Gelex

Αποφαση τησ Επιτροπησ της 17ης Ιουνίου 2009 σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων C 41/06 (πρώην N 318/A/04) που προτίθεται να εφαρμόσει η Δανία για την επιστροφή του φόρου CO2 στη ρυθμιζόμενη από ποσοστώσεις κατανάλωση καυσίμων στη βιομηχανία [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2009) 4517] (Το κείμενο στη δανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (2009/972/ΕΚ)

In forceVersion 2009-06-17from 2009-12-23
Grade B

mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.

Ask Gelex about this law

Address https://gelex.eu/eli/EU/act/2009/972@2009-06-17/el

Contents
  1. Preamble

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, και αφού έλαβε υπόψη της τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Με επιστολή της 20ής Ιουλίου 2004, που πρωτοκολλήθηκε στην Επιτροπή στις 22 Ιουλίου 2004 (SG/A/7988), οι δανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή το μέτρο που παρατίθεται στη συνέχεια.

(2) Με επιστολές της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 14ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες δόθηκαν με τις επιστολές της 14ης Οκτωβρίου 2004, που πρωτοκολλήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2004 (A/37970), και της 15ης Μαρτίου 2005, που πρωτοκολλήθηκε στις 15 Μαρτίου 2005 (SG/A/2724).

(3) Μετά από συνάντηση με τη ΓΔ Ανταγωνισμού και τη ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης στις 27 Απριλίου 2005, οι δανικές αρχές ζήτησαν, με επιστολή της 12ης Μαΐου 2005 που πρωτοκολλήθηκε στις 17 Μαΐου 2005 (A/33975), περισσότερο χρόνο προκειμένου να συμπληρώσουν την κοινοποίησή τους.

(4) Μετά από ορισμένες τροποποιήσεις του μέτρου, η υπόθεση συζητήθηκε περαιτέρω σε συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής και των δανικών αρχών στις 12 Οκτωβρίου 2005, στις 15 Δεκεμβρίου 2005 και στις 21 Φεβρουαρίου 2006.

(5) Με επιστολή της 10ης Ιουλίου 2006, που πρωτοκολλήθηκε στις 11 Ιουλίου 2006 (A/35577), οι δανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι θεωρούν την κοινοποίηση πλήρη και ζήτησαν από την Επιτροπή να συνεχίσει την προκαταρκτική εξέταση του μέτρου υπό τη μορφή που παρουσιάστηκε κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 2005.

(6) Η Επιτροπή, με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, ενημέρωσε τη Δανία για την απόφασή της να κινήσει σχετικά με το μέτρο αυτό τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ.

(7) Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το προτεινόμενο μέτρο.

(8) Η δανική κυβέρνηση, με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 2006, που πρωτοκολλήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2006 (A/39579) υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας.

(9) Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τους ακόλουθους ενδιαφερομένους: τη σουηδική κυβέρνηση (8 Δεκεμβρίου 2006, A/40067), τη Novo Nordisk (8 Δεκεμβρίου 2006, A/40027), τη Novozymes (11 Δεκεμβρίου 2006, A/40089) και τη Dansk Industri (12 Δεκεμβρίου 2006, A/40147). Οι παρατηρήσεις αυτές διαβιβάστηκαν στις δανικές αρχές, στις οποίες δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσουν. Τα σχόλια της δανικής κυβέρνησης λήφθηκαν με επιστολή της 5ης Φεβρουαρίου 2007, που πρωτοκολλήθηκε αυθημερόν (A/31115).

(10) Στις 12 Σεπτεμβρίου 2007, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ μελών του ιδιαίτερου γραφείου της κ. Kroes και του δανού υπουργού φορολογίας, Kristian Jensen, κατά την οποία συμφωνήθηκε να μην ληφθεί απόφαση για την προτεινόμενη φοροαπαλλαγή πριν την έγκριση των νέων κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος.

(11) Με επιστολή της 14ης Μαΐου 2008, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες που διέπουν την απαλλαγή από περιβαλλοντικούς φόρους στο πλαίσιο των νέων κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. Η Δανία απάντησε με επιστολή της 22ας Ιουλίου 2008 (A/15183) και με συμπληρωματικό έγγραφο (A/15244).

(12) Οι πληροφορίες που ζητήθηκαν, καθώς και η σχετική απάντηση, γνωστοποιήθηκαν στους ενδιαφερόμενους που είχαν υποβάλει σχόλια κατά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Μετά τη γνωστοποίηση στους τρίτους, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τη Dansk Industri (6 Οκτωβρίου 2008, A/20427), τη Novo Nordisk (7 Οκτωβρίου 2008, A/20550), τη Novozymes (8 Οκτωβρίου 2008, A/20739) και τη σουηδική κυβέρνηση (15 Οκτωβρίου 2008, A/21433).

ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ Ιστορικό

(13) Η Δανία θέσπισε το 1992 φόρο επί των εκπομπών CO2 ο οποίος επιβάλλεται στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια. Ο φόρος έχει τη μορφή φόρου κατανάλωσης και ανέρχεται σήμερα σε 90 DKK ανά τόνο εκπεμπόμενου CO2. Στόχος του φόρου CO2 είναι κυρίως να αποθαρρύνει τις εκπομπές CO2. Ο συντελεστής του φόρου για κάθε καύσιμο εξαρτάται από την περιεκτικότητα του ενεργειακού προϊόντος σε άνθρακα. Επιπλέον, από το 1977, επιβάλλεται ενεργειακός φόρος.

(14) Τα συνηθισμένα νοικοκυριά και ορισμένοι τομείς του κλάδου των υπηρεσιών καταβάλλουν πλήρως τον ενεργειακό φόρο, ενώ όλες οι υπόλοιπες εταιρείες που είναι καταχωρισμένες στα μητρώα ΦΠΑ απαλλάσσονται πλήρως από αυτόν. Τα συνηθισμένα νοικοκυριά και ορισμένοι τομείς του κλάδου των υπηρεσιών καταβάλλουν πλήρως το φόρο CO2, ενώ στις υπόλοιπες εταιρείες που είναι καταχωρισμένες στα μητρώα ΦΠΑ, επιβάλλεται ειδικός συντελεστής επιχειρήσεων. Αυτός ο λεγόμενος συντελεστής επιχειρήσεων εγκρίθηκε από την Επιτροπή τον Νοέμβριο 2005. Ο γενικός φορολογικός συντελεστής επιχειρήσεων μειώνεται περαιτέρω για την ενέργεια που χρησιμοποιείται σε ορισμένες βαριές διεργασίες. Ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για τις διεργασίες αυτές εγκρίθηκε πρόσφατα από την Επιτροπή τον Σεπτέμβριο 2005. Η έγκριση βασίστηκε στο γεγονός ότι οι δικαιούχοι συνεχίζουν να καταβάλλουν το φόρο CO2 προκειμένου να συμμορφώνονται με τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα φορολογίας τα οποία προβλέπει η οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων). Επιπλέον, ορισμένες ενεργειοβόρες επιχειρήσεις έχουν συνάψει εκούσιες συμφωνίες για την εξοικονόμηση ενέργειας με τη δανική κυβέρνηση. Σε αντάλλαγμα για την επίτευξη των στόχων που τίθενται με τις συμφωνίες αυτές, οι εν λόγω επιχειρήσεις δικαιούνται περαιτέρω έκπτωση του φόρου CO2, η οποία εγκρίθηκε πρόσφατα από την Επιτροπή τον Απρίλιο 2003.

(15) Σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (στο εξής οδηγία για την εμπορία εκπομπών), το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ (στο εξής EU ETS) τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005. Κατόπιν αυτού, ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης που καλύπτεται από την εν λόγω οδηγία πρέπει να διαθέτει δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Τα δικαιώματα είτε χορηγούνται δωρεάν στο φορέα εκμετάλλευσης, στην αρχή κάθε περιόδου εμπορίας, είτε αγοράζονται από το φορέα εκμετάλλευσης σε δημοπρασία ή/και στην αγορά. Κατά την πρώτη περίοδο εμπορίας (από 1.1.2005 έως 31.12.2007), τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να χορηγήσουν τουλάχιστον το 95 % των δικαιωμάτων χωρίς επιβάρυνση. Η Δανία επέλεξε να θέσει σε δημοπρασία με ανοικτή συμμετοχή το υπόλοιπο 5 % των δικαιωμάτων. Κατά τη δεύτερη περίοδο εμπορίας (από 1.1.2008 έως 31.12.2012), τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν να θέσουν σε δημοπρασία το 10 % των δικαιωμάτων. Η Δανία επέλεξε να χορηγήσει όλα τα δικαιώματα χωρίς επιβάρυνση.

Το κοινοποιηθέν καθεστώς

(16) Με το κοινοποιηθέν καθεστώς, οι δανικές αρχές προτείνουν να τύχουν πλήρους απαλλαγής (μέσω επιστροφής) από το φόρο CO2 όλες οι ενεργειοβόρες επιχειρήσεις που καλύπτονται από το EU ETS. Για άλλες επιχειρήσεις που καλύπτονται από το EU ETS προτείνεται να καταβάλουν φόρο CO2 που αντιστοιχεί στο 50 % του ελάχιστου επιπέδου φορολογίας. Σύμφωνα με τις δανικές αρχές, όλες οι επιχειρήσεις που καλύπτονται σήμερα από το EU ETS είναι ενεργειοβόρες σύμφωνα με τον ορισμό που προβλέπει η οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας. Κατά συνέπεια, αν εγκριθεί το κοινοποιηθέν μέτρο, η κατανάλωση ενέργειας από όλες τις βιομηχανικές διεργασίες που διέπονται από το EU ETS θα είναι επιλέξιμη για πλήρη επιστροφή του φόρου CO2.

(17) Η κοινοποιηθείσα απαλλαγή εφαρμόζεται μόνο στα καύσιμα (πετρελαιοειδή, φυσικό αέριο και άνθρακα) που χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις οι οποίες καλύπτονται από το EU ETS. Η απαλλαγή δεν καλύπτει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας ούτε τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση οικοδομών και την παροχή ζεστού νερού.

(18) Η νομική βάση των προτεινόμενων απαλλαγών είναι ο νόμος αριθ. 464 της 9ης Ιουνίου 2004.

(19) Προτείνεται να απαλλαγούν εν όλω ή εν μέρει από το φόρο CO2 για την περιγραφόμενη ανωτέρω χρήση καυσίμων όλες οι βιομηχανικές δραστηριότητες που καλύπτονται από την οδηγία για την εμπορία εκπομπών, με εξαίρεση την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. Ο αριθμός των δικαιούχων προβλέπεται να είναι 85 περίπου παραγωγικές διεργασίες κατανεμημένες σε 120 περίπου μονάδες παραγωγής.

(20) Οι δανικές αρχές εκτίμησαν την ετήσια απώλεια φορολογικών εσόδων λόγω του μέτρου σε περίπου 30 εκατ. DKK (περίπου 4 εκατ. ευρώ). Εντούτοις, με την επιστολή τους της 22ας Ιουλίου 2008, οι δανικές αρχές ανέφεραν ότι ο προϋπολογισμός του καθεστώτος θα είναι κατώτερος των εκτιμήσεων αυτών.

(21) Οι δανικές αρχές ενέκριναν τη νομική βάση του προτεινόμενου καθεστώτος το 2004, αλλά διαβεβαίωσαν ότι θα το εφαρμόσουν μόνον αν εγκριθεί από την Επιτροπή. Αν εγκριθεί, το καθεστώς θα εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2005. Η διάρκειά του δεν είναι ορισμένη, αλλά αν εγκριθεί, οι δανικές αρχές δεσμεύτηκαν να το κοινοποιήσουν εκ νέου στην Επιτροπή μετά από 10 έτη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

(22) Με την απόφασή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το μέτρο χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους. Εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις που καλύπτονται από το EU ETS, τις οποίες απαλλάσσει από δαπάνες που θα έπρεπε διαφορετικά να καλύπτουν από τον προϋπολογισμό λειτουργίας τους, δηλαδή συνιστά οικονομικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις αυτές. Η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το αν η επιλεκτικότητα του μέτρου δικαιολογούνταν από τον χαρακτήρα και τη δομή του φορολογικού συστήματος. Οι δικαιούχοι δραστηριοποιούνται σε αγορές που είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Συνεπώς, το μέτρο μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο στην εσωτερική αγορά. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή σχημάτισε την άποψη ότι το μέτρο μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση.

(23) Η Επιτροπή ερεύνησε αν το μέτρο μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με το εφαρμοστέο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος 2001, δεδομένου ότι ο φόρος που θα καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο του προτεινόμενου καθεστώτος είναι χαμηλότερος των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων που προβλέπει η οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, χωρίς εξάλλου οι δικαιούχοι επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, ή να συνάπτουν συμφωνίες που να υπερβαίνουν την εκπλήρωση εναρμονισμένης κοινοτικής υποχρέωσης.

(24) Η Επιτροπή ερεύνησε αν η σχεδιαζόμενη ενίσχυση μπορούσε να θεωρηθεί συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, λόγω της εικαζόμενης ανάγκης εξάλειψης της διπλής ρύθμισης. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή επεσήμανε ότι οι εθνικοί φόροι CO2 συνυπολογίζονται στο εθνικό επίπεδο φορολογίας της ενέργειας για τον σκοπό της συμμόρφωσης με την οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων. Συνεπώς, η προτεινόμενη απαλλαγή θα μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά εντείνοντας τη διαφοροποίηση τωνφόρων σε έναν τομέα όπου εφαρμόζεται η εναρμόνιση της φορολογίας σε κοινοτικό επίπεδο. Περαιτέρω, η χορήγηση απαλλαγής από το φόρο CO2 σε όλες τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο EU ETS θα μπορούσε να είναι αντίθετη με την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, διότι θα περιλάμβανε επιχειρήσεις στις οποίες έχουν χορηγηθεί δωρεάν δικαιώματα εκπομπής. Η Επιτροπή κάλεσε τη Δανία να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με τον μηχανισμό που επιτρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη και το ύψος, στο επίπεδο της κάθε επιχείρησης, του ποσού της πιθανής πρόσθετης επιβάρυνσης, επιπλέον του φόρου CO2, και να διασφαλιστεί ότι μόνο οι επιχειρήσεις που υφίστανται επί του παρόντος μια τέτοια επιβάρυνση, θα τύχουν της φοροαπαλλαγής. Εντούτοις, η Επιτροπή επεσήμανε ότι η απαλλαγή από το φόρο CO2 των επιχειρήσεων εκείνων που χρειάζεται να αγοράσουν πρόσθετα δικαιώματα εκπομπής αντίκειται ενδεχομένως στην περιβαλλοντική λογική — καθώς μπορεί να οδηγήσει σε παροχή πλεονεκτήματος σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν περιόρισαν τη μόλυνση που προκαλούν.

ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

(25) Οι σουηδικές αρχές δήλωσαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε εμπεριστατωμένη, οικονομική και νομική, ανάλυση της κοινοποιηθείσας φοροαπαλλαγής. Παρέπεμψαν στα επιχειρήματα που είχαν υποστηρίξει με δική τους κοινοποίηση για ανάλογη υπόθεση, για την οποία η Επιτροπή είχε επίσης κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας.

(26) Η Dansk Industri υποστηρίζει ότι πρέπει να διευκρινιστεί, πρώτον, ότι το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και, δεύτερον, ότι είναι συμβατό με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η Dansk Industri υποχρεούται να καταβάλλει φόρο CO2, ενεργειακό φόρο, φόρο SO2 και προσαύξηση τιμής την οποία διαχειρίζεται η Energinet.dk και διανέμεται σε παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας. Συνεπώς, οι δανικές επιχειρήσεις καταβάλλουν πολύ περισσότερα για την παραγωγή ενέργειας από τους ευρωπαίους και διεθνείς ανταγωνιστές τους.

(27) Η Novo Nordisk A/S υποστηρίζει ότι η ετήσια έκπτωση φόρου της δυνάμει του προτεινόμενου μέτρου θα είναι 200000 DKK. Ισχυρίζεται ότι αυτή η εξοικονόμηση δεν νοθεύει τον ανταγωνισμό, ιδίως διότι, στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων εκπομπών, είναι υποχρεωμένη να δαπανήσει περίπου 400000 DKK προκειμένου να επιτύχει χαμηλότερες εκπομπές CO2. Παραπέμπει στους κανόνες de minimis που της επιτρέπουν να λάβει ενίσχυση μέχρι ποσού 200000 EUR (περίπου 1,5 εκατ. DKK) εντός τριετίας. Όσον αφορά τη συμμόρφωση με την οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, η Novo Nordisk αναφέρεται στο γεγονός ότι χρησιμοποιεί ενέργεια από συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας και συνεπώς μπορεί να τύχει απαλλαγής ή έκπτωσης του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας. Περαιτέρω, είναι ενεργειοβόρος επιχείρηση και η δαπάνη που καταβάλλει για την κατανάλωση ενέργειας (επίμαχος φόρος συν δαπάνη για τη μείωση των εκπομπών CO2) είναι συνολικά υψηλότερη από τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα. Η Novo Nordisk αναφέρεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, στην οποία αναφέρεται ότι η φορολογία της ενέργειας μπορεί να αποτελέσει μέσο για την επίτευξη των στόχων του πρωτοκόλλου του Κιότο (δηλαδή έχει τον ίδιο σκοπό με το EU ETS) και καταλήγει ότι, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει διπλή ρύθμιση. Τέλος, όσον αφορά την πρόταση της Επιτροπής να αξιολογηθεί η δυνητική επιβάρυνση στο επίπεδο κάθε δικαιούχου, η Novo Nordisk επισημαίνει ότι μια τέτοια προσέγγιση θα προκαλέσει σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά την απόδοση των δαπανών στην οικεία περίοδο κ.λπ., μεταξύ άλλων, διότι ο χρόνος αγοράς των δικαιωμάτων εκπομπής δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τον χρόνο κατανάλωσης της ενέργειας.

(28) Η Novozymes A/S σχολιάζει ότι παράγει ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, για την παραγωγή ενζύμων. Η παραγωγή της θεωρείται βαριά διεργασία, πράγμα που σημαίνει ότι της επιβάλλεται φόρος μεταξύ 3 και 25 DKK ανά τόνο CO2 του χρησιμοποιούμενου καυσίμου. Καλύπτεται επίσης από το EU ETS. Τα σχόλια της. Novozymes είναι ταυτόσημα με τα σχόλια της Novo Nordisk.

ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ

(29) Οι δανικές αρχές ισχυρίζονται, παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2000 στην υπόθεση C-83/98 P, Γαλλία κατά Ladbroke Racing Ltd και Επιτροπής ότι δεν υπάρχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην εξεταζόμενη υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει κρίνει με πολλές αποφάσεις ότι αν ένα καθεστώς είναι γενικού οικονομικο-πολιτικού ή κοινωνικο-πολιτικού χαρακτήρα και δεν ευνοεί ορισμένες δραστηριότητες ή επιχειρηματικούς κλάδους, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Στην υπόθεση Adria-Wien, η απαλλαγή από τον ενεργειακό φόρο παρείχε στις επιχειρήσεις που παρήγαν αγαθά οικονομικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις του κλάδου των υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου των υπηρεσιών μπορούν επίσης να είναι σχετικά μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας. Οι δανικές αρχές ισχυρίζονται ότι το εξεταζόμενο καθεστώς δεν παρέχει πλεονέκτημα σε μια συγκεκριμένη ομάδα επιχειρήσεων, αλλά συνιστά φορολογική απαλλαγή για όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια νομική και πραγματική κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, οι δανικές αρχές θεωρούν ότι το προτεινόμενο καθεστώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(30) Επίσης, παραπέμπουν στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση Adria-Wien ότι ένα καθεστώς το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι συνιστά πλεονέκτημα για τον δικαιούχο, αλλά το οποίο δικαιολογείται λόγω του χαρακτήρα ή της δομής του συστήματος, δεν πληροί τα κριτήρια επιλεκτικότητας. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι δανικές αρχές υποστηρίζουν ότι, μετά τη θέσπιση του EU ETS, ο φόρος δεν έχει πλέον περιβαλλοντική αξία. Εφόσον ο σκοπός του φόρου δεν μπορεί πλέον να εκπληρωθεί ή έχει περιοριστεί, η λογική και η φύση του φορολογικού συστήματος επιτάσσουν την απαλλαγή των επιχειρήσεων από το φόρο.

(31) Τόσο τα δικαιώματα του EU ETS όσο και ο φόρος CO2 είναι αποτελεσματικά από άποψη κόστους και συμβατά με τους κανόνες της αγοράς μέτρα, στόχος των οποίων είναι η μείωση των εκπομπών CO2 κατά την κατανάλωση ενέργειας. Και τα δύο μέτρα συνεπάγονται αύξηση του οριακού κόστους της κατανάλωσης ενέργειας, ακόμα και αν τα δικαιώματα χορηγούνται δωρεάν. Τα δικαιώματα, όπως και οι φόροι, έχουν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο κόστος παραγωγής. Το σύνολο των εκπομπών CO2 δεν μπορεί να υπερβεί το συνολικό ύψος των δικαιωμάτων. Αν συνεπώς μια επιχείρηση μειώσει, για παράδειγμα λόγω των φόρων, τις εκπομπές της, θα επιτρέψει σε άλλες επιχειρήσεις να αυξήσουν τις δικές τους εκπομπές. Συνεπώς, στο πλαίσιο της διπλής ρυθμίσεως, ο φόρος παύει να αποτελεί αποτελεσματικό από άποψη κόστους καθοδηγητικό εργαλείο. Δεν έχει πρόσθετες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά αποτελεί απλώς πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις. Συνεπώς, οι δανικές αρχές είναι της άποψης ότι το εξεταζόμενο καθεστώς εντάσσεται στη φύση και στη λογική του φορολογικού συστήματος.

(32) Πρώτον, οι δανικές αρχές επισημαίνουν ότι το κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος 2001 δεν είναι δεσμευτικού χαρακτήρα, αλλά απλώς περιέχει κριτήρια για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή. Κατά τον χρόνο της κοινοποίησης και της λήψης από την Επιτροπή της απόφασης για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, οι σχετικές εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές περιέχονταν στο κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος 2001. Το κοινοτικό πλαίσιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει κριτήρια για την αξιολόγηση καθεστώτων όπως το εξεταζόμενο, διότι τέθηκε σε εφαρμογή περισσότερα από δύο χρόνια πριν την έκδοση της οδηγίας για την εμπορία εκπομπών και της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων. Συνεπώς, οι δανικές αρχές θεωρούν ότι η Επιτροπή ερμηνεύει εξαιρετικά περιοριστικά τις εκούσιες συμφωνίες και δεσμεύσεις που προβλέπει το σημείο 51.1.α), ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω σημείου, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και όταν ένα κράτος μέλος θέτει εξαρτά φορολογική έκπτωση από όρους που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τις εν λόγω συμφωνίες ή δεσμεύσεις. Οι δανικές αρχές είναι της γνώμης ότι το EU ETS έχει το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που θα επιτυγχανόταν με εκούσιες συμφωνίες ή με το φόρο CO2.

(33) Αν η Επιτροπή θεωρήσει ότι το καθεστώς δεν είναι συμβατό με το κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος 2001, κατά την άποψή των δανικών αρχών το καθεστώς μπορεί να εγκριθεί απευθείας βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, λόγω του ότι η κατάσταση μεταβλήθηκε σημαντικά από την έκδοση της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της οδηγίας EU ETS και οι οικείες επιχειρήσεις υπόκεινται πλέον σε διπλή ρύθμιση.

(34) Η Δανία παραπέμπει σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής το οποίο εκπονήθηκε στο πλαίσιο της έκδοσης της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων. Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή αναφέρει ότι η απαλλαγή από το φόρο CO2 επιχειρήσεων που θα υπάγονται στο κοινοτικό καθεστώς εμπορίας εκπομπών ενδέχεται να μην αποτελεί κρατική ενίσχυση, διότι η επιβολή τόσο φόρου CO2 όσο και ανώτατου ορίου εκπομπών μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή διπλής φορολογίας που πρέπει να αποφευχθεί. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του σχετικά με την οδηγία, το Συμβούλιο ανέλαβε, μετά από πρόταση της Επιτροπής, να εξετάσει θετικά φορολογικά μέτρα που θα συνοδεύουν την εφαρμογή του EU ETS, ιδίως προκειμένου να αποφευχθούν περιπτώσεις διπλής φορολογίας.

(35) Με την απόφασή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή ζήτησε από τη δανική κυβέρνηση να παράσχει πληροφορίες από τις οποίες να αποδεικνύεται ότι το καθεστώς θα έχει ως αποτέλεσμα επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων ή αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας περίπου ισοδύναμη με αυτή που θα επιτυγχανόταν αν είχε επιβληθεί ο κανονικός ελάχιστος κοινοτικός συντελεστής. Οι δανικές αρχές ισχυρίζονται ότι οι πληροφορίες αυτές προέκυπταν από τη σύγκριση μεταξύ της τιμής των δικαιωμάτων και των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων. Κατά τον χρόνο υποβολής των σχολίων της Δανίας, η τιμή των δικαιωμάτων ήταν 13 EUR ανά τόνο CO2, ενώ τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα, επανυπολογισμένα σε ευρώ ανά τόνο CO2 ήταν 1,55 για τον άνθρακα και τον οπτάνθρακα (κοκ), 6,66 για το πετρέλαιο και 2,64 για το φυσικό αέριο. Συνεπώς, η τιμή των 13 EUR ανά τόνο για τα δικαιώματα CO2 δημιουργεί σημαντικά ισχυρότερο οικονομικό κίνητρο μείωσης των εκπομπών από το φόρο. Σύμφωνα με το δανικό εθνικό σχέδιο κατανομής για τα έτη 2005-2007, η ρυθμιζόμενη από ποσοστώσεις βιομηχανία στη Δανία λαμβάνει δικαιώματα σε επίπεδο κατώτερο κατά 7,1 % από τις εκπομπές CO2 που θα σημειώνονταν υπό κανονικές συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων φόρων και εκούσιων συμφωνιών) για την ίδια περίοδο.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΥ ΜΕΤΡΟΥ Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(36) Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(37) Το προτεινόμενο μέτρο συνεπάγεται απώλεια κρατικών εσόδων και συνεπώς χρηματοδοτείται από τη Δανία με κρατικούς πόρους. Οι δικαιούχοι δραστηριοποιούνται σε αγορές όπου υπάρχει ανταγωνισμός και συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Συνεπώς, το μέτρο μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν το προτεινόμενο μέτρο εμπίπτει στο άρθρο 87 παράγραφος 1, το ερώτημα που τίθεται είναι αν συνεπάγεται επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα για τους δικαιούχους ή όχι.

(38) Οι δανικές αρχές ισχυρίζονται ότι η προτεινόμενη φοροαπαλλαγή δεν συνεπάγεται επιλεκτικό πλεονέκτημα για τους δικαιούχους, διότι καλύπτει όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση, και συγκεκριμένα τις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε διπλή ρύθμιση. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι υπάρχει επιλεκτικό πλεονέκτημα, οι δανικές αρχές θεωρούν ότι δικαιολογείται λόγω της φύσης και της δομής του συστήματος, διότι ο φόρος CO2 και το EU ETS έχουν τον ίδιο στόχο, δηλαδή τη μείωση των εκπομπών CO2. Από τη θέσπιση του EU ETS, ο φόρος CO2 δεν εξυπηρετεί πλέον κάποιον περιβαλλοντικό σκοπό. Για τις επιχειρήσεις που καλύπτονται από το EU ETS συνεπώς, ο φόρος CO2 δεν είναι αποτελεσματικό μέσο μειώσεως των συνολικών εκπομπών CO2, αλλά απλώς πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.

(39) Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση Adria-Wien, το μόνο που πρέπει να εξακριβωθεί είναι αν, στο πλαίσιο δεδομένου νομικού καθεστώτος, ένα κρατικό μέτρο μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της συνθήκης, έναντι άλλων επιχειρήσεων που τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση, ενόψει του σκοπού που επιδιώκεται με το οικείο μέτρο. Η ερμηνεία του πλεονεκτήματος και της επιλεκτικότητας έχει αποτελέσει αντικείμενο πρόσφατης νομολογίας. Η απόφαση Γιβραλτάρ περιέχει την τυπική ανάλυση των κρατικών ενισχύσεων σε φορολογικές υποθέσεις. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ανάλυση αυτή πρέπει να έγκειται: 1) στον καθορισμό του πλαισίου αναφοράς, 2) στον προσδιορισμό της παρέκκλισης από αυτό το σύστημα αναφοράς και 3) στη δυνατότητα να δικαιολογηθεί η παρέκκλιση λόγω της φύσης ή της δομής του συστήματος.

(40) Συνεπώς, όσον αφορά την έννοια του επιλεκτικού πλεονεκτήματος, η Επιτροπή πρέπει, πρώτον, να επισημάνει το πλαίσιο αναφοράς. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, η Επιτροπή θεωρεί, σύμφωνα και με την τυπική ανάλυση, ότι το πλαίσιο αναφοράς είναι το ισχύον γενικό σύστημα φορολογίας της ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων που επιβάλλονται στην κατανάλωση κάθε ενεργειακού προϊόντος, δηλαδή του φόρου CO2 και του φόρου επί της ηλεκτρικής ενέργειας). Αυτό είναι σύμφωνο με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, το οποίο ορίζει ότι για την επίτευξη των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων φορολογίας μπορούν να συνυπολογιστούν όλοι οι έμμεσοι φόροι που επιβάλλονται σε ένα ενεργειακό προϊόν. Επίσης, το 2004, η Δανία παρουσίασε τους δύο φόρους μαζί ως τμήμα του εθνικού συστήματος φορολογίας της ενέργειας, προκειμένου να αποδείξει τη συμμόρφωσή της με την οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και να δικαιολογήσει, από άποψη κρατικών ενισχύσεων, την απαλλαγή από το φόρο για την ηλεκτρική ενέργεια. Απαλλάσσοντας τους δικαιούχους από μια οικονομική επιβάρυνση που, σε διαφορετική περίπτωση, θα συνυπολογιζόταν στο κόστος παραγωγής τους, το καθεστώς σαφώς ευνοεί τους δικαιούχους σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που δεν απαλλάσσονται, και συνεπώς εισάγει παρέκκλιση από το πλαίσιο αναφοράς. Οι δανικές αρχές ισχυρίζονται ότι, προκειμένου να αναλυθεί αν υπάρχει επιλεκτικό πλεονέκτημα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι δικαιούχοι βαρύνονται με ένα κόστος στο πλαίσιο του EU ETS. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο στόχος του συστήματος φορολογίας της ενέργειας συμπίπτει εν μέρει μόνο με τον στόχο του EU ETS. Ενώ το EU ETS έχει ως αποκλειστικό στόχο τη μείωση των εκπομπών CO2, το σύστημα φορολογίας της ενέργειας έχει και άλλους στόχους, όπως την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και την είσπραξη εσόδων για το κράτος. Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη λειτουργία ενός φορολογικού συστήματος και ενός συστήματος δικαιωμάτων (για παράδειγμα, το EU ETS δεν έχει πάντα ως αποτέλεσμα την καταβολή του πραγματικού κόστους από κάθε δικαιούχο για κάθε μονάδα ενέργειας που καταναλώνεται). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την άποψη της Δανίας ότι το πλαίσιο αναφοράς πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν από κοινού ο φόρος CO2 και το EU ETS.

(41) Με την απόφαση NOx, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υπήρχε επιλεκτικός χαρακτήρας, διότι το πλεονέκτημα (η χορήγηση αδειών εκπομπής χωρίς αντάλλαγμα) είχε χορηγηθεί μόνο σε επιχειρήσεις που αναλάμβαναν υποχρεώσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος και συνεπώς δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκονταν στην ίδια νομική και πραγματική κατάσταση με επιχειρήσεις που δεν συμμετείχαν στο καθεστώς. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η υπόθεση για την οποία εκδόθηκε η απόφαση NOx είναι διαφορετική από την εξεταζόμενη. Στην υπόθεση NOx, η χορήγηση του πλεονεκτήματος (δηλαδή τα δωρεάν δικαιώματα εμπορίας εκπομπών Nox) προϋπέθετε ότι οι δικαιούχοι πληρούσαν το ανώτατο όριο εκπομπών του ίδιου συστήματος. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, προτείνεται η απαλλαγή από φόρο CO2 ο οποίος κανονικά καταβάλλεται από όλους τους καταναλωτές ενέργειας. Ο λόγος της απαλλαγής είναι ότι οι δικαιούχοι καλύπτονται από ένα άλλο (μη φορολογικό) σύστημα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, συνεπώς, η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει μεγαλύτερες ομοιότητες με την υπόθεση για την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Adria-Wien, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε πράγματι επιλεκτικό πλεονέκτημα, διότι η απαλλαγή από τον ενεργειακό φόρο ευνοούσε ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων αγαθών σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονταν σε νομική και πραγματική κατάσταση η οποία μπορούσε να θεωρηθεί ανάλογη ενόψει του στόχου που επιδίωκε ο οικείος φόρος.

(42) Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων, τα μέτρα που σχετίζονται μόνο με τη φορολογική τεχνική (π.χ. διατάξεις για την αποφυγή της διπλής φορολογίας) θεωρούνται καταρχήν γενικά μέτρα. Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ ενός φόρου και του EU ETS, το οποίο συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί φόρος κατά την έννοια της ανακοίνωσης.

(43) Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η φοροαπαλλαγή καθεαυτή παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(44) Όσον αφορά τη λογική του συστήματος, η Επιτροπή επισημαίνει και πάλι ότι ο στόχος του συστήματος φορολογίας της ενέργειας συμπίπτει εν μέρει μόνο με τον στόχο του EU ETS. Στην προκειμένη περίπτωση, το πλαίσιο αναφοράς είναι το σύστημα φορολογίας της ενέργειας. Η λογική του συστήματος αυτού είναι να φορολογείται κάθε ενεργειακό προϊόν που καταναλώνεται και η προτεινόμενη απαλλαγή από το φόρο δεν ευθυγραμμίζεται με αυτή τη λογική. Στο πλαίσιο αυτό, η Δανία ισχυρίζεται ότι η διπλή ρύθμιση αυξάνει το οριακό κόστος των επιχειρήσεων χωρίς να μειώνει τις συνολικές εκπομπές CO2. Η Επιτροπή θεωρεί εντούτοις ότι το επιχείρημα αυτό είναι λυσιτελές μόνο όσον αφορά τη συμβατότητα των δυνητικών κρατικών ενισχύσεων, ιδίως σε σχέση με την αναλογικότητα των κρατικών ενισχύσεων, διότι όλες οι επιπτώσεις του EU ETS δεν αποτελούν μέρος του πλαισίου αναφοράς για τον προσδιορισμό της κρατικής ενίσχυσης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν η Επιτροπή περιλάμβανε το EU ETS στο πλαίσιο αναφοράς, η προτεινόμενη απαλλαγή από το φόρο CO2 δεν θα περιλάμβανε όλες τις δραστηριότητες που δημιουργούν εκπομπές και αντίστοιχη υποχρέωση εκχώρησης δικαιωμάτων εκπομπής σύμφωνα με το EU ETS. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη γενική λογική την οποία επικαλείται η Δανία, και συνεπώς η απαλλαγή δεν θα ευθυγραμμιζόταν με τη λογική του συστήματος.

(45) Συνεπώς, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η επιλεκτικότητα της προτεινόμενης απαλλαγής δικαιολογείται από τη φύση και τη λογική του φορολογικού συστήματος.

(46) Ο χαρακτηρισμός του κοινοποιηθέντος μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης είναι σύμφωνος με την πάγια πρακτική της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι απαλλαγές ή εκπτώσεις περιβαλλοντικών φόρων θεωρούνται κανονικά κρατικές ενισχύσεις. Ειδικότερα, η Επιτροπή έχει θεωρήσει κρατικές ενισχύσεις καθεστώτα στο πλαίσιο των οποίων μειώθηκε ο φόρος CO2 για εταιρείες που καλύπτονται από το EU ETS.

(47) Συνεπώς, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κοινοποιηθέν μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

Συμβατότητα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ

(48) Μετά την έκδοση της απόφασης για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, εκδόθηκαν νέες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (κατευθυντήριες γραμμές 2008). Σύμφωνα με το σημείο 204 των κατευθυντηρίων γραμμών 2008, η Επιτροπή θα εφαρμόζει τις νέες κατευθυντήριες γραμμές σε όλες τις περιπτώσεις επί των οποίων καλείται να λάβει απόφαση, μετά τη δημοσίευσή τους, ακόμη και αν οι περιπτώσεις αυτές είχαν κοινοποιηθεί πριν από την εν λόγω δημοσίευση. Εντούτοις, σύμφωνα με το σημείο 68 των κατευθυντηρίων γραμμών 2008, κατά τον χρόνο εκπόνησής τους, η Επιτροπή δεν έχει αποκτήσει επαρκή πείρα όσον αφορά την αξιολόγηση της συμβατότητας των εκπτώσεων των περιβαλλοντικών φόρων σε περιπτώσεις συμμετοχής των επιχειρήσεων σε συστήματα εμπορεύσιμων αδειών και συνεπώς, κατά τον χρόνο εκδόσεως των κατευθυντηρίων γραμμών 2008 έκρινε πρόωρο να δώσει γενικές κατευθύνσεις στον τομέα αυτό. Συνεπώς, η αξιολόγηση τέτοιων περιπτώσεων θα πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ΕΚ. Κατά την αξιολόγηση περιβαλλοντικών υποθέσεων που δεν καλύπτονται από τις κατευθυντήριες γραμμές, η Επιτροπή εμπνέεται κανονικά από τα κριτήρια που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές. Στην κρινόμενη υπόθεση, υπάρχουν κριτήρια αξιολόγησης των εκπτώσεων και των απαλλαγών από ενεργειακούς φόρους και θα αποτελούσε ανακολουθία να μη ληφθούν καν υπόψη, ιδίως προκειμένου να αξιολογηθεί αν η ενίσχυση είναι απαραίτητη και αναλογική.

(49) Πρώτον, κατά την αξιολόγηση της συμβατότητας κρατικής ενίσχυσης με τη συνθήκη ΕΚ, η Επιτροπή πρέπει να συνεκτιμά τη θετική επίπτωση του οικείου μέτρου ενίσχυσης για την επίτευξη του στόχου κοινού συμφέροντος (για παράδειγμα, υψηλότερου επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας) με τις ενδεχόμενες αρνητικές παρενέργειές του για το εμπόριο και τον ανταγωνισμό. Στην κρινόμενη υπόθεση, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί αν υπάρχει περιβαλλοντικό όφελος από τη θέσπιση του προτεινόμενου καθεστώτος. Μολονότι οι στόχοι του EU ETS και του φόρου CO2 είναι η επίτευξη υψηλότερου επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας, ο καθεαυτό στόχος της φοροαπαλλαγής είναι να ελαφρύνει τις εταιρείες από μια φορολογική επιβάρυνση. Συνεπώς, το αποτέλεσμα του προτεινόμενου μέτρου είναι ότι οι δικαιούχοι αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί στόχος κοινού συμφέροντος. Εντούτοις, αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη άμεσου περιβαλλοντικού οφέλους λόγω του ότι η έκπτωση επιτρέπει την εισαγωγή ή τη διατήρηση επιπέδων φορολογίας υψηλότερων από τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα για άλλες επιχειρήσεις.

(50) Δεύτερον, όπως αναφέρεται στο σημείο 152 των κατευθυντήριων γραμμών 2008, για να εγκριθούν δυνάμει του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ, οι εκπτώσεις ή οι απαλλαγές από τους εναρμονισμένους φόρους πρέπει να είναι συμβατές με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία. Η προϋπόθεση της τήρησης των φορολογικών οδηγιών έχει επιβεβαιωθεί και από τη νομολογία, με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 στην υπόθεση T-184/97, BP Chemicals κατά Επιτροπής. Σε περιπτώσεις όπως η εξεταζόμενη, η οποία αφορά απαλλαγή από το φόρο CO2, αυτό σημαίνει κυρίως τήρηση της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, σύμφωνα με την οποία, τα επίπεδα του φόρου πρέπει να μην είναι κατώτερα από ένα ορισμένο κοινοτικό ελάχιστο επίπεδο για κάθε ενεργειακό προϊόν και για την ηλεκτρική ενέργεια. Τα ελάχιστα επίπεδα καθορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, το κοινοτικό ελάχιστο επίπεδο φορολογίας περιλαμβάνει το σύνολο των εισπραττόμενων επιβαρύνσεων από όλους τους έμμεσους φόρους (εξαιρουμένου του ΦΠΑ) που υπολογίζονται άμεσα ή έμμεσα για την ποσότητα ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη στιγμή της παράδοσης προς κατανάλωση. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 της ίδιας οδηγίας, οι επιχειρήσεις στις οποίες επιβάλλεται επίπεδο φορολογίας κατώτερο από το ελάχιστο κοινοτικό συνάπτουν συμφωνίες, συστήματα εμπορεύσιμων αδειών ή ισοδύναμους διακανονισμούς, οι οποίοι πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων, το αποτέλεσμα των οποίων να ισοδυναμεί με το αποτέλεσμα που θα είχε επιτευχθεί εάν είχαν τηρηθεί οι ελάχιστοι κοινοτικοί συντελεστές. Με την απόφασή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή κάλεσε τη Δανία να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της ότι οι επιπτώσεις του EU ETS ισοδυναμούν με τις επιπτώσεις του φόρου. Η Δανία δεν υπέβαλε πρόσθετες πληροφορίες για το θέμα. Λόγω του επιπέδου των τιμών των δικαιωμάτων EU ETS σε σχέση με τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα, δεν μπορεί, εντούτοις, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι επιπτώσεις του EU ETS να ισοδυναμούν με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ο φόρος CO2.

(51) Η Δανία παραπέμπει στην πράσινη βίβλο όσον αφορά τα αγορακεντρικά μέσα για το περιβάλλον και την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών επιδιώξεων, την οποία η Επιτροπή παρουσίασε ως το σημείο εκκίνησης για την αναθεώρηση της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων. Σχετικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η πράσινη βίβλος είναι ένα έγγραφο μελέτης που ανοίγει τη συζήτηση σχετικά με τις εναλλακτικές δυνατότητες πολιτικής, πριν την εκπόνηση προτάσεων, δηλαδή δεν είναι δεσμευτική πράξη. Στην πράσινη βίβλο, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το EU ETS και η οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων επιδιώκουν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, τον ίδιο στόχο και δηλώνει ότι οι αλληλεπικαλύψεις πρέπει να αποφεύγονται. Το έγγραφο θέτει επίσης το πρόβλημα των πολλαπλών στόχων τους οποίους επιδιώκει η φορολογία της ενέργειας και προτείνει το διαχωρισμό της σε μια συνιστώσα CO2 και σε μια ενεργειοκεντρική συνιστώσα. Λογικά, η συνιστώσα CO2 δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε εγκαταστάσεις που καλύπτονται από το EU ETS. Δεδομένου ότι στη Δανία οι επιχειρήσεις που καλύπτονται από το EU ETS απαλλάσσονται ήδη από τον ενεργειακό φόρο, αν το μέτρο εγκριθεί, δεν θα καταβάλλουν κανένα φόρο για την ενέργεια που καταναλώνουν για την παραγωγή τους. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι το μέτρο που προτείνει η Δανία ευθυγραμμίζεται με τις ιδέες που περιέχονται στην προαναφερθείσα πράσινη βίβλο.

(52) Προκειμένου να πληρούται η σχετική κοινοτική νομοθεσία, η αρχή στην οποία θεμελιώνονται οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τις εκπτώσεις και απαλλαγές από περιβαλλοντικούς φόρους είναι ότι γίνονται δεκτές περιπτώσεις στις οποίες τηρούνται τα κοινοτικά επίπεδα φόρων, ενώ ακολουθείται αυστηρότερη προσέγγιση στις περιπτώσεις στις οποίες οι δικαιούχοι τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με τα ελάχιστα επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι οι φοροαπαλλαγές οι οποίες τηρούν τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα μπορούν να γίνουν δεκτές χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ενώ, αντιθέτως, οι φοροαπαλλαγές που έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλότερα επίπεδα φορολογίας θεωρούνται εξαιρετικά στρεβλωτικές και συνεπώς η Επιτροπή αναλύει λεπτομερώς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της σχετικής ενίσχυσης. Για την ανάλυση αυτή, η Επιτροπή βασίζεται στις πληροφορίες που λαμβάνει από τα κράτη μέλη.

(53) Όσον αφορά την αναγκαιότητα της ενίσχυσης, η Επιτροπή, σύμφωνα με το σημείο 158 των κατευθυντηρίων γραμμών 2008 θα πρέπει να αξιολογήσει 1) κατά πόσον η επιλογή των δικαιούχων πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, 2) κατά πόσον υπάρχει σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής και, αν ναι, 3) κατά πόσον η αύξηση αυτή μπορεί να μετακυλιστεί στους καταναλωτές χωρίς σημαντική μείωση των πωλήσεων (αυτό μπορεί να αποδειχθεί με εκτιμήσεις της ελαστικότητας της τιμής του προϊόντος, της απώλειας πωλήσεων ή/και της μείωσης των κερδών των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ή κλάδων).

(54) Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι δικαιούχοι επιλέγονται πράγματι βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, και συγκεκριμένα της συμμετοχής τους στο EU ETS. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, τουλάχιστον προς το παρόν, όλες οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είναι ενεργειοβόρες κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 της οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων· κατά συνέπεια, το κριτήριο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται. Πληροφορίες σχετικά με μείωση του κύκλου εργασιών ή/και των μεριδίων αγοράς των οικείων δικαιούχων θα ήταν πολύτιμες ενδείξεις σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου. Εντούτοις, η Δανία δεν υπέβαλε αυτές τις πληροφορίες. Αντιθέτως, υπέβαλε κατάλογο όλων των δικαιούχων διευκρινίζοντας τις εκπομπές CO2 από τις εγκαταστάσεις τους για το 2005, το 2006 και το 2007. Οι εκπομπές ορισμένων δικαιούχων μειώθηκαν στη διάρκεια αυτής της τριετίας, ενώ οι εκπομπές άλλων αυξήθηκαν. Οι μεγαλύτεροι δικαιούχοι ήταν τσιμεντοβιομηχανίες (όπου η φορολογική βάση είναι περίπου 2,8 εκατ. τόνοι εκπομπών CO2 ετησίως), βιομηχανίες ζάχαρης (0,2 εκατ. τόνοι ετησίως) και διυλιστήρια πετρελαίου (0,9 εκατ. τόνοι ετησίως). Συνεπώς, η Δανία δεν απέδειξε ότι η παράλληλη εφαρμογή των δύο συστημάτων οδήγησε σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής η οποία δεν μπορεί να μετακυλιστεί στους καταναλωτές χωρίς σημαντικές μειώσεις των πωλήσεων.

(55) Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρήσει το προτεινόμενο καθεστώς αναγκαίο.

(56) Όσον αφορά την αναλογικότητα, κάθε δικαιούχος πρέπει σύμφωνα με το σημείο 159 των κατευθυντήριων γραμμών 2008 να πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: 1) να καταβάλλει ένα μέρος του εθνικού φόρου που να αντιστοιχεί γενικότερα στις περιβαλλοντικές επιδόσεις κάθε μεμονωμένου δικαιούχου σε σύγκριση με τις επιδόσεις της βέλτιστης τεχνικής που εφαρμόζεται εντός του ΕΟΧ. Στους δικαιούχους χορηγείται, το πολύ, έκπτωση η οποία αντιστοιχεί στην αύξηση του κόστους παραγωγής λόγω του φόρου (με εφαρμογή της τεχνικής με τη βέλτιστη απόδοση) και δεν μπορεί να μετακυλιστεί στους πελάτες· 2) να καταβάλλει το 20 % τουλάχιστον του εθνικού φόρου, εκτός εάν μπορεί να δικαιολογηθεί χαμηλότερος συντελεστής· ή 3) να συνάψει συμφωνίες με το κράτος μέλος βάσει των οποίων θα δεσμεύεται να επιτύχει στόχους για την προστασία του περιβάλλοντος οι οποίοι έχουν τα ίδια αποτελέσματα με την εφαρμογή των σημείων 1 και 2 ή του κοινοτικού ελάχιστου φορολογικού επιπέδου.

(57) Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι δανικές αρχές απάντησαν ότι δεν διαθέτουν πληροφορίες για την τεχνική με τη βέλτιστη απόδοση και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση στο πλαίσιο του προτεινόμενου μέτρου. Το δεύτερο κριτήριο δεν πληρούται· εν πάση περιπτώσει, η καταβολή του 20 % του εθνικού φόρου θα οδηγούσε σε ποσοστό φόρου πολύ υψηλότερο από το κοινοτικό ελάχιστο επίπεδο. Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο, ορισμένοι από τους δικαιούχους έχουν ήδη συνάψει εκούσιες συμφωνίες στο πλαίσιο των οποίων τους επιτρέπεται να καταβάλλουν ποσοστό χαμηλότερο από το κοινοτικό ελάχιστο επίπεδο. Η ιδέα στην οποία στηρίζεται το μέτρο είναι η αντικατάσταση των συμφωνιών αυτών με το EU ETS. Το EU ETS εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το προτεινόμενο φορολογικό μέτρο και συνεπώς η Δανία δεν απαιτείται να καταβάλει επιπλέον προσπάθεια για την προτεινόμενη φοροαπαλλαγή.

(58) Με την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή κάλεσε τη Δανία να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με μηχανισμούς τη θέσπιση των οποίων μπορούν να εξετάσουν οι δανικές αρχές προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι φοροαπαλλαγές θα χορηγούνται μόνο σε εκείνες τις μεμονωμένες επιχειρήσεις των οποίων η συμμετοχή στο EU ETS συνεπάγεται καθαρή δαπάνη και θα καλύπτουν μόνο αυτή την καθαρή δαπάνη. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να παράσχουν μια ένδειξη για το αν η ενίσχυση είναι αναλογική, μολονότι η περιβαλλοντική λογική της προσέγγισης αυτής είναι αμφισβητήσιμη, διότι ευνοεί τις επιχειρήσεις που αναγκάστηκαν να αγοράσουν άδειες εκπομπής επειδή δεν μείωσαν τη ρύπανση που προκαλούν. Εν πάση περιπτώσει, οι δανικές αρχές δεν απέδειξαν ούτε εγγυήθηκαν ότι οι απαλλαγές θα περιοριστούν στις επιχειρήσεις που έχουν καταβάλει αντάλλαγμα για τη χορήγηση δικαιωμάτων εκπομπής.

(59) Κατά συνέπεια, οι δανικές αρχές δεν απέδειξαν ότι η προτεινόμενη ενίσχυση είναι αναλογική.

(60) Όσον αφορά τη νόθευση του ανταγωνισμού, οι δανικές επιχειρήσεις που δεν καλύπτονται από το EU ETS, καθώς και οι επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών, είτε συμμετέχουν επί ίσοις όροις στο πλαίσιο που δημιουργούν τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα είτε τηρούν τους κανόνες που τέθηκαν με τις κατευθυντήριες γραμμές 2008. Συνεπώς, η προτεινόμενη απαλλαγή θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων που καλύπτονται από το EU ETS και δραστηριοποιούνται στη Δανία νοθεύοντας έτσι αναιτιολόγητα τον ανταγωνισμό με επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.

(61) Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή κρίνει, σύμφωνα με το πνεύμα των κατευθυντήριων γραμμών 2008, ότι το εξεταζόμενο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ.

(62) Μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή έλαβε σχόλια από ενδιαφερόμενους σχετικά με το ότι τα ποσά των απαλλαγών ή εκπτώσεων είναι στις περισσότερες περιπτώσεις μικρότερα από τα ελάχιστα όρια που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (στο εξής κανονισμός de minimis). Αν οι δανικές αρχές δεσμευτούν ότι θα εξασφαλίσουν την τήρηση των κανόνων de minimis σε όλες τις περιπτώσεις, το μέτρο ενίσχυσης θα θεωρηθεί ότι δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 και συνεπώς θα μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

(63) Όπως επεσήμανε η Επιτροπή στην απόφασή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, το προτεινόμενο καθεστώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αν τηρεί τα εναρμονισμένα ελάχιστα επίπεδα που προβλέπει η οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων. Οι σχετικές ανησυχίες της Επιτροπής όσον αφορά την τήρηση της αρχής ο ρυπαίνων πληρώνει θα μπορούσαν να αρθούν, αν οι δικαιούχοι κατέβαλλαν τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα. Πράγματι, οι εκπτώσεις ενεργειακών φόρων μέχρι τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα καλύπτονται από το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2008, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την κοινή αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης [Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία] και συνεπώς δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

(64) Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή μπορεί να περατώσει την επίσημη διαδικασία έρευνας με θετική απόφαση η οποία να συνοδεύεται από όρους υπό τους οποίους μπορεί να θεωρηθεί μια ενίσχυση συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Η τήρηση αυτών των όρων ελέγχεται αυστηρά.

(65) Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση, η ενίσχυση μπορεί να εγκριθεί, εφόσον οι δικαιούχοι συνεχίσουν να καταβάλλουν τουλάχιστον τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα φόρου που είναι εφαρμοστέα για κάθε πηγή ενέργειας, είτε υπό μορφή φόρου CO2 είτε υπό μορφή άλλου ενεργειακού φόρου. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι αν η φοροαπαλλαγή είναι μεγαλύτερη από αυτά τα ελάχιστα επίπεδα, η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη ΕΚ και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

(66) Υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, καθίσταται σαφές ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς είναι σύμφωνο με την οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, και ειδικότερα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο α). Πράγματι, όλοι οι δικαιούχοι είναι ενεργειοβόρες επιχειρήσεις κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ενώ τηρούνται και τα ελάχιστα όρια φορολογίας που προβλέπει η οδηγία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(67) Η Επιτροπή θεωρεί ότι το προτεινόμενο καθεστώς Τροποποίηση του φόρου CO2 στη ρυθμιζόμενη από ποσοστώσεις κατανάλωση καυσίμων στη βιομηχανία συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(68) Η ενίσχυση θεωρείται συμβιβάσιμη με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι δικαιούχοι συνεχίζουν να καταβάλλουν φόρο για κάθε πηγή ενέργειας ο οποίος τηρεί τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα φορολογίας.

(69) Το τμήμα του προτεινόμενου καθεστώτος που έχει ως συνέπεια φόρο χαμηλότερο από τα εναρμονισμένα ελάχιστα επίπεδα δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1 Δεδομένου ότι το προτεινόμενο δανικό καθεστώς (νόμος αριθ. 464 της 9ης Ιουνίου 2004) δεν εμπίπτει στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1998/2006, συνιστά κρατική ενίσχυση που συμβιβάζεται με την κοινή αγορά υπό την προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι καταβάλλουν φόρο για την ενέργεια που καταναλώνουν, ο οποίος αντιστοιχεί τουλάχιστον στα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που προβλέπει το παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/96/ΕΚ. Αν η Δανία επιθυμεί να εφαρμόσει το μέτρο ενίσχυσης, θα πρέπει να το τροποποιήσει ανάλογα.

Άρθρο 2 Η Δανία οφείλει να ενημερώσει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με αυτήν.

Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο της Δανίας.

Βρυξέλλες, 17 Ιουνίου 2009. Για την Επιτροπή Neelie Kroes Μέλος της Επιτροπής

Versions

  1. 2009-06-17