καταχωρίσεις που αφορούν φυσικό πρόσωπο και αποβλέπουν στη διενέργεια διακριτικού ή ειδικού ελέγχου δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις με σκοπό τη σύλληψη, τις καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου, τις καταχωρίσεις για εξαφανισθέντα πρόσωπα και τις καταχωρίσεις για δικαστική διαδικασία. Οι καταχωρίσεις που αφορούν αντικείμενα και αποβλέπουν στη διενέργεια διακριτικών ή ειδικών ελέγχων δεν είναι συμβατές με καμία άλλη κατηγορία καταχωρίσεων. Οι καταχωρίσεις με σκοπό τη διενέργεια διακριτικών ελέγχων δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις για τη διενέργεια ειδικών ελέγχων.
7.3. Κατάχρηση ταυτότητας Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.1.
7.4. Καταχώριση ψευδωνύμου Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.11.2.
7.5. Ενημέρωση των άλλων κρατών μελών κατά την έκδοση καταχωρίσεων μετά από αίτηση των αρμοδίων για την εθνική ασφάλεια αρχών (άρθρο 36 παράγραφος 3 της απόφασης) Κατά την εισαγωγή καταχώρισης κατόπιν αιτήσεως αρχής αρμόδιας για την εθνική ασφάλεια, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης ενημερώνει σχετικά όλες τις άλλες υπηρεσίες Sirene χρησιμοποιώντας το έντυπο Μ. Το έντυπο πρέπει να περιλαμβάνει την ονομασία της αρχής που ζητά την εισαγωγή της καταχώρισης και τα στοιχεία επικοινωνίας της. Το απόρρητο ορισμένων πληροφοριών διασφαλίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, μεταξύ άλλων με τον διαχωρισμό κάθε επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών Sirene από οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων για την εθνική ασφάλεια υπηρεσιών.
7.6. Προσθήκη ειδικής ένδειξης Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.6. Δεν προβλέπεται η ανάληψη εναλλακτικών ενεργειών σε σχέση με καταχωρίσεις για τη διενέργεια διακριτικών ή ειδικών ελέγχων. Εξάλλου, αν η υπηρεσία κρατικής ασφάλειας του κράτους μέλους εκτέλεσης κρίνει ότι η καταχώριση επιβάλλει την απόθεση δείκτη εγκυρότητας, επικοινωνεί με την εθνική της υπηρεσία Sirene και την πληροφορεί για την αδυναμία εκτέλεσης της επιβαλλόμενης ενέργειας. Ακολούθως, η υπηρεσία Sirene ζητά την απόθεση δείκτη αποστέλλοντας το έντυπο F στην υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης. Δεν είναι αναγκαίο να εξηγούνται οι λόγοι για την απόθεση του δείκτη.
7.7. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.3. Επιπροσθέτως ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες: Όταν υπάρχει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για καταχώριση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 3 της απόφασης SIS II, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης ενημερώνει την υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους έκδοσης για τα αποτελέσματα (ενόψει της διενέργειας είτε διακριτικού είτε ειδικού ελέγχου), χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό το έντυπο G. Συγχρόνως, η υπηρεσία Sirene του κράτους μέλους εκτέλεσης ενημερώνει σχετικά την οικεία εγχώρια υπηρεσία η οποία είναι επιφορτισμένη με την εθνική ασφάλεια.
8. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ Ή ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (ΑΡΘΡΟ 38 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ SIS II)
Εξετάζεται η σκοπιμότητα λήψης των ακόλουθων μέτρων:
εισαγωγή καταχώρισης,
έλεγχος της ύπαρξης πολλαπλών καταχωρίσεων,
ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης.
8.
8.1. Εισαγωγή καταχώρισης Επιτρέπεται η εισαγωγή στο SIS II δεδομένων για τα ακόλουθα είδη αντικειμένων προκειμένου αυτά να κατασχεθούν ή να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία:
αυτοκίνητα οχήματα κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 50 κυβικών εκατοστών, πλοία και αεροσκάφη,
ρυμούλκες βάρους, χωρίς φορτίο, άνω των 750 χιλιογράμμων, τροχόσπιτα, βιομηχανικός εξοπλισμός, εξωλέμβιες μηχανές και εμπορευματοκιβώτια,
πυροβόλα όπλα,
ασυμπλήρωτα επίσημα έγγραφα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απολεσθεί,
εκδοθέντα έγγραφα ταυτότητας, όπως διαβατήρια, δελτία ταυτότητας, άδειες οδήγησης, τίτλοι διαμονής και ταξιδιωτικά έγγραφα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί ή ακυρωθεί,
άδειες κυκλοφορίας οχημάτων και πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί ή ακυρωθεί,
τραπεζογραμμάτια (προσημειωμένα χαρτονομίσματα),
χρεόγραφα και μέσα πληρωμής, όπως επιταγές, πιστωτικές κάρτες, ομολογίες και μετοχές που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί ή ακυρωθεί.
8.2. Πολλαπλές καταχωρίσεις
Βλέπε τη γενική διαδικασία στην ενότητα 2.2.
8.2. Συμβατότητα καταχωρίσεων με σκοπό την κατάσχεση και χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου
Οι καταχωρίσεις με σκοπό την κατάσχεση και χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου δεν είναι συμβατές με τις καταχωρίσεις για τη διενέργεια ελέγχων.
8.3. Ανταλλαγή πληροφοριών μετά από θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης Εφόσον τους ζητηθεί, οι υπηρεσίες Sirene αποστέλλουν το συντομότερο δυνατό συμπληρωματικές πληροφορίες με το έντυπο P, ως απάντηση στο έντυπο G, κάθε φορά που υπάρχει θετικό αποτέλεσμα αναζήτησης για καταχώριση που έχει εκδοθεί σχετικά με όχημα, πλοίο, αεροσκάφος ή εμπορευματοκιβώτιο και αποβλέπει σε κατάσχεση ή χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 36 της απόφασης SIS II. Επειδή η αίτηση είναι κατεπείγουσα και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να συγκεντρωθούν άμεσα όλες οι πληροφορίες, δεν είναι υποχρεωτική η συμπλήρωση όλων των πεδίων του εντύπου P. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αφορούν τις κυριότερες επικεφαλίδες: 041, 042, 043, 162, 164, 165, 166, 167 και 169.
9. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ Άπαξ ετησίως οι υπηρεσίες Sirene παρέχουν στατιστικά δεδομένα, τα οποία πρέπει να αποστέλλονται στη Διαχειριστική Αρχή και στην Επιτροπή. Τα στατιστικά δεδομένα αποστέλλονται επίσης, κατόπιν αιτήσεως, στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και στις αρμόδιες εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων. Τα στατιστικά δεδομένα συμπεριλαμβάνουν τον αριθμό εντύπων εκάστου είδους που έχουν αποσταλεί στο κάθε κράτος μέλος. Ειδικότερα, από τα στατιστικά δεδομένα πρέπει να προκύπτει ο αριθμός θετικών αποτελεσμάτων αναζήτησης και ειδικών ενδείξεων. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των θετικών αποτελεσμάτων αναζήτησης που αφορούν καταχωρίσεις εκδοθείσες από άλλο κράτος μέλος και των θετικών αποτελεσμάτων αναζήτησης που διαπιστώνονται από ένα κράτος μέλος και αφορούν δικές του καταχωρίσεις.
10. ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΥ SIRENE ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Το παρόν εγχειρίδιο και τα λοιπά μέτρα εφαρμογής αναθεωρούνται εφόσον καταστεί αναγκαία η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων προκειμένου να διασφαλισθεί ομαλή λειτουργία.