Απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιανουαρίου 2010 σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 27/08 (πρώην N 426/05), την οποία χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Sovello AG (πρώην EverQ GmbH) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 172] (Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (2010/358/ΕΕ)
Grade B
mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.
Address https://gelex.eu/eli/EU/act/2010/358@2010-01-27/el
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
Αφού κάλεσε τους άμεσα ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
(1) Με επιστολή της 29ης Αυγούστου 2005, η οποία πρωτοκολλήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2005, η Γερμανία κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεσή της να χορηγήσει στην επιχείρηση EverQ GmbH [στο εξής: Sovello] ενίσχυση υπό μορφή πριμοδότησης ΜΜΕ. Με επιστολές της στις 28 Οκτωβρίου 2005, 24 Ιανουαρίου 2006 και 4 Απριλίου 2006, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν αυθημερόν αντίστοιχα, η Γερμανία διαβίβασε στην Επιτροπή επιπρόσθετες πληροφορίες.
(2) Η Επιτροπή ενέκρινε στις 7 Ιουνίου 2006 την πριμοδότηση ΜΜΕ υπέρ της Sovello [κρατική ενίσχυση N 426/05] με την απόφαση E(2006) 2092 τελικό.
(3) Κατά την εξέταση ενός άλλου κοινοποιηθέντος μέτρου ενίσχυσης υπέρ της Sovello [κρατική ενίσχυση C 21/08] — πρώην N 864/06), η Επιτροπή ανακάλυψε στοιχεία τα οποία υπεδείκνυαν ότι η απόφαση περί ενίσχυσης N 426/05 θεμελιώθηκε πιθανόν σε ελλιπείς ή/και εσφαλμένες πληροφορίες που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο της κοινοποίησης του μέτρου.
(4) Με επιστολή της 17ης Μαρτίου 2008 και δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή έδωσε στη Γερμανία την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την επίσημη διαδικασία έρευνας που προτίθετο να κινήσει προτού ανακαλέσει ενδεχομένως την απόφαση που η ίδια είχε εκδώσει την 7η Ιουνίου 2006. Η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με επιστολές στις 15 Απριλίου 2008, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν στις 15 και 16 Απριλίου 2008.
(5) Με επιστολή της 17ης Ιουνίου 2008 [E(2008) 2669 τελικό] η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ σχετικά με την πριμοδότηση ΜΜΕ που χορηγήθηκε υπέρ της Sovello.
(6) Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή κάλεσε όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
(7) Η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σε επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, η οποία πρωτοκολλήθηκε αυθημερόν. Η Γερμανία διαβίβασε περαιτέρω σχόλια με επιστολές στις 20 Μαρτίου, 13 Μαρτίου, 13 Μαΐου και 16 Νοεμβρίου 2009, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν αυθημερόν αντίστοιχα. Στις 2 Απριλίου και στις 13 Οκτωβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής και της Γερμανίας.
(8) Δεν υπεβλήθησαν στην Επιτροπή παρατηρήσεις τρίτων.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ Το σχέδιο
(9) Στο πλαίσιο του ενισχυόμενου σχεδίου (μέσω περιφερειακής ενίσχυσης βάσει εγκεκριμένων ρυθμίσεων ενίσχυσης πέραν της κοινοποιηθείσας πριμοδότησης ΜΜΕ), επρόκειτο να κατασκευαστεί μια νέα εγκατάσταση 30 MWp (Sovello 1) για την παραγωγή ηλιακών συλλεκτών (ProdCom-Code 32.10.52.37) με χρήση της τεχνολογίας String-Ribbon. Η νέα εγκατάσταση θα αποτελούσε την πρώτη μονάδα παραγωγής της Sovello. Οι εργασίες ανέγερσης ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο 2004. Το εργοστάσιο επρόκειτο να διαθέτει ονομαστική παραγωγική ικανότητα της τάξεως των 30 Megawatt-Peak και να τεθεί σε λειτουργία έως την 31η Δεκεμβρίου 2007. Στην πραγματικότητα, η Sovello 1 ξεκίνησε την παραγωγή ήδη από τον Απρίλιο 2006.
Δικαιούχος της ενίσχυσης
(10) Δικαιούχος της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης είναι η Sovello. Η Sovello ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο 2004 από την Q-Cells SE (στο εξής: Q-Cells, κατέχουσα το 24,9 % των μεριδίων) και της αμερικανικής εταιρείας Evergreen Solar Inc. (στο εξής: Evergreen με 75,1 % των μεριδίων) ως κοινή επιχείρηση. Αυτό προκύπτει από την αρχική σύμβαση-πλαίσιο που συνάφθηκε μεταξύ της Evergreen και της Q-Cells για τη σύσταση κοινοπραξίας στις 14 Ιανουαρίου 2005 (στο εξής: MJVA1). Σύμφωνα με την MJVA1, η Q-Cells είχε εξαγοράσει πριν από τη σύναψη της σύμβασης-πλαισίου την Topas 107 V.V. GmbH, μια εικονική εταιρεία, η οποία στις 11 Φεβρουαρίου 2005 μετονομάστηκε σε EverQ και, κατόπιν πρωτοβουλίας της Q-Cells, μετατράπηκε στη συνέχεια στη Sovello.
(11) Η Evergreen παράγει ηλιακούς συλλέκτες και κατέχει άδεια ευρεσιτεχνίας για τη λεγόμενη τεχνολογία String-Ribbon. Η Q-Cells συγκαταλέγεται στους κορυφαίους κατασκευαστές ηλιακών κυττάρων παγκοσμίως. Σε συνεργασία με την κοινή επιχείρηση Sovello, επρόκειτο κατ’ αρχάς να δοκιμαστεί η αποδοτικότητα της παραγωγής ηλιακών συλλεκτών βάσει της τεχνολογίας String-Ribbon της Evergreen και της τεχνογνωσίας κατασκευής ηλιακών κυττάρων, καθώς και βάσει της εμπειρίας της Q-Cells στη γερμανική αγορά ώστε, στη συνέχεια, να καταστεί εφικτή η βιομηχανική παραγωγή των συλλεκτών String-Ribbon.
(12) Τον Νοέμβριο 2005 η Renewable Energy Corporation ASA (Νορβηγία, στο εξής: REC) αγόρασε, βάσει σύμβασης προμήθειας πυριτίου, συμμετοχή στη Sovello της τάξεως του 15 %, ενώ μειώθηκε η συμμετοχή της Evergreen και της Q-Cells σε 64 % και 21 % αντίστοιχα. Τα ανωτέρω τέθηκαν σε ισχύ μετά την υπογραφή σύμβασης-πλαισίου για σύσταση κοινοπραξίας μεταξύ της Evergreen, της Q-Cells και της REC στις 25 Νοεμβρίου 2005 (στο εξής: MJVA2). Η REC συγκαταλέγεται στους κορυφαίους παραγωγούς υλικών πυριτίου στον τομέα των φωτοβολταϊκών παγκοσμίως.
(13) Κατά το χρόνο της κοινοποίησης, η Q-Cells και REC είχαν έναν κοινό μέτοχο, την εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων Good Energies Investment BV (στο εξής: Good Energies). Η εν λόγω εταιρεία κατείχε 16 % των μεριδίων στην Q-Cells και 39 % των μετοχών στην REC (στοιχεία 7.3.2006). Η Γερμανία ισχυρίστηκε ότι πέραν των συμμετοχών τους στη Sovello δεν υφίστατο ουδεμία άλλη σχέση μεταξύ της Q-Cells, της REC και της Evergreen.
(14) Από τις 19 Δεκεμβρίου 2006 οι εταίροι Evergreen, Q-Cells και REC κατέχουν μερίδιο 33,3 % της Sovello έκαστος (τροποποίηση της MJVA2 στις 29 Σεπτεμβρίου 2006).
(15) Στις 5 Φεβρουαρίου 2007, η Q-Cells κοινοποίησε την πρόθεσή της να αγοράσει το 17,9 % της REC. Την ίδια ημέρα, η Good Energies ανακοίνωσε με δελτίο Τύπου ότι μεταβίβασε στην Q-Cells και στην Orkla ASA το μερίδιο που κατείχε στη REC (26 Φεβρουαρίου 2007).
(16) Στην επισκόπηση που ακολουθεί παρουσιάζεται η τρέχουσα μετοχική σύνθεση της Sovello (στοιχεία τρίτου τριμήνου 2009):
(17) Η εξέλιξη της Sovello αναλύεται σε διάφορα επιχειρησιακά έγγραφα και εταιρικές αποφάσεις. Το έγγραφο με τον τίτλο Project Sovello: Heads of Agreement (στο εξής: Heads of Agreement) υπεγράφη από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Evergreen και της Q-Cells πριν από τη σύναψη της MJVA1. Στην εν λόγω συμφωνία διατυπώνονται οι γενικοί προσανατολισμοί μιας πιθανής δικαιοπραξίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων με σκοπό την ίδρυση και διαχείριση κοινοπραξίας για την ανάπτυξη, κατασκευή και πώληση προϊόντων ηλιακής ενέργειας παραγόμενων βάσει της τεχνολογίας String-Ribbon. Αναφέρεται επίσης ότι οι εταίροι γνώριζαν ότι η συμμετοχή της Q-Cells στη Sovello δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25 % προκειμένου να διασφαλίζεται η επιλεξιμότητα για ορισμένες κρατικές ενισχύσεις στη Γερμανία. Επιπλέον, η συμφωνία διασφαλίζει τη συμμετοχή αμφότερων των εταίρων σε σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις και περιέχει διατάξεις που υποδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της Q-Cells στη λειτουργία της κοινοπραξίας.
(18) Ομοίως, βάσει του καταστατικού της Sovello, εκχωρείται στην Q-Cells σημαντική εξουσία συναπόφασης (στο εποπτικό συμβούλιο αντιστοιχούν δύο εντεταλμένοι της Evergreen και ένας εντεταλμένος της Q-Cells, ωστόσο, σε διάφορες αποφάσεις στρατηγικής σημασίας απαιτείται η έγκριση τουλάχιστον ενός εκ των μελών του εποπτικού συμβουλίου που έχουν διοριστεί από τους δύο εταίρους).
(19) Στην MJVA1 η συμμετοχή της Evergreen στη Sovello ορίζεται σε 75,1 % και εκείνη της Q-Cells σε 24,9 %. Συν τοις άλλοις, η MJVA1 προβλέπει τη δυνατότητα η Q-Cells να αυξήσει τη συμμετοχή της σε 50 %, εφόσον αυτό δεν οδηγεί σε μείωση των επενδυτικών επιχορηγήσεων. Επίσης, βάσει της MJVA1 οι εταίροι έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν και άλλες συμφωνίες (στους τομείς υπηρεσιών, τεχνολογίας και εμπορικής προώθησης). Στην πράξη, οι συλλέκτες που κατασκεύασε η Sovello (έως τις αρχές του 2009) διατέθηκαν στην αγορά από την Evergreen με το σήμα Evergreen.
(20) Στην MJVA2 η μετοχική σύνθεση είναι η ακόλουθη: Evergreen: 64 %, Q-Cells: 21 % και REC: 15 %. Στην MJVA2 επιβεβαιώνεται ότι η Q-Cells έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ποσοστό ίσο με αυτό της Evergreen, ενώ για τη REC η δυνατότητα αύξησης της συμμετοχής της σε 21 % και 33,3 % εξαρτάται από περαιτέρω συμβάσεις προμήθειας πυριτίου.
(21) Πίνακας I Εξέλιξη της Sovello
Στον πίνακα I ακολουθεί επισκόπηση της εξέλιξης της Sovello στο χρόνο καθώς και ορισμένων σημαντικών εγγράφων και επιχειρηματικών αποφάσεων. Ημερομηνία Έγγραφο/Συμβάν Εταιρική σύνθεση Καλοκαίρι 2004 Heads of Agreement Evergreen 75,1 %, Q-Cells 24,9 % 27.12.2004 Αίτηση ενίσχυσης 13.1.2005 Καταστατικό της Sovello 14.1.2005 Πρώτη σύμβαση-πλαίσιο για τη σύσταση κοινοπραξίας (MJVA1) 21.4.2005 Χορήγηση της ενίσχυσης 1.9.2005 Κοινοποίηση της πριμοδότησης ΜΜΕ (Ν 426/05) 25.11.2005 Δεύτερη σύμβαση-πλαίσιο για τη σύσταση κοινοπραξίας (MJVA2) REC 15 %, Evergreen 64 %, Q-Cells 21 % 7.6.2006 Έγκριση της πριμοδότησης ΜΜΕ από την Επιτροπή (Ν 426/05) 29.9.2006 (με έναρξη ισχύος από 19.12.2006) Τροποποίηση της MJVA2 Evergreen, Q-Cells και REC από 33,3 %
Επενδυτικό κόστος και χρηματοδότηση του έργου
(22) Πίνακας II Συνοπτική παρουσίαση κόστους του σχεδίου (ονομαστικά ποσά)
Το επενδυτικό κόστος του σχεδίου ανέρχεται (ονομαστικά) συνολικά σε 65699302 EUR, εκ των οποίων 60873300 EUR είναι επιλέξιμα για περιφερειακή ενίσχυση. Στον πίνακα II συνοψίζεται το συνολικό επενδυτικό κόστος για το κοινοποιηθέν σχέδιο. (σε EUR) Κατηγορία επένδυσης Ποσό Οικόπεδο […] Κτίρια […] Μηχανήματα/Εξοπλισμός […] Σύνολο επενδυτικού κόστους 65699302 Σύνολο επιλέξιμων δαπανών 60873300
(23) Πίνακας III Χρηματοδότηση του έργου (ονομαστικά ποσά)
Το σχέδιο -πέραν της αιτηθείσας ενίσχυσης- χρηματοδοτήθηκε μέσω ιδίων πόρων και τραπεζικού δανείου. Στον πίνακα III ακολουθεί επισκόπηση της χρηματοδότησης του κοινοποιηθέντος σχεδίου. (σε EUR) Μέσα χρηματοδότησης Ποσό Ίδιοι πόροι […] Άμεση επιχορήγηση βάσει του γερμανικού κανονισμού για την περιφερειακή ενίσχυση (GA) 14142000 Επιχορήγηση σύμφωνα με το γερμανικό νόμο περί επιχορήγησης επενδύσεων (InvZulG) 14329100 Τραπεζικό δάνειο (μη εξασφαλισμένο μέσω κρατικής εγγύησης) 8000000 Δάνειο των μητρικών εταιρειών […] Σύνολο 65699302
Εφαρμοστέες ανώτατες εντάσεις περιφερειακής ενίσχυσης
(24) Ο τόπος πραγματοποίησης της επένδυσης βρίσκεται στο Thalheim, αγροτική περιφέρεια Bitterfeld, ομόσπονδο κρατίδιο Sachsen-Anhalt, Γερμανία, ενισχυόμενη περιοχή σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο α) ΣΛΕΕ, για την οποία, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (στο εξής: Κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις 1998) και του γερμανικού χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004–2006 που ίσχυε κατά το χρόνο της κοινοποίησης, η ανώτατη επιτρεπόμενη ένταση ενίσχυσης στην εν λόγω περιοχή ανερχόταν στο 35 % του ακαθάριστου ισοδυνάμου επιχορήγησης (στο εξής ΑΙΕ).
Ποσό ενίσχυσης και ένταση ενίσχυσης
(25) Η υπό εξέταση ενίσχυση αφορά μια πριμοδότηση ΜΜΕ της τάξεως του 15 %, κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό N 426/05 βάσει της απόφασης έγκρισης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (στο εξής κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ), η οποία έπρεπε να χορηγηθεί στη Sovello πέραν μιας περιφερειακής ενίσχυσης βάσει των ισχυόντων κανονισμών περιφερειακής ενίσχυσης Gemeinschaftsaufgabe – Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur [κρατική ενίσχυση N 642/02 – στο εξής GA] και Investitionszulagengesetz 2005 [κρατική ενίσχυση N 142a/04 – στο εξής ΙnvZulG]. Η πριμοδότηση ΜΜΕ αντιστοιχεί σε ποσό ενίσχυσης ύψους 9130995 EUR.
Έλεγχος της ιδιότητας ΜΜΕ της Sovello στην απόφαση N 426/05 της Επιτροπής
(26) Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις 1998 επιτρέπεται η πριμοδότηση περιφερειακών επενδυτικών ενισχύσεων για ΜΜΕ. Η πριμοδότηση ΜΜΕ για την Sovello εγκρίθηκε επιπροσθέτως της νομίμως βάσει της γερμανικής ρύθμισης GA χορηγηθείσας περιφερειακής ενίσχυσης.
(27) Ο έλεγχος της ιδιότητας ΜΜΕ μιας επιχείρησης διενεργείται βάσει της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (στο εξής σύσταση για τις ΜΜΕ). Βάσει αυτής, εξετάζεται ιδίως εάν η οικεία επιχείρηση υπερβαίνει ορισμένα όρια (αριθμού απασχολούμενων ατόμων, κύκλου εργασιών, συνόλου ισολογισμού). Κατά τον έλεγχο λαμβάνονται κατ’ αναλογία υπόψη όλα τα αντίστοιχα στοιχεία των συνδεδεμένων επιχειρήσεων (οι οποίες, κυρίως επειδή κατέχουν την πλειονότητα των μεριδίων ή των δικαιωμάτων ψήφου, ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή), τα στοιχεία των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων (που κατέχουν τουλάχιστον το 25 % των μεριδίων ή των δικαιωμάτων ψήφου).
(28) Στην απόφαση N 426/05 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 2 ανωτέρω), η Επιτροπή συνυπολόγισε τα σχετικά στοιχεία για τη Sovello και την Evergreen αλλά όχι τα στοιχεία για την Q-Cells και την REC, διότι αμφότερες οι επιχειρήσεις κατά τον χρόνο της κοινοποίησης και μέχρι την έκδοση της απόφασης έγκρισης εκ μέρους της Επιτροπής κατείχαν λιγότερο από το 25 % των μεριδίων ή των δικαιωμάτων ψήφου. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή συμπέρανε ότι η Sovello αποτελούσε ΜΜΕ και ενέκρινε την κοινοποιηθείσα ενίσχυση.
ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Τα νέα δεδομένα
(29) Τα νέα δεδομένα που ανακάλυψε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης μιας δεύτερης κοινοποιηθείσας ενίσχυσης υπέρ της Sovello αφορούν την MJVA1 που συνάφθηκε μεταξύ της Evergreen και της Q-Cells για τη σύσταση της Sovello, η οποία δεν είχε διαβιβαστεί κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο της υπ’ αριθμόν N 426/05 ενίσχυσης. Οι πληροφορίες αυτές προκάλεσαν υποψίες ότι οι εταίροι της κοινής επιχείρησης είχαν διατηρήσει τεχνητά τη συμμετοχή της Q-Cells κάτω από το 25 % (συγκεκριμένα στο 24,9 %) προκειμένου να λάβουν υψηλότερο ποσό ενίσχυσης (συνυπολογιζομένης της πριμοδότησης ΜΜΕ), παρόλο που η Q-Cells εκπροσωπούνταν στη διοίκηση της κοινοπραξίας από έναν εκ των τριών διευθυντών, χωρίς την έγκριση του οποίου δεν μπορούσαν να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κάλεσε τη Γερμανία σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 να υποβάλει τις παρατηρήσεις της στην επίσημη διαδικασία έρευνας που προτίθεται να κινήσει εν όψει ενδεχόμενης ανάκλησης της απόφασης που εξέδωσε την 7η Ιουνίου 2006 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 2 ανωτέρω).
(30) Με επιστολή της στις 15 Απριλίου 2008 η Γερμανία διαβίβασε το καταστατικό της Sovello, το Heads of Agreement, καθώς και επικυρωμένα αντίγραφα της MJVA1, της MJVA2 και της τροποποιηθείσας MJVA2. Στην εν λόγω επιστολή η Γερμανία υποστήριξε ότι στην περίπτωση της Sovello κατά τον χρόνο κοινοποίησης πληρούνταν τα επίσημα κριτήρια για τα όρια που προβλέπει η σύσταση για τις ΜΜΕ και ότι στην εν λόγω σύσταση δεν ορίζονται με σαφήνεια άλλα εφαρμοστέα στην πράξη κριτήρια. Κατά την άποψη της Γερμανίας, τα τυπικά κριτήρια για τον έλεγχο της ιδιότητας ΜΜΕ μιας επιχείρησης είναι καθοριστικά για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας της πολιτικής ελέγχου των ενισχύσεων που ασκεί η Επιτροπή. Η Γερμανία τονίζει ότι εάν η Επιτροπή δεν θεωρεί πρόσφορα τα εν λόγω τυπικά κριτήρια, δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να αλλάζει τη στάση της κατά περίπτωση, αλλά να προβεί σε τροποποίηση των ισχυουσών διατάξεων.
(31) Η Γερμανία παρατήρησε επίσης ότι κατά το χρόνο της κοινοποίησης δεν αποσιωπήθηκαν ούτε αποκρύφθηκαν εσκεμμένα πληροφορίες και ότι η αρχική κατανομή των μεριδίων (75,1 % για την Evergreen και 24,9 % για την Q-Cells) βασιζόταν σε οικονομικά κριτήρια. Η Γερμανία υποστήριξε επίσης ότι η συμμετοχή της Q-Cells στην αρχική κοινή επιχείρηση δεν προστάτευσε τη Sovello από τα τυπικά μειονεκτήματα που αντιμετωπίζει μια νεοσυσταθείσα ΜΜΕ.
Πιθανές επιπτώσεις των νέων δεδομένων στην αξιολόγηση
(32) Η Επιτροπή υποστήριξε ωστόσο ότι η Sovello πληρούσε μεν τα τυπικά κριτήρια του ορισμού των ΜΜΕ, υπήρχαν όμως πλέον αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία αυτό ίσχυε για το λόγο και μόνον ότι η συμμετοχή της Q-Cells –στην προσπάθεια εξασφάλισης μιας πριμοδότησης ΜΜΕ– διατηρήθηκε τεχνητά κάτω του 25 % και ότι η πραγματική επιρροή της Q-Cells επί της Sovello ήταν σαφώς μεγαλύτερη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο παραποίησης της μετοχικής σύνθεσης του δικαιούχου ενίσχυσης με σκοπό την καταστρατήγηση του ορισμού των ΜΜΕ.
(33) Τα νέα δεδομένα ήγειραν τις αμφιβολίες της Επιτροπής σχετικά με το εάν η Sovello ήταν πράγματι ΜΜΕ υπό την έννοια της σύστασης για τις ΜΜΕ. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, η κοινοποιηθείσα και εγκριθείσα πριμοδότηση ΜΜΕ θα ήταν ασυμβίβαστη με τη ΣΛΕΕ.
(34) Για να ανακαλέσει η Επιτροπή, εάν συντρέχει περίπτωση, την αρχική της απόφαση της 7ης Ιουνίου 2006, η οποία θεμελιώθηκε πιθανόν σε ελλιπείς/εσφαλμένες πληροφορίες, και να εκδώσει την παρούσα νέα απόφαση, κίνησε τη σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 επίσημη διαδικασία έρευνας. Στο παρατιθέμενο άρθρο προβλέπονται τα εξής: Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει μια απόφαση που έλαβε […], αφού δώσει πρώτα στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εφόσον η απόφαση βασίστηκε σε εσφαλμένες πληροφορίες παρασχεθείσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, και οι οποίες ήσαν καθοριστικές για την απόφαση. Πριν ανακαλέσει μια απόφαση και λάβει νέα απόφαση, η Επιτροπή κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 4. […].
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ
(35) Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από ενδιαφερομένους.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ Νομική βάση Μη εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999
(36) Κατά την άποψη της Γερμανίας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της απόφασης N 426/05 βάσει των υποτιθέμενων νέων δεδομένων. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή αναφορικά με την κοινοποίηση στο πλαίσιο της υπόθεσης N 426/05 δεν ήταν ούτε ελλιπείς ούτε εσφαλμένες και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι η Sovello ήταν μια νεοσυσταθείσα επιχείρηση στον τομέα της ηλιακής ενέργειας υπό μορφή κοινοπραξίας μεταξύ της Evergreen και της Q-Cells, η οποία δεν υπερέβαινε τα όρια του ορισμού των ΜΜΕ και αντιμετώπιζε τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ. Η Γερμανία υποστήριξε επίσης ότι ούτε η MJVA1 ούτε το Heads of Agreement περιέχουν νέες πληροφορίες που να δικαιολογούν την ανάκληση της απόφασης N 426/05.
(37) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (επιστολή της 30ής Δεκεμβρίου 2005, D/57570) διαβίβασε, στο πλαίσιο της κοινοποίησης, τη δήλωση για τη Sovello, βάσει του παραρτήματος της ανακοίνωσης της Επιτροπής Υπόδειγμα δήλωσης σχετικά με τα στοιχεία που αφορούν την ιδιότητα ΜΜΕ μιας επιχείρησης (στο εξής Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το υπόδειγμα δήλωσης), όπου αναφερόταν ότι η Evergreen συνιστά συνδεδεμένη επιχείρηση της Sovello, ενώ η Sovello και η Q-Cells είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Η Γερμανία υπέβαλε επίσης ένορκη βεβαίωση της Q-Cells όπου αναφέρεται ότι η επιχείρηση δεν αποτελούσε συνεργαζόμενη επιχείρηση της Sovello ούτε ήταν συνδεδεμένη με αυτήν.
(38) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι για τις γερμανικές αρχές και για τη Sovello δεν κατέστη σαφές ούτε από τον κανονισμό απαλλαγής κατηγορίας ΜΜΕ, ούτε από την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το υπόδειγμα δήλωσης, ούτε από τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής ότι έπρεπε στο πλαίσιο της κοινοποίησης να διαβιβάσουν τη σύμβαση για τη σύσταση της κοινοπραξίας. Για το λόγο αυτό, η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που διαβίβασε τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν πλήρεις.
Μη εφαρμογή επιπρόσθετων κριτηρίων κατά τη διεξαγωγή της έρευνας
(39) Η Γερμανία δηλώνει ότι ο ορισμός των ΜΜΕ στην παλαιότερη σύσταση για τις ΜΜΕ του 1996 περιείχε μεν όρια αλλά και το αποκαλούμενο κριτήριο της ανεξαρτησίας, ενώ στον ισχύοντα ορισμό των ΜΜΕ γίνεται μόνον διάκριση μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, συνεργαζόμενων επιχειρήσεων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι ο ισχύων κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ, σε συνδυασμό με τον ορισμό των ΜΜΕ, είναι δεσμευτικός για την Επιρρεπή και η εφαρμογή του δεν πρέπει να περιορίζεται από επιπρόσθετα άγραφα κριτήρια. Ούτε το Δικαστήριο ούτε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έχουν εφαρμόσει ανάλογα κριτήρια σε αποφάσεις που εξέδωσαν βάσει του νέου ορισμού των ΜΜΕ.
(40) Η Γερμανία αμφισβητεί ότι τα κριτήρια της ανεξαρτησίας, τα οποία επικαλέστηκε το Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση C 91/01 Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: υπόθεση Solar Tech), τα οποία βασίστηκαν στην παλαιότερη σύσταση για τις ΜΜΕ, εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις που πρέπει να ερευνηθούν βάσει του νέου ορισμού των ΜΜΕ. Κατά την άποψη της Γερμανίας, η αξιολόγηση βάσει ανάλογων άτυπων κριτηρίων δεν συμβιβάζεται με τον στόχο της επιχειρούμενης διατύπωσης του ορισμού των ΜΜΕ, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ, θεσπίζεται προκειμένου να εξαλειφθούν διαφορές που ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών και εθνικών πρωτοβουλιών που αφορούν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και για λόγους διοικητικής διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου […].
(41) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης η Επιτροπή θα έπρεπε αρχικά να δημοσιεύσει ενδεχόμενες προσαρμογές (προσθήκη νέων κριτηρίων) στον ορισμό των ΜΜΕ προτού τις εφαρμόσει κατά περίπτωση. Επιπλέον, εάν στόχος του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να εφαρμόσει το κριτήριο των τυπικών μειονεκτημάτων των ΜΜΕ θα το είχε συμπεριλάβει στο νέο του ορισμό των ΜΜΕ. Το ερώτημα εάν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ πρέπει, συνεπώς, να εξετάζεται μόνο βάσει των τυπικών κριτηρίων ΜΜΕ. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Γερμανίας, ο καθορισμός του ορίου του 25 % είναι περιττός για τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, αφού το όριο αυτό δεν αποτελεί στην πράξη κριτήριο.
(42) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι με το νέο ορισμό των ΜΜΕ επιχειρείται μια ομοιογενής προώθηση των ΜΜΕ και του ελέγχου αυτών από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές, βάσει ενός σαφέστερου και ακριβέστερου ορισμού. Ως εκ τούτου, η Γερμανία καταλήγει ότι ο νέος ορισμός των ΜΜΕ δεν έχει περιθώριο για ελεύθερες ερμηνείες ή άτυπους όρους.
Οι υποθέσεις Solar Tech και Pollmeier δεν είναι συγκρίσιμες με την υπόθεση Sovello
(43) Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι ούτε η μετοχική σύνθεση ούτε το οικονομικό επιχειρηματικό πλαίσιο που λήφθηκε υπόψη στις υποθέσεις Solar Tech και Pollmeier Malchow GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής (αποφάσεις εκδοθείσες βάσει της παλαιότερης σύστασης για τις ΜΜΕ του 1996) είναι συγκρίσιμες με την υπόθεση της Sovello.
(44) Στην υπόθεση Solar Tech, μόλις το 24 % των μεριδίων του δικαιούχου της ενίσχυσης βρισκόταν στην κατοχή του ομίλου Permasteelisa (μιας μεγάλης επιχείρησης), όμως ο ιδρυτής και πλειοψηφών μέτοχος του ομίλου, που ήταν ταυτόχρονα και διαχειριστής της Solar Tech, κατείχε το 46 % του κεφαλαίου, ενώ ο επικεφαλής του ομίλου και ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Permasteelisa κατείχαν έκαστος 15 % του κεφαλαίου. Σε ό,τι αφορά την οικονομική εξάρτηση, την πιθανή επιρροή των μετόχων της Permasteelisa και τις οικονομικές και διαρθρωτικές σχέσεις με την Permasteelisa, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Solar Tech δεν αντιμετώπιζε τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ και, ως εκ τούτου, δεν πληρούσε το κριτήριο της ανεξαρτησίας. Η Γερμανία σημειώνει, αντιθέτως, ότι οι δύο μέτοχοι της κοινής επιχείρησης Sovello ήταν ανεξάρτητοι μεταξύ τους και ότι ο μειοψηφών μέτοχος Q-Cells δεν ασκούσε μεγαλύτερη επιρροή στην Sovello έναντι κάποιου μετόχου ο οποίος διατηρεί το 24,9 % των μεριδίων (πρβλ. παράγραφο 5.3).
(45) Στην υπόθεση Pollmeier, η δικαιούχος Pollmeier ανήκε μέσω ενδιάμεσης εταιρείας σε φυσικό πρόσωπο σε ποσοστό 100 %. Όλες οι υπόλοιπες εταιρείες που ελέγχονταν από το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δραστηριοποιούνταν στον ίδιο ή σε παράλληλο τομέα της οικονομίας. Η Επιτροπή υπέθεσε ότι οι επιχειρήσεις που αποτελούν ιδιοκτησία του εν λόγω φυσικού προσώπου συνιστούν ενιαία οικονομική οντότητα και, συνεπώς, συμψήφισε τα χρηματοπιστωτικά στοιχεία και τους αριθμούς των απασχολούμενων ατόμων τα οποία, με τον τρόπο αυτό υπερέβαιναν τα όρια για τις ΜΜΕ. Η Γερμανία σημειώνει ότι οι δύο μέτοχοι κατά την ίδρυση της Sovello ήταν ανεξάρτητοι μεταξύ τους και επεδίωκαν διαφορετικούς επιχειρηματικούς στόχους (έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα της τεχνολογίας ηλιακής ενέργειας στην περίπτωση της Evergreen και παραγωγή ηλιακών κυττάρων στην περίπτωση της Q-Cells). Τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ που αντιμετώπιζε η Sovello δεν μπορούσαν συνεπώς να αποφευχθούν επειδή αυτή ανήκε σε όμιλο μεγάλων επιχειρήσεων.
Καμία εξαίρεση για κοινές επιχειρήσεις
(46) Κατά την άποψη της Γερμανίας, η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας της 17ης Ιουνίου 2008 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 5) διότι, προφανώς, υπέθεσε ότι ένας δικαιούχος ενίσχυσης και οι εταίροι του στην κοινή επιχείρηση πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ενιαία οικονομική οντότητα και ότι, συνεπώς, τα χρηματοπιστωτικά στοιχεία και οι αριθμοί των απασχολούμενων ατόμων όλων των εταίρων στην κοινή επιχείρηση πρέπει πάντα να συμψηφίζονται πάντα κατά τον υπολογισμό των ορίων για τις ΜΜΕ.
(47) Η Γερμανία διασαφηνίζει ότι η Επιτροπή υποθέτει κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι μια ολόκληρη κατηγορία επιχειρήσεων (ήτοι οι κοινές επιχειρήσεις) πρέπει να εξαιρείται από την εφαρμογή του νομικά δεσμευτικού ορισμού των ΜΜΕ και ότι για τη συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων πρέπει να ισχύουν ειδικά κριτήρια ΜΜΕ. Η Γερμανία αμφισβητεί ότι κάτι τέτοιο απορρέει από τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων βάσει της σύστασης για τις ΜΜΕ του 1996 ή τη μέχρι σήμερα πάγια πρακτική της Επιτροπής.
Τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ για τη Sovello
(48) Η Γερμανία επιβεβαιώνει ότι κατά τη χρονική στιγμή της κοινοποίησης η Sovello αντιμετώπιζε τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ λόγω του περιορισμένου αριθμού απασχολούμενων ατόμων και των περιορισμένων οικονομικών πόρων ενόψει της χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου, της εμπορικής προώθησης της παραγωγής και της χρηματοοικονομικής και επιχειρηματικής οργάνωσης. Η Γερμανία αναγνωρίζει μεν τις συνέργιες που προκύπτουν μέσω της συνεργασίας με την Evergreen και την Q-Cells, ωστόσο αμφιβάλλει ότι μπορούσαν να απαλλάξουν τη Sovello από τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ.
Τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ σε θέματα χρηματοδότησης
(49) Σύμφωνα με τη Γερμανία, χωρίς κρατική ενίσχυση δεν θα μπορούσε η Sovello να λάβει εξωτερική χρηματοδότηση για το επενδυτικό της σχέδιο στο Thalheim. Το ποσοστό των εξωτερικών επενδύσεων για το σχέδιο της Sovello (8 εκατ. EUR ήτοι 13 % επί των συνολικών επενδύσεων) είναι σύνηθες για τις ΜΜΕ. Επιπλέον, η Γερμανία υποστηρίζει ότι μόνο […] από τις […] τράπεζες που ερωτήθηκαν ενδιαφέρθηκαν για τη χρηματοδότηση του σχεδίου και μία εξ αυτών ήθελε να διαθέσει μόνο […] ευρώ κεφαλαίου κινήσεως και προσωρινή επιχορήγηση ύψους έως το 50 % της κρατικής υποστήριξης. Τα προβλήματα αυτά είναι συνήθη για ΜΜΕ, όχι όμως και για μεγάλες επιχειρήσεις.
(50) Η Γερμανία παραδέχεται ότι η σύμβαση δανεισμού για εξωτερική χρηματοδότηση υπεγράφη μόλις στις […] Νοεμβρίου 2005. Εξαιτίας της […] πιστοληπτικής ικανότητας της Sovello και της […] χρηματοπιστωτικής συμμετοχής των μετόχων (καθώς και της […] οικονομικής κατάστασης της Sovello) δεν ήταν εφικτή η διαπραγμάτευση ευνοϊκών όρων δανεισμού. Η Sovello αντιμετώπιζε δυσκολίες στη διασφάλιση επαρκών εγγυήσεων για το δάνειο (διότι η επιχείρηση δεν είχε ακόμη την κυριότητα του οικοπέδου, τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός δεν είχαν ακόμη παραληφθεί, τα κτίρια ήταν ακόμη υπό ανέγερση και δεν υπήρχαν αποθέματα). Οι μέτοχοι μπορούσαν να προσφέρουν […] εξασφαλίσεις.
(51) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι μέτοχοι μπορούσαν να διαθέσουν εξαιρετικά περιορισμένους ιδίους πόρους. Μέχρι το 2006, μόνο η Evergreen είχε διαθέσει χρηματοπιστωτικούς πόρους μέσω της συμμετοχής κεφαλαίου και των αποθεματικών κεφαλαίου της. Η Q-Cells δεν ήταν […] να διαθέσει ανάλογους χρηματοπιστωτικούς πόρους, διότι οι […] πόροι της ήταν ήδη δεσμευμένοι […] σε ίδια επενδυτικά σχέδια.
(52) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι το επενδυτικό σχέδιο δεν θα μπορούσε να είχε υλοποιηθεί χωρίς κρατική ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένης της πριμοδότησης ΜΜΕ.
Τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ σε σχέση με την εμπορική προώθηση
(53) Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι η Sovello αντιμετώπιζε σοβαρούς εμπορικούς κινδύνους, διότι η επιχείρηση έπρεπε καταρχάς να αποδείξει ότι είναι σε θέση να παράγει εμπορικώς προσοδοφόρα προϊόντα χρησιμοποιώντας την τεχνολογία String-Ribbon. Το γεγονός ότι η Sovello είχε συνάψει με την Evergreen συμφωνία απορρόφησης μεγαλύτερων ποσοτήτων παραγωγής, δεν περιόρισε στην πραγματικότητα τον κίνδυνο αυτόν διότι η Evergreen ήταν επίσης ΜΜΕ και δεν γνώριζε τη γερμανική αγορά. Ο τρίτος μέτοχος, η Q-Cells, δεν είχε καθόλου εμπειρία στην πώληση ηλιακών συλλεκτών διότι παρήγε αποκλειστικά ηλιακά κύτταρα. Επιπλέον, η Q-Cells ήταν και αυτή ΜΜΕ και όφειλε να επικεντρωθεί στην εμπορική προώθηση της δικής της παραγωγής.
Τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ σε σχέση με τη χρηματοπιστωτική και επιχειρηματική οργάνωση
(54) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι τα έξοδα τα οποία όφειλε να αναλάβει η Sovello για τη χρηματοπιστωτική και επιχειρηματική της οργάνωση ήταν υψηλότερα από εκείνα μιας μεγάλης επιχείρησης. Η Sovello έπρεπε, π.χ., […].
Επιρροή της Q-Cells επί της Sovello
(55) Η Γερμανία ενίσταται στο επιχείρημα ότι οι δυνατότητες της Q-Cells για άσκηση επιρροής επί της Sovello κατά το χρόνο της κοινοποίησης υπερέβαιναν το όριο το οποίο θα αναλογούσε κατά κανόνα σε μέτοχο με 24,9 % των μεριδίων της Sovello. Αντιθέτως, το ποσοστό αυτό δεν είναι ασυνήθιστο για παρόμοια σχέδια νεοσύστατων επιχειρήσεων στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
(56) Η Γερμανία επεξηγεί ότι η πρωτοβουλία να υλοποιήσει το εν λόγω σχέδιο προήλθε από την Evergreen. Για περισσότερα από 10 χρόνια η Evergreen είχε επενδύσει άνω των […] εκατ. δολαρίων ΗΠΑ στην ανάπτυξη της τεχνολογίας String-Ribbon χωρίς να επιτύχει απόδοση της επένδυσής της. Η αξία της μετοχής της Evergreen έπεσε από περίπου 20 δολάρια ΗΠΑ το 2000 σε περίπου 2 δολάρια ΗΠΑ κατά την περίοδο 2003-2004. Η Evergreen έπρεπε να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο επί του επενδυτικού σχεδίου ώστε σε περίπτωση επιτυχίας να διασφαλίσει την υψηλότερη δυνατή απόδοση για τους μετόχους της. Ωστόσο, χωρίς τη χρηματοπιστωτική συμμετοχή ενός εταίρου δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει επαρκές κεφάλαιο. Η Q-Cells αποτελούσε τον κατάλληλο υποψήφιο διότι η επιχείρηση, εκτός των χρηματοπιστωτικών της πόρων, μπορούσε να προσφέρει και την εμπειρία της στην κατασκευή μονάδων παραγωγής στον τομέα των φωτοβολταϊκών και τις γνώσεις της στην τεχνολογία ηλιακών κυττάρων. Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι η Evergreen επέλεξε για τους παραπάνω λόγους ως εταίρο για την κοινή επιχείρηση την Q-Cells και όχι την επιχείρηση […], η οποία ήταν μεν ισχυρότερος οικονομικός εταίρος, θα απαιτούσε όμως περισσότερα δικαιώματα άσκησης επιρροής.
(57) Τη στιγμή της σύναψης της MJVA1 με την Evergreen, η Q-Cells είχε ήδη επενδύσει σε ένα μεγάλο σχέδιο για την παραγωγή συμβατικών ηλιακών κυττάρων. Για τον λόγο αυτό, οι επενδύσεις της επιχείρησης σε άλλα σχέδια θα ήταν σαφώς περιορισμένες. Συνεπώς, η Γερμανία επιθυμούσε η Q-Cells, μέσω της συμμετοχής της στην Sovello, αφενός να αποκτήσει τεχνογνωσία σχετικά με νέες τεχνολογίες για την παραγωγή δισκίων πυριτίου, ηλιακών κυττάρων και ηλιακών συλλεκτών και, αφετέρου, να χρησιμοποιήσει την εμπειρία της στην ανάπτυξη μονάδων παραγωγής ηλιακών κυττάρων.
(58) Για τους παραπάνω λόγους, η Q-Cells δήλωσε πρόθυμη να συμμετάσχει με συμμετοχή μειοψηφίας της τάξεως του 24,9 %. Η Γερμανία εξηγεί ότι αυτό ήταν και το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η παρόμοια συμμετοχή μειοψηφίας της Q-Cells (21,19 %) στην CSG Solar AG, μια επιχείρηση η οποία παράγει ηλιακούς συλλέκτες με τη χρήση τεχνολογίας λεπτής μεμβράνης. Η έκταση της συμμετοχής βασίζεται όχι μόνο στην εν δυνάμει χρηματοπιστωτική συμμετοχή αλλά και στην τεχνολογική συνεισφορά.
(59) Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι τα μερίδια των μετόχων της Sovello αντικατόπτριζαν πλήρως το εταιρικό της κεφάλαιο και την πραγματική επιρροή αμφότερων των εταίρων στην κοινή επιχείρηση και ότι τα δικαιώματα ψήφου ήταν αντίστοιχα κατανεμημένα. Για τον λόγο αυτό η Evergreen –εν αντιθέσει με την Q-Cells– μπορούσε να λάβει μόνη της σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις.
(60) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι μια εν δυνάμει μελλοντική αύξηση της συμμετοχής της Q-Cells είχε μεν συμφωνηθεί αλλά μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με τη διάθεση αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών πόρων. Ένας από τους όρους που διατυπώνεται στην MJVA1 είναι ότι μια τέτοια αύξηση της συμμετοχής δεν έπρεπε να διακυβεύσει τη διασφάλιση ενίσχυσης υπέρ της Sovello. Η Γερμανία υποδεικνύει ότι το μέτρο ενίσχυσης προϋπέθετε ότι το επενδυτικό σχέδιο έπρεπε να υλοποιηθεί στη Γερμανία και όχι στις ΗΠΑ, κάτι το οποίο δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων κρατικών ενισχύσεων. Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι η Q-Cells δεν επηρέασε με κανέναν τρόπο αυτή την απόφαση και ότι οι διατάξεις κρατικών ενισχύσεων δεν παραβιάστηκαν ούτε καταστρατηγήθηκαν όταν οι εταίροι της κοινής επιχείρησης κατέβαλαν προσπάθειες να διασφαλίσουν τη χρηματοδότηση της Sovello.
(61) Η Γερμανία εκφράζει την άποψη ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της επιρροής που σε κάποια χρονική στιγμή ήταν δεδομένη και μιας εν δυνάμει μελλοντικής επιρροής η οποία βασίζεται στο ενδεχόμενο αύξησης της συμμετοχής της Q-Cells. Η Γερμανία υπογραμμίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν βέβαιο ότι η αύξηση της συμμετοχής θα ήταν καν εφικτή, και ότι αμφότεροι οι εταίροι γνώριζαν ότι μια τέτοια αύξηση δεν επίκειτο στο άμεσο μέλλον και δεν ήταν σίγουρο ότι θα επέλθει προτού εδραιωθεί η νέα τεχνολογία. Πράγματι, η αύξηση έως και 50 % που δηλώνεται στην MJVA1 δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Η συμμετοχή της Q-Cells, αντιθέτως, μειώθηκε βάσει της δεύτερης σύμβασης (MJVA2) της 22ας Νοεμβρίου 2005 στο 21 %. Κατά την άποψη της Γερμανίας, αυτό καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει κάποιος προγραμματισμός που να δικαιολογεί το συμπέρασμα πως είχε συμφωνηθεί εξαρχής ότι η Q-Cells θα διατηρούσε άνω του 24,9 % των μεριδίων στην Sovello.
(62) Η Γερμανία επισημαίνει επίσης ότι ο διορισμός διοικητικού στελέχους της Q-Cells στην Sovello ήταν αποτέλεσμα προσωρινού κανονισμού (Δεκέμβριος 2004 έως Απρίλιος 2005) που δεν περιόρισε τις δυνατότητες άσκησης επιρροής της Evergreen η οποία, ήδη από τη σύσταση της κοινοπραξίας, είχε επίσης διορίσει διοικητικό στέλεχος. Επιπλέον, λόγω της πλειοψηφίας της στο εποπτικό συμβούλιο, η Evergreen έχει το δικαίωμα διορισμού αλλά και παύσης όλων των στελεχών.
(63) Η Γερμανία απορρίπτει το επιχείρημα ότι η διατύπωση του Heads of Agreement, βάσει του οποίου η συμμετοχή της Q-Cells στην Sovello πρέπει να είναι μικρότερη του 25 % προκειμένου να διασφαλίζεται η επιλεξιμότητα για συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης εκ μέρους της Γερμανίας, είχε ως αποτέλεσμα οι δυνατότητες άσκησης επιρροής της Q-Cells να υπερβαίνουν εκείνες που θα αντιστοιχούσαν σε μέτοχο με συμμετοχή 24,9 %. Η Γερμανία δηλώνει, αντιθέτως, ότι η διατύπωση αντικατόπτριζε μόνον ό,τι προστέθηκε αργότερα στην MJVA1, δηλαδή την προσπάθεια αμφότερων των εταίρων να πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης κρατικών ενισχύσεων. Η Γερμανία υποδεικνύει και άλλη μία ρήτρα στο Heads of Agreement βάσει της οποίας η Sovello επρόκειτο να αναλάβει μεγάλο μέρος της παραγωγικής ικανότητας της Evergreen και, στη συνέχεια, η Evergreen, στο άμεσο μέλλον, θα πρέπει να διατηρεί συμμετοχή πλειοψηφίας στο κεφάλαιο της Sovello. Η Γερμανία διαπιστώνει τέλος ότι το Heads of Agreement αποτελούσε απλώς μια μη δεσμευτική βάση εργασίας για τους δύο εταίρους.
(64) Η Γερμανία αμφισβητεί ότι η Q-Cells ασκούσε επιρροή υπερβαίνουσα τη συμμετοχή του 24,9 % όπως αυτή προέκυπτε από συμφωνίες με την Sovello. Όλες οι συμφωνίες είχαν συναφθεί υπό όρους αγοράς, μεταξύ δε της Q-Cells και της Sovello δεν υπήρχαν άλλες σχέσεις οικονομικής, χρηματοπιστωτικής, οργανωτικής ή άλλης φύσεως.
(65) Τέλος, η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι τροποποιήσεις των συμμετοχών μετά τη σύσταση της Sovello δεν βασίζονταν στην αρχική MJVA1 αλλά σχετίζονταν με την προσχώρηση της REC στην κοινή επιχείρηση, καθότι η REC ως αντιπαροχή για συμμετοχή της τάξεως του 15 % στην κοινοπραξία είχε δεχθεί να προμηθεύει τη Sovello με μεγάλες ποσότητες πυριτίου (όπως συμφωνήθηκε στην MJVA2). Μετά την προσχώρηση της REC, η Evergreen παραχώρησε το 11,1 % και η Q-Cells το 3,9 % της συμμετοχής τους αντίστοιχα. Κατά την άποψη της Γερμανίας, αυτό αποτελεί απόδειξη για την πρόθεση της Q-Cells να παραμείνει μέτοχος μειοψηφίας. Αργότερα, όταν η REC ενέκρινε την παράδοση ακόμη μεγαλύτερων ποσοτήτων πυριτίου, και αφότου εδραιώθηκε η τεχνολογική επιτυχία της Sovello1, οι συμμετοχές των τριών μετόχων ανήλθαν σε 33,3 % (τροποποίηση της MJVA2 της 29ης Σεπτεμβρίου 2006, τεθείσα σε ισχύ από τις 19 Δεκεμβρίου 2006).
Συμμετοχή της Q-Cells βάσει του γερμανικού εταιρικού δικαίου
(66) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι εξουσίες λήψης αποφάσεων που είχαν εκχωρηθεί στην Q-Cells στην κοινή επιχείρηση δεν ήταν ασυνήθεις για κοινοπραξίες στον τομέα των νέων τεχνολογιών όπως τη Sovello και αντιστοιχούσαν σε αυτές που θα εκχωρούνταν σε επενδυτές επιχειρηματικού κεφαλαίου με συμμετοχή μειοψηφίας. Η επιρροή της Q-Cells δεν υπερβαίνει αυτήν ενός μειοψηφούντος μετόχου. Η επιχείρηση πέραν του 24,9 % του κεφαλαίου συνεισέφερε και την τεχνογνωσία της στην κατασκευή ηλιακών κυττάρων και απαίτησε, ως εκ τούτου, ορισμένο βαθμό επιρροής σε αποφάσεις σχετικές με τις συμβάσεις που αφορούσαν τη συνεργασία της κοινοπραξίας. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι το δικαίωμα άσκησης επιρροής σε ορισμένες επιχειρηματικές αποφάσεις ήταν απαραίτητο για την προστασία της Q-Cells, διότι ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί η Evergreen να ασκεί κατά προτεραιότητα την επιρροή της στη διοίκηση της Sovello προς ίδιον όφελος. Επίσης, είναι γενικώς σύνηθες να διορίζονται μειοψηφούντες μέτοχοι μέλη του εποπτικού συμβουλίου.
(67) Προς επίρρωση του επιχειρήματος ότι η συμμετοχή της Q-Cells δεν ορίστηκε εσκεμμένα στο 24,9 % με στόχο την εξασφάλιση πριμοδότησης ΜΜΕ, η Γερμανία επικαλείται το γερμανικό εταιρικό δίκαιο. Κατ’ αρχάς η επιρροή της Q-Cells συμμορφώνεται προς τις διατάξεις σχετικά με την προστασία των μειοψηφούντων μετόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανία επικαλείται τα άρθρα 50, 61 και 66 του νόμου περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (GmbH). Οι παράγραφοι αυτές εκχωρούν στους μετόχους μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μερίδιο της τάξεως του 10 % ορισμένα δικαιώματα μειοψηφίας σε σχέση π.χ. με τη σύγκληση συνελεύσεων και τη λήψη αποφάσεων στις συνελεύσεις των μετόχων καθώς και τη διάλυση μιας εταιρείας κ.λπ. Σύμφωνα με τη Γερμανία, η επιρροή της Q-Cells δεν υπερβαίνει την επιρροή που εκχωρείται σε μειοψηφούντα μέτοχο που κατέχει τουλάχιστον το 10 % του εταιρικού κεφαλαίου σύμφωνα με το γερμανικό εταιρικό δίκαιο. Επιπλέον, η Γερμανία υποδεικνύει ως περαιτέρω λόγο για τις διευρυμένες εξουσίες συναπόφασης της Q-Cells το γεγονός ότι η Q-Cells με συμμετοχή μόλις 24,9 % δεν διέθετε νομίμως αναστέλλουσα μειοψηφία άνω του 25 %. Ως εκ τούτου, προς αποκατάσταση της ελλιπούς προστασίας της Q-Cells διά του νόμου εκχωρήθηκαν στην εταιρεία οι ανάλογες εξουσίες συναπόφασης μέσω των συμβάσεων.
Περίληψη
(68) Η Γερμανία εγείρει ενστάσεις στους νομικούς λόγους βάσει των οποίων η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία και υποστηρίζει ότι κατά το χρόνο της κοινοποίησης είχε διαβιβάσει πλήρεις και ορθές πληροφορίες και, ως εκ τούτου, δεν είναι εφαρμοστέο το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Η Γερμανία ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή μπορεί να αξιολογήσει την ιδιότητα ΜΜΕ μιας επιχείρησης μόνον βάσει των τυπικών κριτηρίων του ορισμού των ΜΜΕ (αριθμός απασχολούμενων ατόμων και χρηματοπιστωτικά όρια) και δεν επιτρέπεται να προβάλλει επιπρόσθετα άτυπα κριτήρια προκειμένου να διαπιστώσει αν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ. Η Γερμανία αμφισβητεί ότι στη Sovello χορηγήθηκε η πριμοδότηση ΜΜΕ κατά παράβαση των διατάξεων περί ενισχύσεων και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής για ενδεχόμενη καταστρατήγηση στοιχείων είναι αβάσιμες.
(69) Σύμφωνα με τη Γερμανία, η Sovello κατά το χρόνο της κοινοποίησης πληρούσε τα κριτήρια του ορισμού των ΜΜΕ: η Q-Cells κατείχε συμμετοχή μειοψηφίας στην Sovello της τάξεως του 24,9 % και δεν αποτελούσε ούτε συνεργαζόμενη επιχείρηση ούτε συνδεδεμένη επιχείρηση της Sovello υπό την έννοια του ορισμού των ΜΜΕ. Ως εκ τούτου, κατά τον υπολογισμό των ορίων για τις ΜΜΕ δεν πρέπει να συνυπολογιστούν τα στοιχεία της Q-Cells. Η Γερμανία απορρίπτει την υπόθεση ότι κατά το χρόνο της κοινοποίησης η Q-Cells ασκούσε μεγαλύτερη επιρροή στη Sovello συγκριτικά με εκείνη που θα ασκούσε κάποιος επενδυτής που κατείχε το 24,9 % των μεριδίων της Sovello. Επιπλέον, η Γερμανία υποστηρίζει την άποψη ότι η Sovello αντιμετώπιζε πράγματι τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ και ότι το επενδυτικό σχέδιο δεν θα είχε υλοποιηθεί χωρίς την κρατική ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένης της πριμοδότησης ΜΜΕ.
ΕΚΤΙΜΗΣΗ Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
(70) Στις 7 Ιουνίου 2006 η Επιτροπή ενέκρινε (πέραν της χορηγηθείσας περιφερειακής ενίσχυσης) πριμοδότηση ΜΜΕ της τάξεως του 15 % ΑΙΕ υπέρ της Sovello. Αργότερα η Επιτροπή ανακάλυψε στοιχεία τα οποία υπεδείκνυαν ότι η εν λόγω πρώτη απόφαση είχε βασιστεί πιθανόν σε εσφαλμένες πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί κατά την αρχική κοινοποίηση. Καθότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες ήταν ενδεχομένως καθοριστικές για το πόρισμα της έρευνας, στις 17 Ιουνίου 2008 η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 108 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση, με σκοπό την ανάκληση της απόφασης N 426/05 και την έκδοση νέας απόφασης. (Μετά τη θέση σε εφαρμογή της συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009 οι νεοεκδοθείσες νομικές πράξεις της Επιτροπής στη γερμανική έκδοση δεν αποκαλούνται πλέον Entscheidung αλλά Beschluss.)
Απαίτηση κοινοποίησης, νομική βάση και εφαρμοστέο δίκαιο
(71) Η Γερμανία κοινοποίησε την πριμοδότηση ΜΜΕ υπέρ της Sovello με έγγραφο της 29ης Αυγούστου 2005 το οποίο πρωτοκολλήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2005.
(72) Η πριμοδότηση ΜΜΕ υπέρ της Sovello εγκρίθηκε στις 21 Απριλίου 2005 (με την επιφύλαξη της έγκρισης εκ μέρους της Επιτροπής) ως συμπληρωματικό μέτρο της περιφερειακής ενίσχυσης που χορηγήθηκε βάσει της γερμανικής ρύθμισης GA. Η εν λόγω ρύθμιση εμπεριέχει μια ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία η Γερμανία υποχρεούται να κοινοποιεί ξεχωριστά όλες τις προσαυξήσεις ΜΜΕ οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που ορίζονται στον κανονισμό απαλλαγής κατηγορίας ΜΜΕ για μεμονωμένες ενισχύσεις. Σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο της κοινοποίησης κανονισμό απαλλαγής κατηγορίας ΜΜΕ, εξαιρούνται οι ενισχύσεις επενδύσεων υπέρ ΜΜΕ με ένταση ενίσχυσης της τάξεως του 7,5 % επί του καθαρού ισοδυνάμου επιχορήγησης (στο εξής ΚΙΕ) για μεσαίες επιχειρήσεις και 15 % ΚΙΕ για μικρές επιχειρήσεις παντού στην ΕΕ. Εάν ο δικαιούχος του μέτρου έχει την έδρα του σε ενισχυόμενη περιοχή, σύμφωνα με τον κανονισμό απαλλαγής κατηγορίας ΜΜΕ εγκρίνονται ενισχύσεις έως και ισοδύναμες του ποσού που ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις 1998, συν την επιπρόσθετη πριμοδότηση ΜΜΕ. Ο κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ όμως δεν προβλέπει καμία εξαίρεση για συγκεκριμένα σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 25 εκατ. ευρώ ή για σχέδια τα οποία λαμβάνουν ενισχύσεις ακαθάριστου ποσού άνω των 15 εκατ. EUR. Αυτές οι ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται ξεχωριστά.
(73) Κατά τον έλεγχο του κατά πόσο μια επιχείρηση είναι ΜΜΕ, η Επιτροπή εφαρμόζει τη σύσταση για τις ΜΜΕ.
Έλεγχος της ιδιότητας ΜΜΕ της Sovello Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999
(74) Στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ορίζονται τα εξής: Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει μια απόφαση που έλαβε […], αφού δώσει πρώτα στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εφόσον η απόφαση βασίστηκε σε εσφαλμένες πληροφορίες παρασχεθείσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και οι οποίες ήσαν καθοριστικές για την απόφαση. Πριν ανακαλέσει μια απόφαση και λάβει νέα απόφαση, η Επιτροπή κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 4.
(75) Η Γερμανία απορρίπτει το επιχείρημα ότι σε κάποια χρονική στιγμή του προκαταρκτικού ελέγχου είχε διαβιβάσει εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες, διότι α) είχε διαβιβάσει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το υπόδειγμα δήλωσης και β) κανένας από τους προβλεπόμενους στη σύσταση της Επιτροπής κρίσιμους ελέγχους και διατάξεις δεν απαιτούσε τη διαβίβαση επιπρόσθετων πληροφοριών σχετικά με τη διάρθρωση μιας κοινοπραξίας ή το καταστατικό μιας επιχείρησης.
(76) Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το υπόδειγμα δήλωσης η χρήση του υποδείγματος δήλωσης δεν είναι υποχρεωτική αλλά χρησιμεύει μόνον ως βάση. Συνεπώς, οι έλεγχοι και οι έρευνες βάσει του εθνικού και κοινοτικού δικαίου δεν θίγονται από τις εν λόγω δηλώσεις. Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας η Επιτροπή είχε ζητήσει από τη Γερμανία είτε να υποβάλει ένορκη βεβαίωση της Q-Cells η οποία να αναφέρει ότι ο εν λόγω μέτοχος δεν πληροί κανένα από τα κριτήρια του άρθρου 3 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) του παραρτήματος της σύστασης για τις ΜΜΕ ή, εάν αυτό δεν είναι εφικτό, να διαβιβάσει αντίγραφο του καταστατικού της Sovello. Στις 28 Οκτωβρίου 2005 η Γερμανία διαβίβασε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση της Q-Cells. Επειδή η μετοχική σύνθεση της Sovello κατά την προκαταρκτική έρευνα της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης τροποποιήθηκε λόγω της προσάρτησης τρίτου εταίρου (REC), η Γερμανία διαβίβασε (στις 4 Απριλίου 2006) ένορκη βεβαίωση και του εν λόγω εταίρου. Η απόφαση N 426/05 εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας βάσει των πληροφοριών που διαβιβάστηκαν από τη Γερμανία.
(77) Η Επιτροπή έπρεπε να ελέγξει εάν ο δικαιούχος της ενίσχυσης ήταν ΜΜΕ. Εάν κατά το χρόνο της προκαταρκτικής έρευνας υφίστανται τεκμήρια όπου διατυπώνεται ρητά και εγγράφως ότι η μετοχική σύνθεση μιας κοινοπραξίας είναι διαμορφωμένη κατά τρόπο τέτοιον που να πληρούνται τα κριτήρια του ορισμού των ΜΜΕ, ή από τα οποία προκύπτει η σαφής πρόθεση να τροποποιηθεί η δομή της επιχείρησης μόλις διασφαλιστεί η χορήγηση πριμοδότησης ΜΜΕ, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί το επιχείρημα ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι τουλάχιστον σχετικές για τον έλεγχο της ιδιότητας ΜΜΕ της οικείας κοινοπραξίας ή ότι δεν αποτελούν καθοριστικό για τη λήψη της απόφασης παράγοντα.
(78) Καθώς δεν είχαν διαβιβαστεί στην Επιτροπή τα εν λόγω έγγραφα (Heads of Agreement, καταστατικό, MJVA1 και MJVA2), η εικόνα που η τελευταία είχε σχηματίσει τη δεδομένη χρονική στιγμή για τα συγκεκριμένα γεγονότα ήταν ελλιπής στο βαθμό που η αρχική θετική απόφασή της σχετικά με την πριμοδότηση ΜΜΕ υπέρ της Sovello είχε βασιστεί σε ελλιπείς και άρα εσφαλμένες πληροφορίες.
(79) Σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να διαβιβάσει όλες τις διαθέσιμες τη δεδομένη χρονική στιγμή πληροφορίες που αφορούσαν την απόφαση N 426/05. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που είχε διαβιβάσει η Γερμανία ήταν ελλιπείς και άρα εσφαλμένες. Κατά συνέπεια, εφαρμόζεται το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 το οποίο προβλέπει αντικειμενική διαδικασία βάσει της οποίας η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει εσφαλμένες αποφάσεις.
(80) Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει εάν συνέτρεχε περίπτωση καταστρατήγησης του ορισμού των ΜΜΕ. Στον γερμανικό κανονισμό, βάσει του οποίου χορηγήθηκε η πριμοδότηση ΜΜΕ, ακόμη και αν πληρούνται τα τυπικά κριτήρια του ορισμού των ΜΜΕ, αποκλείεται ρητά η ιδιότητα ΜΜΕ σε περιπτώσεις όπου μεγάλες επιχειρήσεις ασκούν στην πραγματικότητα τον έλεγχο, όπως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία, υπό οικονομικούς όρους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ΜΜΕ.
Νομιμότητα επιπρόσθετων κριτηρίων για την εκτίμηση της ιδιότητας ΜΜΕ
(81) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι καθώς στη σύσταση για τις ΜΜΕ δεν ορίζονται με σαφήνεια άλλα κριτήρια πέραν των τυπικών ορίων, για την εξέταση της ιδιότητας ΜΜΕ μιας επιχείρησης θα έπρεπε να είναι καθοριστικά τα τυπικά κριτήρια ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα της πολιτικής ελέγχου ενισχύσεων της Επιτροπής. Η Γερμανία προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι πιθανά νέα κριτήρια θα μπορούσαν να προστεθούν μόνον στο πλαίσιο προσαρμογής του ορισμού των ΜΜΕ και όχι σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
(82) Για τον ορισμό των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων η σύσταση της Επιτροπής δεν προβλέπει στην πράξη κανένα άλλο κριτήριο πέραν του ορίου του 25 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, ούτε περιλαμβάνει κάποια ειδική απαγόρευση καταστρατήγησης. Για τον έλεγχο όμως των ενισχύσεων, η Επιτροπή διαθέτει κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας προκειμένου να μπορεί να προστατευθεί η εσωτερική αγορά από αθέμιτες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
(83) Η Επιτροπή παραδέχεται ότι κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί ενισχύσεων απαιτείται ασφάλεια δικαίου και διαφάνεια. Ως εκ τούτου, οι έλεγχοι οι οποίοι υπερβαίνουν την εφαρμογή των τυπικών κριτηρίων περιορίζονται απαραιτήτως σε σπάνιες εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν σαφείς ενδείξεις καταστρατήγησης.
(84) Εξάλλου, εκτός του ορισμού των ΜΜΕ, η Επιτροπή δεν εφαρμόζει επιπρόσθετα κριτήρια. Αντιθέτως, διενεργεί μόνον αμιγώς επίσημη ανάλυση, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, όταν βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού πρέπει να αποφανθεί επί μεμονωμένης ενίσχυσης. Κατά τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι προσαυξήσεις ΜΜΕ χορηγούνται μόνο σε πραγματικές ΜΜΕ οι οποίες, λόγω του μεγέθους τους, αντιμετωπίζουν δυσκολίες και όχι σε επιχειρήσεις οι οποίες μέσω συνδεδεμένων επιχειρήσεων και/ή συνεργαζόμενων επιχειρήσεων έχουν πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικούς πόρους και υποστήριξη που δεν υφίστανται για ανταγωνιστές ίδιου μεγέθους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η επιλεξιμότητα μόνον πραγματικών ΜΜΕ, πρέπει να βρεθεί τρόπος να αποκλείονται νομικά σχήματα με τα οποία γίνεται καταστρατήγηση του ορισμού των ΜΜΕ. Η εν λόγω προσέγγιση είναι σύμφωνη προς τη νομολογία στις υποθέσεις Solar Tech και Pollmeier (βλέπε ανωτέρω υποσημειώσεις 20 και 21), στις οποίες τα Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνονται ότι η Επιτροπή δεν εγκρίνει τη χορήγηση μιας πριμοδότησης ΜΜΕ όταν συντρέχει περίπτωση καταστρατήγησης. Έτσι, στον ορισμό των ΜΜΕ προβλέπεται ρητά ότι δεν είναι εφαρμόσιμος όταν υπάρχει σχετικός κίνδυνος και όταν τα κριτήρια τηρούνται μόνον τυπικά.
(85) Το επιχείρημα της Γερμανίας ότι τα πραγματικά γεγονότα στην περίπτωση της Sovello διαφέρουν από εκείνα στις υποθέσεις Solar Tech και Pollmeier, και ότι η νομολογία βασίζεται στη σύσταση για τις ΜΜΕ του 1996 και, ως εκ τούτου, δεν ισχύει για τον ισχύοντα ορισμό των ΜΜΕ, είναι αβάσιμο. Τα σημαντικότερα κριτήρια της σύστασης για τις ΜΜΕ του 1996 για μια συνεργαζόμενη επιχείρηση (συμμετοχή στο κεφάλαιο και/ή δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό 25 % ή μεγαλύτερο) αναπαράχθηκαν στη σύσταση για τις ΜΜΕ 2003/361/ΕΚ και απλώς διασαφηνίστηκαν. Επειδή υπάρχει πάντα κίνδυνος καταστρατήγησης ακόμη και των πληρέστερων και ακριβέστερων κριτηρίων, πρέπει να είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση η αντίδραση ενάντια σε παρεκκλίσεις του ισχύοντος ορισμού των ΜΜΕ. Υπό αυτή την έννοια, τα Δικαστήρια διατύπωσαν επίσης μια γενική αρχή, την απαγόρευση οιασδήποτε καταστρατήγησης.
Έγγραφα επιχείρησης και συγκυρίες
(86) Στα έγγραφα της επιχείρησης (Heads of Agreement, καταστατικό της Sovello της 13ης Ιανουαρίου 2005 και MJVA1) υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η αρχική δομή της επιχείρησης διαμορφώθηκε εσκεμμένα με πρόθεση την εξασφάλιση της πριμοδότησης ΜΜΕ. Το σημείο 5 του Heads of Agreement ρητά προβλέπει επ’ αυτού τα ακόλουθα: The Parties understand that, in order to qualify for maximum grants, it is in the interest of JVCo that Q restricts its equity portion of JVCo until such time that either E or JVCo are no longer categorised as small or medium enterprises under the rules for investment grants etc., or that this restriction becomes null and void. As such, Q’s ownership of JVCo must be less than 25 % in order to qualify for certain German government subsidies. [Με στόχο την εξασφάλιση επιχορηγήσεων στο μέγιστο βαθμό, τα Μέρη κρίνουν ότι είναι προς όφελος της JVCo να διατηρήσει η Q για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα περιορισμένη συμμετοχή στην JVCo, έως ότου η E ή η JVCo δεν κατατάσσεται πλέον βάσει των διατάξεων περί επενδυτικών επιχορηγήσεων κ.λπ. στις μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις ή έως ότου καταστεί άκυρος ο εν λόγω περιορισμός. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει τα περιουσιακά στοιχεία της Q στην JVCo να ανέρχονται σε ποσοστό μικρότερο του 25 % ούτως ώστε να πληρούνται τα ισχύοντα στη Γερμανία κριτήρια για συγκεκριμένες κρατικές ενισχύσεις.](υπογράμμιση της Επιτροπής)
(87) Η σαφής πρόθεση επιβεβαιώνεται από το άρθρο 2.5 στοιχείο γ) της MJVA1: The Parties shall use reasonable best efforts to obtain the Government Investment Grant Approval as soon as reasonably practicable following the Closing Date, including, but not limited to, making changes to the overall structure of the joint venture, this Agreement, the shareholdings in VentureCo, the Articles of Association and the Concurrent Agreements in order to ensure that the maximum amount of Government Investment Grants available for small and medium size enterprises will be secured by VentureCo; and to obtain the funds necessary to fund to VentureCo the amounts specified in Section 2.4 (b) and 2.4 (c) when due. [Τα Μέρη καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια ώστε να λάβουν την έγκριση των κρατικών επιδοτήσεων επενδύσεων το συντομότερο δυνατόν. Στις προσπάθειες αυτές συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, μεταβολές στη συνολική δομή της κοινοπραξίας, τροποποιήσεις στην παρούσα σύμβαση, στις συμμετοχές στην VentureCo, στο καταστατικό και σε λοιπές σχετικές συμφωνίες ούτως ώστε να διασφαλιστεί η επιλεξιμότητα της VentureCογια το μεγαλύτερο δυνατό ποσό κρατικών επιδοτήσεων επενδύσεων προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και η λήψη των απαραίτητων για τη χρηματοδότηση της VentureCo πόρων σε εύλογο χρόνο, οι οποίοι ορίζονται στην παράγραφο 2.4 στοιχεία β) και γ).] (υπογράμμιση της Επιτροπής)
(88) Πλείονα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η Evergreen και η Q-Cells είχαν εξαρχής την πρόθεση να εκχωρήσουν σε αμφότερους τους εταίρους ισότιμα δικαιώματα αφότου θα εξασφαλιζόταν η πριμοδότηση ΜΜΕ:
Στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της MJVA1 ορίζεται ότι αν η Q-Cells σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναπτυξιακών επιδοτήσεων μπορεί να αυξήσει τη συμμετοχή της στην EverQ σε 50 %, χωρίς αυτό να μπορεί να συνεπάγεται απόρριψη αίτησής της για κρατικές επιδοτήσεις επενδύσεων εκ μέρους των αρμόδιων αρχών […], τότε προτείνεται στην Q-Cells να συμμετάσχει στην EverQ με ποσοστό ισότιμο με αυτό της Evergreen. Σε αυτό το πλαίσιο, εφαρμόζεται προτιμησιακή τιμή.
Στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της MJVA1 προβλέπεται μάλιστα σχέδιο εκτάκτου ανάγκης βάσει του οποίου η Q-Cells μπορεί, εφόσον προκύψει ανάγκη, να αυξήσει το μερίδιό της με άλλον τρόπο πέραν της εγγραφής στο κεφάλαιο: If at the time of an Additional Financing request the Grant Impunity Notice cannot be obtained, the Parties shall enter into discussions as to whether Q can participate in the Additional Financing to the extent necessary to enable it to increase its ownership in VentureCo to 50 %, as provided herein, in a manner other than by share subscription. [Σε περίπτωση που κατά την αίτηση για Πρόσθετη Χρηματοδότηση δεν προσκομίζεται βεβαίωση ασφάλειας επιχορήγησης, τα Μέρη συζητούν το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Q στην Πρόσθετη Χρηματοδότηση στο βαθμό που αυτό κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να αυξήσει το μετοχικό της μερίδιο στην VentureCo στο 50 % κατ’ άλλον τρόπο πέραν της εγγραφής στο κεφάλαιο.](υπογράμμιση της Επιτροπής).
(89) Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι διατάξεις του καταστατικού, του Heads of Agreement και της MJVA1 εκχωρούν στην Q-Cells δυνατότητες άσκησης επιρροής επί των επιχειρηματικών αποφάσεων της Sovello, οι οποίες υπερβαίνουν αυτές ενός μειοψηφούντος μετόχου με συμμετοχή 24,9 %, σύμφωνα με το ισχύον εταιρικό δίκαιο (σε μια σύμβαση κοινοπραξίας αυτό εξάλλου συνηθίζεται ευρέως). Το Heads of Agreement προβλέπει: The Governance of JVCo will generally be structured and balanced to take into account each Party’s relative economic interest in JVCo and the fact that E needs initially to have a higher degree of control of JVCo as a result of the materiality of the operations of JVCo relative to E’s operations on a consolidated basis. At the same time, the JVCo governance structure will include provisions that ensure that both E and Q have a shared voice in major actions of JVCo. [Η διαχείριση της JVCo διαρθρώνεται και κατανέμεται γενικά κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα των εταίρων της JVCo καθώς και το γεγονός ότι λόγω της καθοριστικής σημασίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας της JVCo για την επιχειρηματική δραστηριότητα της E, η τελευταία πρέπει αρχικά να μπορεί να ασκεί σε μεγαλύτερο βαθμό τον έλεγχο της JVCo. Παράλληλα, η διοικητική δομή της JVCo διέπεται από όρους οι οποίοι διασφαλίζουν ότι τόσο η Ε όσο και η Q συμμετέχουν σε σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις της JVCo.] (υπογράμμιση της Επιτροπής)
(90) Στο Heads of Agreement ορίζεται επίσης ότι οι εταίροι συμφωνούν να καθορίζουν από κοινού ορισμένες σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις που απαιτούν την έγκριση αμφότερων των μερών.
(91) Το αρχικό καταστατικό της Sovello προβλέπει τα εξής:
Το εποπτικό συμβούλιο απαρτίζεται από τρία μέλη (δύο μέλη διορίζονται από την Evergreen, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος, ο οποίος πρέπει να είναι αποδεκτός από την Q-Cells, ενώ το τρίτο μέλος (που είναι ταυτοχρόνως ο αναπληρωτής πρόεδρος) διορίζεται και ανακαλείται από την Q-Cells).
Για διάφορες σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις (έγκριση του ετήσιου προγράμματος και του ισολογισμού, στρατηγικές αποφάσεις σχετικά με τον χρονοπρογραμματισμό και την ποσότητα της παραγωγής, επεκτάσεις παραγωγικής ικανότητας, πώληση ηλιακών δισκίων/κυττάρων πέραν των συλλεκτών, καθορισμός εμπορικών σημάτων, συμφωνίες στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κ.λπ.) απαιτείται έγκριση εκ μέρους ενός τουλάχιστον διοικητικού μέλους που έχει διορισθεί από την Evergreen και ενός από την Q-Cells.
(92) Καθότι η Q-Cells διαθέτει λοιπόν σημαντικές εξουσίες λήψης αποφάσεων, το επιχείρημα της Γερμανίας, ότι δηλαδή η Evergreen για να προστατεύσει τα συμφέροντά της χρειαζόταν συμμετοχή μεγαλύτερη του 75 % (και ότι η συμμετοχή ύψους 24,9 % της Q-Cells δεν απέρρεε από προσπάθειες καταστρατήγησης), είναι αβάσιμο. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Evergreen επεδίωξε αρχικά στην πραγματικότητα συμμετοχή πλειοψηφίας στην Sovello (πρβλ. σημείο 5 του Heads of Agreement: E will be required to own a majority interest in the equity of JVCo in the near term [Η E πρέπει στο άμεσο μέλλον να κατέχει συμμετοχή πλειοψηφίας στο μετοχικό κεφάλαιο της κοινοπραξίας]), ωστόσο μια τέτοια πλειοψηφία θα ανερχόταν σε διαφορετικό ποσοστό (μεταξύ 51 % και 75 %).
(93) Το γεγονός ότι η Q-Cells μπορούσε να ασκεί επιρροή σε στρατηγικές αποφάσεις επιβεβαιώνεται και από την ετήσια έκθεση της Evergreen για το 2004 όπου αναφέρεται: the strategic partnership is highly dependent on Q-Cells’s expertise [η στρατηγική εταιρική σχέση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τεχνογνωσία της Q-Cells], (υπογράμμιση της Επιτροπής) και although initially a minority shareholder in the strategic partnership, Q-Cells will have the ability to influence the strategic direction of the strategic partnership and other material decisions of the strategic partnership; as a result, we may be unable to take certain actions that we believe would be in our best interests, which, given the expected materiality of the strategic partnership to our combined operations, could significantly harm our business; further, we may be liable to third parties for the material decisions and actions of Q-Cells in the strategic partnership, which actions may harm the strategic partnership and our business. [παρά την αρχική της ιδιότητα ως μειοψηφούντος εταίρου στη στρατηγική εταιρική σχέση, η Q-Cells θα μπορεί να ασκεί επιρροή στους στρατηγικούς στόχους της στρατηγικής εταιρικής σχέσης και σε άλλες καθοριστικές αποφάσεις της στρατηγικής εταιρικής σχέσης. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούμε ενδεχομένως να λαμβάνουμε αποφάσεις που θα κρίνουμε ότι είναι προς το συμφέρον μας, γεγονός που θα μπορούσε να είναι πολύ επιζήμιο όσον αφορά τη μελλοντική σημασία της στρατηγικής εταιρικής σχέσης για την κοινή μας δραστηριότητα. Επιπλέον, θα μπορούσαμε να είμαστε υπόλογοι έναντι τρίτων για τις καθοριστικές αποφάσεις και τα μέτρα της Q-Cells στη στρατηγική εταιρική σχέση, τα μέτρα της οποίας θα μπορούσαν να βλάψουν τη στρατηγική εταιρική σχέση και την επιχειρηματική μας δραστηριότητα.] (υπογράμμιση της Επιτροπής).
(94) Τα ακόλουθα αποσπάσματα του Heads of Agreement αποδεικνύουν ότι ο ρόλος της Q-Cells στη Sovello ήταν καθοριστικός για τη λειτουργία της κοινοπραξίας:
It is anticipated that because the facility will be located in Germany near Q’s current operations, that Q will be a major source of transferred and seconded employees for JVCo. In addition, initially Q will take primary responsibility for recruiting new employees for the facility. [Αναμένεται ότι η Q, λόγω του χώρου εγκατάστασης της μονάδας στη Γερμανία πλησίον των σημερινών της εγκαταστάσεων, θα αποτελέσει σημαντική πηγή μετατεθέντων και αποσπασμένων εργαζομένων για την κοινοπραξία. Επιπλέον, η Q αρχικά αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη για την πρόσληψη νέων εργαζομένων στη μονάδα.]
JVCo may outsource to a Party on a permanent or temporary basis, certain services (Infrastructure, management, operational and technology support and development, etc.) that can be provided by a party to JVCo on a more cost effective basis than if JVCo were to provide such services itself. In particular for the early phases of JVCo, both Parties commit to enter into agreements to supply necessary services to JVCo for a period of at least 2 years, until JVCo is in a position to function cost effectively without this support from its owner entities. [Η κοινοπραξία μπορεί να εκχωρήσει σε τρίτους ορισμένες υπηρεσίες (υποδομές, διαχείριση, επιχειρησιακή και τεχνολογική υποστήριξη και ανάπτυξη κ.λπ.), οι οποίες μπορούν να παρέχονται σε χαμηλότερο κόστος από κάποιον τρίτο σε σύγκριση με την ίδια την κοινοπραξία, σε μόνιμη ή προσωρινή βάση. Αμφότεροι οι εταίροι υποχρεούνται, ιδίως κατά την πρώιμη φάση, να συνάπτουν στο πλαίσιο της κοινοπραξίας συμφωνίες σχετικά με την παροχή των απαραίτητων υπηρεσιών προς την κοινοπραξία με ελάχιστο χρονικό ορίζοντα δύο ετών, έως ότου η κοινοπραξία είναι σε θέση να δραστηριοποιείται υπό ευνοϊκούς οικονομικούς όρους χωρίς την ανάγκη αυτής της υποστήριξης εκ μέρους των ιδιοκτητών της.]
[For example, it is anticipated that because of the proximity of the JVCo facility to Q, that Q will be in a position to effectively provide JVCo with infrastructure services until such time as JVCo is able to provide such services independently. [Έτσι, για παράδειγμα, γίνεται δεκτό ότι λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας προς το εργοστάσιο της κοινοπραξίας, η Q θα είναι σε θέση να παρέχει υπηρεσίες υποδομών για λογαριασμό της κοινοπραξίας έως ότου η ίδια η κοινοπραξία είναι σε θέση να τις αναλάβει από μόνη της.]
(95) Στην MJVA1 αναφέρεται μια σειρά υπηρεσιών που μπορούν να παρασχεθούν για λογαριασμό της Sovello (από αμφότερους τους εταίρους, την Q-Cells και την Evergreen): γενικές υπηρεσίες παροχής συμβουλών σε θέματα διαχείρισης, υποστήριξη στην αίτηση της κρατικής επιχορήγησης επενδύσεων, υποστήριξη στις αιτήσεις απόκτησης αδειών στη Γερμανία, υποστήριξη στην επιλογή και πρόσληψη διοικητικού προσωπικού από τη Γερμανία, υποστήριξη σε φορολογικά θέματα, παροχή συμβουλών σε θέματα χρηματοοικονομικής και επιχειρηματικής δομής, παροχή συμβουλών και υποστήριξη στην παραγωγή κεφαλαίου, διαμεσολάβηση μεταξύ των προμηθευτών των εταίρων, παροχή συμβουλών σχετικά με τη μεταφορά της τεχνολογίας των εταίρων, τεχνολογική υποστήριξη, υποστήριξη στην αγορά τοπικών υποδομών, ανθρώπινοι πόροι και πρόσληψη προσωπικού (άρθρο 9.9 της MJVA1). Στα εν λόγω έγγραφα διατυπώνεται μάλιστα ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σε τιμές αγοράς ή σε βάση κόστους συν περιθώριο κέρδους (cost plus), γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση μεταξύ της Sovello και της Q-Cells.
(96) Σε δελτίο Τύπου των εταίρων στις 24 Ιανουαρίου 2005 αναφέρεται ότι η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση αναμένεται να κατασκευαστεί σε οικόπεδο που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τα ήδη υφιστάμενα εργοστάσια παραγωγής ηλιακών κυττάρων της Q-Cells, γεγονός που θα καταστήσει εφικτή την επίτευξη ακόμα σημαντικότερων συνεργιών με την επιχειρηματική δραστηριότητα της Q-Cells.
(97) Συν τοις άλλοις, προκειμένου να ιδρύσει τη Sovello, η Q-Cells αγόρασε την εικονική εταιρεία, μεταξύ των διαχειριστών της οποίας ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο οικονομικός διευθυντής ανήκαν στο προσωπικό της Q-Cells, ενώ ο γενικός διευθυντής της Q-Cells είχε εξουσία υπογραφής.
(98) Το γεγονός ότι η Q-Cells διόρισε διοικητικό στέλεχος της Sovello, ανεξαρτήτως του επιχειρήματος της Γερμανίας σύμφωνα με το οποίο επρόκειτο για προσωρινό συμβάν και ότι και η Evergreen διόρισε διοικητικό στέλεχος αποτελεί ένδειξη ότι οι σχέσεις μεταξύ της Q-Cells και της Sovello τουλάχιστον κατά την έναρξη της κοινοπραξίας ήταν πολύ στενές.
(99) Η Γερμανία υποστήριξε ότι η Evergreen διαπραγματεύτηκε με άλλους υποψήφιους εταίρους της κοινοπραξίας σε βάση συμμετοχής άνω του 75 %, όμως δεν διαβίβασε σχετικές γραπτές αποδείξεις. Η Γερμανία πρότεινε μεν σε ορισμένες επιστολές της να διαβιβάσει ένορκες βεβαιώσεις από εκπροσώπους της Evergreen και της Q-Cells σχετικά με τους ισχυρισμούς που αφορούν τη συμμετοχή του 24,9 %, όμως τελικά δεν το έπραξε.
(100) Για τους ως άνω λόγους, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί το επιχείρημα ότι η συμμετοχή της Q-Cells ύψους 24,9 % απορρέει οπωσδήποτε από την εφαρμογή του γερμανικού εταιρικού δικαίου και δεν προκύπτει από την πρόθεση απόκτησης πριμοδότησης ΜΜΕ.
(101) Η Επιτροπή δεν πείστηκε από το επιχείρημα της Γερμανίας ότι η δυνατότητα αύξησης της συμμετοχής της Q-Cells στο 50 % που προβλέπεται στην MJVA1 δεν εξαρτάται μόνον από το γεγονός ότι διατηρείται η επιλεξιμότητα για κρατική αναπτυξιακή ενίσχυση, αλλά εξαρτάται και από την απόφαση αμφότερων των εταίρων σχετικά με την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας βάσει της οικονομικής επιτυχίας της Sovello1, διότι το άρθρο 3 παράγραφος 6 στοιχείο γ) της MJVA1 προβλέπει τα εξής: Επιπρόσθετοι χρηματοπιστωτικοί πόροι. Εάν η VentureCo, εν όψει επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας ή σε άλλο πλαίσιο, απαιτήσει από τις E και Q γραπτώς μέσω του Aggregate Equity Funding (συνολικά ίδια κεφάλαια) και του Alternative Funding (άλλες εισφορές κεφαλαίου) επαρκείς επιπρόσθετους χρηματοπιστωτικούς πόρους (τους επιπρόσθετους χρηματοπιστωτικούς πόρους) και αν οι μέτοχοι εγκρίνουν αντίστοιχη αύξηση κεφαλαίου συμμορφούμενη προς τις διατάξεις της συστατικής πράξης (την αναζήτηση επιπρόσθετων χρηματοπιστωτικών πόρων) ισχύουν τα εξής:
(101)
(i) Εάν οι ισχύουσες διατάξεις επιδοτήσεων επιτρέπουν –και εφόσον υπάρχει γραπτή έγκριση από την αρμόδια χορηγούσα αρχή (Βεβαίωση ασφάλειας επιδοτήσεων)- να αυξήσει η Q τη συμμετοχή της στην VentureCo σε 50 %, χωρίς αυτό να μπορεί να σημαίνει ότι μια αίτηση χορήγησης κρατικών επιδοτήσεων επενδύσεων θα απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει από την αρμόδια αρχή ή να απαιτείται πλήρης ή μερική επιστροφή των ήδη αποκτηθεισών επιδοτήσεων επενδύσεων, προτείνεται γραπτώς στην Q να διαθέσει Επιπρόσθετους Χρηματοπιστωτικούς Πόρους που να επιτρέπουν στην Q να συμμετάσχει στην κοινοπραξία με το ίδιο ποσοστό συμμετοχής όπως αυτό της E […] (χωρίς υπέρβαση του μεριδίου της Ε. […] (υπογράμμιση της Επιτροπής)
(102) Κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης των διαφόρων επιχειρηματικών εγγράφων, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι το επίσημο ιδιοκτησιακό καθεστώς και το καθεστώς λήψης αποφάσεων της Sovello, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής της Q-Cells ύψους 24,9 % και της σημαντικής επιρροής της Q-Cells επί του συστήματος λήψης αποφάσεων της Sovello, κατά τον χρόνο της αρχικής κοινοποίησης είχε διαμορφωθεί πράγματι εσκεμμένα και με στόχο να μπορέσει η Sovello να εξασφαλίσει την πριμοδότηση ΜΜΕ, ενώ οι δύο στρατηγικοί εταίροι σκόπευαν εξαρχής να ιδρύσουν μια ισότιμη εταιρική σχέση μετά την εξασφάλιση της πριμοδότησης ΜΜΕ.
(103) Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι η συμμετοχή της Q-Cells βασίζεται στο γερμανικό εταιρικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, η Γερμανία υποστήριξε ότι η επιτυχής ανάπτυξη της κοινοπραξίας Sovello ήταν τόσο σημαντική για την οικονομική επιτυχία της Evergreen που η Evergreen επιθυμούσε να διατηρήσει μέγιστο βαθμό συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και την επιρροή επί της Sovello. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο κατά την πρώτη φάση της ανάπτυξης της Sovello δεν δέχθηκε να περιοριστεί στο 75 % του αρχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου. Αυτό το επιχείρημα μπορεί να ερμηνευτεί μόνον υπό το πρίσμα ότι η Evergreen δεν ήταν διατεθειμένη να εκχωρήσει στην Q-Cells 25 % ή μεγαλύτερο ποσοστό επί των μεριδίων και δικαιωμάτων ψήφου.
(104) Προκειμένου να κατανοήσει την ως άνω επιχειρηματολογία και να αξιολογήσει την αξιοπιστία της, η Επιτροπή ανέλυσε τις διατάξεις του γερμανικού νόμου περί GmbH, και άρα της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, διότι η Sovello AG δραστηριοποιούνταν τότε ως EverQ GmbH και ενέπιπτε στο νόμο περί GmbH.
(105) Στον γερμανικό νόμο περί GmbH, και ιδίως στα άρθρα 50, 61, 66 και 53, θεσπίζονται ορισμένα νόμιμα δικαιώματα μειοψηφίας. Τα άρθρα 50, 61 και 66 αφορούν δικαιώματα μετόχων με δικαιώματα ψήφου άνω του 10 % και, ως εκ τούτου, δεν αφορούν την παρούσα αξιολόγηση διότι η Q-Cells κατέχει ανάλογο μερίδιο. Μόνον στο άρθρο 53 προβλέπεται δικαίωμα μειοψηφίας το οποίο, λόγω της συμμετοχής του 24,9 %, δεν εκχωρείται διά του νόμου στην Q-Cells. Σύμφωνα με το άρθρο 53 του νόμου περί GmbH, οι μειοψηφούντες μέτοχοι κατέχοντες άνω του 25 % των δικαιωμάτων ψήφου έχουν το δικαίωμα να αναστείλουν απόφαση τροποποίησης της συστατικής πράξης της GmbH. Συνεπώς, η Evergreen ως πλειοψηφών μέτοχος με άνω του 75 % των δικαιωμάτων ψήφου ήταν υπεύθυνη βάσει του νόμου να λαμβάνει όλες τις επιχειρηματικές αποφάσεις, ακόμη και αυτές που αφορούσαν μεταβολές της συστατικής πράξης. Εφόσον οι διατάξεις σχετικά με τις εξουσίες λήψης αποφάσεων στο καταστατικό και στην MJVA δεν προέβλεπαν επιπρόσθετες εξουσίες λήψης αποφάσεων για την Q-Cells, το επιχείρημα της Γερμανίας, ότι δηλαδή η Evergreen χρειαζόταν μερίδιο άνω του 75 %, είναι βάσιμο, και η συμμετοχή της Q-Cells ύψους 24,9 % θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως συνέπεια της αυστηρής εφαρμογής νομίμως θεσπισμένων δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή αντανακλά μια τεχνητή δομή εσκεμμένα διαμορφωμένη με στόχο την καταστρατήγηση του ορισμού των ΜΜΕ.
(106) Σύμφωνα με το γερμανικό εταιρικό δίκαιο και ανεξαρτήτως της τήρησης των νομοθετικών διατάξεων ισχύει συμβατική ελευθερία, το δε καταστατικό της επιχείρησης περιέχει ενδεχομένως εγγυήσεις οι οποίες υπερβαίνουν τις νομοθετικές εγγυήσεις.
(107) Ακριβώς αυτό ισχύει στην περίπτωση της Sovello, αφού οι εταίροι δηλώνουν στο καταστατικό ότι για όλες τις σημαντικές αποφάσεις και ιδίως για απόφαση τροποποίησης του καταστατικού, απαιτείται η έγκριση αμφότερων των εταίρων. Σε περίπτωση που –όπως εν προκειμένω- έχει συμφωνηθεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται ομόφωνα, δεν ισχύει ο προαναφερόμενος κανόνας, διότι θα προστάτευε τα δικαιώματα του μειοψηφούντος μετόχου χωρίς όμως να τα περιορίζει. Αντιθέτως, για τους εταίρους θα ήταν ασφαλώς επιτρεπτό να επαναλάβουν την ίδια ρήτρα και στο καταστατικό, εφόσον δεν είχαν συμφωνήσει το ποσοστό του 24,9 % για την Q-Cells αλλά κάποιο άλλο ποσοστό. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα σχετικά με τα δικαιώματα αρνησικυρίας των μειοψηφούντων εταίρων δεν είναι σχετικό στην προκείμενη περίπτωση. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Γερμανία είναι συνεπώς αντιφατικά: το γεγονός ότι ένας πλειοψηφών μέτοχος με πλειοψηφία άνω του 75 % διαθέτει νόμιμα δικαιώματα είναι άνευ σημασίας εάν οι καθοριστικές εξουσίες λήψης αποφάσεων που απορρέουν από την πλειοψηφία περιορίζονται συμβατικώς. Αναφορικά με τα προαναφερθέντα, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι σύμφωνα με το γερμανικό εταιρικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται κανένας λόγος για τον καθορισμό μεριδίου 24,9 %. Το γεγονός ότι η συμμετοχή της Q-Cells μετά την προσχώρηση της REC στην κοινοπραξία μειώθηκε προσωρινά, η οποία μείωση σύμφωνα με την αρχική έγκριση της πριμοδότησης ΜΜΕ από την Επιτροπή διατηρήθηκε μόνον για άλλους τρεις μήνες, δεν αλλάζει κάτι στο πόρισμα της παρούσας έρευνας.
(108) Η Γερμανία υποστήριξε ότι τον Νοέμβριο του 2005 (με την προσχώρηση της REC μέσω της αγοράς του 15 % των μετοχών) και, άρα, πριν από την έκδοση της απόφασης N 426/05 σχετικά με την πριμοδότηση ΜΜΕ, πρώτον καταργήθηκε η MJVA1 και αντικαταστάθηκε από την MJVA2 και, δεύτερον, η συμμετοχή της Q-Cells μειώθηκε στο 21 %.
(109) Γενικά, η Επιτροπή κρίνει μια περίπτωση βάσει των γεγονότων κατά τον χρόνο κοινοποίησης, στο βαθμό που το κράτος μέλος δεν τροποποιεί ρητά την κοινοποίηση. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση ήδη κατά τον χρόνο της πρώτης κοινοποίησης δεν είναι ΜΜΕ (ακόμη και αν τηρούνταν τυπικά τα όρια για τις ΜΜΕ), και εν όψει μιας πιθανής καταστρατήγησης του ορισμού των ΜΜΕ, η Επιτροπή εστιάζει την προσοχή της σε μεταγενέστερες αλλαγές για τις οποίες ενημερώθηκε μετά την αρχική κοινοποίηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι μεταβολές στη μετοχική σύνθεση για τις οποίες η Επιτροπή ενημερώθηκε μετά την αρχική κοινοποίηση δεν αλλάζουν κάτι στη νομική αξιολόγηση. Η πιθανή πρόθεση να διατηρηθεί τεχνητά το μερίδιο της Q-Cells κάτω του 25 % δεν θίχτηκε από τις μεταγενέστερες αλλαγές στη δομή της επιχείρησης (πριν από την απόφαση N 426/05 σχετικά με την πριμοδότηση ΜΜΕ) και η ισχυρή επιρροή της Q-Cells στην κοινοπραξία διατηρείται στην MJVA2.
(110) Το γεγονός ότι η επιρροή της Q-Cells στην αρχική κοινοπραξία υπερβαίνει εκείνη που αντιστοιχεί σε μερίδιο 24,9 % επιβεβαιώνεται επίσης από την MJVA2 όπου προβλέπεται ότι σε περίπτωση υποχρέωσης επιστροφής μέρους της επιχορήγησης, οι τρεις εταίροι θα χορηγήσουν στη Sovello δάνειο ισότιμο του ποσού επιστροφής, όπου στη REC αντιστοιχεί ποσοστό του δανείου ανάλογο προς το μερίδιό της, ενώ το υπόλοιπο ποσό δανείου κατανέμεται ισότιμα μεταξύ της Evergreen και της Q-Cells.
(111) Η ρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ μετά την προσχώρηση της REC διατυπώνεται στην MJVA2. Η MJVA2 προβλέπει ότι σε περίπτωση αναζήτησης Επιπρόσθετων Χρηματοπιστωτικών Πόρων εκ μέρους της Q-Cells, στο πλαίσιο επέκτασης της παραγωγικής της ικανότητας ή για άλλους σκοπούς, μπορεί να αυξήσει τη συμμετοχή της στο ύψος της συμμετοχής της Evergreen [άρθρο 3.5 στοιχείο γ)]. Με την επιφύλαξη της σύναψης νέας σύμβασης παράδοσης πυριτίου, έως την […], η REC μπορεί να αυξήσει τη συμμετοχή της στο 21 % κατόπιν αγοράς του 6 % της Evergreen (άρθρο 3.4). Σε περίπτωση αναζήτησης Επιπρόσθετων Χρηματοπιστωτικών Πόρων και με την επιφύλαξη νέας σύμβασης παράδοσης πυριτίου, η REC μπορεί να αυξήσει τη συμμετοχή της στη Sovello σε 33,3 % [άρθρο 3.5 στοιχείο δ)] και, άρα, στο ύψος της συμμετοχής της Evergreen και της Q-Cells. Η εσωτερική απόφαση της επιχείρησης σχετικά με την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας λήφθηκε στα τέλη Ιουνίου 2006. Η συμμετοχή των τριών εταίρων με ίσα μερίδια συμφωνήθηκε περίπου τρεις μήνες μετά την αρχική έγκριση της πριμοδότησης ΜΜΕ εκ μέρους της Επιτροπής, όταν η Q-Cells και η REC αύξησαν τη συμμετοχή τους σε 33,3 % αμφότερες (τροποποιηθείσα MJVA2).
(112) Οι διατάξεις σχετικά με τον διορισμό των διευθυντών και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο εποπτικό συμβούλιο ουσιαστικά διατηρήθηκαν. Σύμφωνα με την MJVA2, τόσο η Q-Cells όσο και η REC έχουν το δικαίωμα να διορίζουν έναν διευθυντή (δύο, εφόσον η συμμετοχή τους υπερβαίνει το 30 %), και οι αποφάσεις απαιτούν την πλειοψηφία των διευθυντών, όπου απαιτείται έγκριση από τουλάχιστον δύο εκ των τριών ιδιοκτητριών εταιρειών. Η ρήτρα αυτή υπερβαίνει επίσης τις εξουσίες λήψης αποφάσεων που μπορεί να αναμένει κάποιος από έναν μειοψηφούντα μέτοχο υπό φυσιολογικές επιχειρηματικές συνθήκες (αν και υπό συνθήκες κοινοπραξίας αυτό είναι αρκετά σύνηθες).
(113) Επιπλέον, η Q-Cells ήταν αυτή που έφερε τη REC στην κοινοπραξία. Η Q-Cells διατηρούσε στενές σχέσεις αγοράς και υπεργολαβίας με τη REC και τις θυγατρικές της ScanModule AB, Glava, στη Σουηδία (στο εξής: ScanModule), ScanCell AS, Narvik, στη Νορβηγία (στο εξής: ScanCell) και ScanWafer ASA, Høvik, Glomfjord, Porsgrunn, Νορβηγία. Η REC προμήθευε με πυρίτιο την Q-Cells και αποτελούσε τον σημαντικότερο προμηθευτή δισκίων πυριτίου για την Q-Cells, ενώ η Q-Cells πωλούσε σημαντικό μέρος της παραγωγής ηλιακών κυττάρων στη ScanModule. Τα παραγόμενα από τη ScanCell κύτταρα διανέμονταν από την Q-Cells. Επιπλέον, η Q-Cells και η REC συνήψαν το 2004 προφορική συμφωνία σχετικά με τις υπηρεσίες υποστήριξης πωλήσεων και μάρκετινγκ της Q-Cells για τη Νορβηγία. Υπάρχουν επίσης προφανείς σχέσεις μέσω του κυρίου Brenninkmeijer, ο οποίος ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου τόσο στην Q-Cells όσο και στη REC και κατείχε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου στην Good Energies, δηλαδή στην επιχείρηση που κατείχε το 16 % των μεριδίων της Q-Cells και το 39 % των μεριδίων της REC (πρβλ. παράγραφο 2.2). Για την επιχείρηση CSG Solar διαμορφώθηκε παρόμοια δομή: τόσο η Q-Cells όσο και η REC ήταν μειοψηφούντες μέτοχοι, ενώ ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Q-Cells και ο κύριος Brenninkmeijer ήταν μέλη του εποπτικού συμβουλίου.
(114) Δεδομένων των ανωτέρω πληροφοριών, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίσημο ιδιοκτησιακό καθεστώς και το καθεστώς λήψης αποφάσεων της Sovello, τόσο κατά το χρόνο κοινοποίησης όσο και κατά την έκδοση της απόφασης N 426/05, είχαν διαμορφωθεί εσκεμμένα κατά τέτοιο τρόπο που να μπορεί η Sovello να αποκτήσει την πριμοδότηση ΜΜΕ (μέσω της διατήρησης της συμμετοχής της Q-Cells κάτω του 25 %), ενώ και οι δύο, και αργότερα και οι τρεις, στρατηγικοί εταίροι (η REC διασφάλιζε την προμήθεια πυριτίου) επεδίωκαν ταυτόχρονα να καθιερώσουν ισότιμη εταιρική σχέση μετά την εξασφάλιση της πριμοδότησης ΜΜΕ. Στην πράξη, οι συμμετοχές των τριών εταίρων τρεις μήνες μετά την έγκριση της πριμοδότησης ΜΜΕ από την Επιτροπή διαμορφώθηκαν στο 1/3 έκαστος κατόπιν τροποποίησης της MJVA2 (από 33,3 % έκαστος).
Υπολογισμός του ορίου ΜΜΕ λαμβανομένης υπόψη της συμμετοχής της Q-Cells ύψους 25 %
(115) Σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος της σύστασης για τις ΜΜΕ ως μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις νοούνται επιχειρήσεις:
που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους και
των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκατ. EUR ή
των οποίων το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 43 εκατ. EUR.
(116) Ο τρόπος υπολογισμού των ως άνω ορίων εξαρτάται από τη δομή της οικείας επιχείρησης (ανεξάρτητη επιχείρηση ή συνεργαζόμενες/συνδεδεμένες επιχειρήσεις υπό την έννοια του άρθρου 3 του παραρτήματος της σύστασης για τις ΜΜΕ). Δυνάμει του άρθρου 4 του παραρτήματος της σύστασης για τις ΜΜΕ τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τον έλεγχο της ιδιότητας ΜΜΕ του δικαιούχου για τον υπολογισμό του αριθμού απασχολούμενων ατόμων και των οικονομικών ορίων βασίζονται στην τελευταία εκκαθάριση λογαριασμών και υπολογίζονται σε ετήσια βάση. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του παραρτήματος της σύστασης για τις ΜΜΕ πρέπει κατά τον υπολογισμό των ορίων για τις ΜΜΕ να συνυπολογίζονται τα στοιχεία της εκάστοτε ΜΜΕ (σε ποσοστό 100 % για συνδεδεμένες επιχειρήσεις και, κατ’ αναλογία, για συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, δηλαδή τουλάχιστον σε ποσοστό 25 %).
(117) Βάσει των ως άνω σκέψεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι αν είχαν διαβιβαστεί προς αυτήν όλες οι σχετικές πληροφορίες, η Q-Cells θα έπρεπε να είχε χαρακτηριστεί στην αρχική απόφαση ως συνεργαζόμενη επιχείρηση της Sovello (δηλαδή ωσάν η Q-Cells να κατείχε συμμετοχή 25 % στη Sovello). Συνεπώς, για τον εκ νέου υπολογισμό των ορίων για τις ΜΜΕ που ορίζονται στη σύσταση για τις ΜΜΕ, η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτά τα δεδομένα.
(118) Λόγω της πλειοψηφικής συμμετοχής της, η Evergreen αποτελούσε συνδεδεμένη με τη Sovello επιχείρηση. Ως εκ τούτου, κατά τον υπολογισμό των ορίων ΜΜΕ πρέπει να συνυπολογιστούν τα στοιχεία της σε ποσοστό 100 %. Τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για την Evergreen αφορούν το έτος 2004 (215 εργαζόμενοι, ετήσιος κύκλος εργασιών 18,9 εκατ. EUR και σύνολο ισολογισμού 36,5 εκατ. EUR). Το ίδιο έτος, η Sovello δεν παρουσίαζε ούτε εργαζομένους ούτε κύκλο εργασιών αλλά σύνολο ισολογισμού 0,025 εκατ. EUR. Στα τέλη του 2004 η Q-Cells αριθμούσε 350 εργαζομένους, ετήσιο κύκλο εργασιών 128,7 εκατ. EUR και ετήσιο σύνολο ισολογισμού 105,6 εκατ. EUR.
(119) Η Επιτροπή υπολόγισε εκ νέου τα όρια για τις ΜΜΕ για τη Sovello λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό απασχολούμενων ατόμων, τον κύκλο εργασιών και το σύνολο ισολογισμού της Sovello (βάσει των στοιχείων που διαβιβάστηκαν κατά την κοινοποίηση) σε ποσοστό 100 %, τα στοιχεία της Evergreen (συνδεδεμένης επιχείρησης, βάσει των στοιχείων του 2004 όπως διαβιβάστηκαν κατά την κοινοποίηση) επίσης σε ποσοστό 100 % και τα στοιχεία της Q-Cells σε ποσοστό 25 %. Βάσει του ως άνω υπολογισμού προκύπτει υπέρβαση όλων των ορίων για τις ΜΜΕ σε βαθμό που δεν θα αναγνωριζόταν για τη Sovello η ιδιότητα ΜΜΕ και, συνεπώς, η επιχείρηση δεν θα ήταν επιλέξιμη για πριμοδότηση ΜΜΕ.
(120) Η Γερμανία υποστηρίζει ότι προφανώς η Επιτροπή λαμβάνει ως δεδομένο ότι μια κοινοπραξία πρέπει αυτομάτως να θεωρείται ως ενιαία οντότητα με τους εταίρους της και ότι θα πρέπει να αναπτύξει και να εφαρμόζει διαφορετικά κριτήρια ΜΜΕ για τις κοινοπραξίες. Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι η αξιολόγηση στην προκείμενη περίπτωση αποδεικνύει ότι αυτό το επιχείρημα δεν είναι βάσιμο. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύστασης για τις ΜΜΕ, κατά τον υπολογισμό η Επιτροπή συνυπολόγισε αναλογικά μόνον τα στοιχεία της Q-Cells (25 %) διότι θεωρεί ότι η συμμετοχή της Q-Cells διατηρήθηκε τεχνητά κάτω από το συγκεκριμένο όριο.
Απουσία ανάγκης της πριμοδότησης ΜΜΕ
(121) Λόγω της υπέρβασης των ορίων για τις ΜΜΕ, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί εάν η Sovello αντιμετώπιζε πράγματι τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ και εάν λόγω αυτών ήταν απαραίτητη η χορήγηση της πριμοδότησης ΜΜΕ. Η Γερμανία απαρίθμησε μεν διάφορα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ που αντιμετώπιζε η Sovello (πρβλ. παράγραφο 5.2). Δεδομένης της περιορισμένης πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικούς πόρους και του επιχειρήματος της Γερμανίας, δηλαδή ότι το επενδυτικό σχέδιο δεν θα είχε υλοποιηθεί χωρίς την πριμοδότηση ΜΜΕ, η Επιτροπή παρατηρεί ότι σε περίπτωση μη εξασφάλισης κρατικής ενίσχυσης η MJVA1 προβλέπει δυνατότητες για Alternative Funding [άλλες εισροές κεφαλαίου]. Συγκεκριμένα, στην MJVA2 προβλέπεται ισομερής καταμερισμός των υποχρεώσεων επιστροφής ενίσχυσης από τους τρεις εταίρους της κοινοπραξίας (μέσω δανείου στη Sovello, πρβλ. σκέψη 110). Η Επιτροπή, ως εκ τούτου, δεν είναι πεπεισμένη ότι χωρίς την πριμοδότηση ΜΜΕ δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η επένδυση. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο εμπορικός κίνδυνος θα είχε αποσοβεί εάν η Sovello μπορούσε να στηριχθεί στην εμπειρία των τριών εταίρων της, της Evergreen (πωλήσεις και διανομή), της Q-Cells (παρουσία στη γερμανική αγορά) και της REC (δραστηριοποίηση στην αγορά ηλιακών συλλεκτών μέσω των θυγατρικών της) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 113). Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα της Γερμανίας, σύμφωνα με το οποίο η Sovello έπρεπε να αναλάβει υψηλότερα λειτουργικά και επιχειρηματικά έξοδα ως μεγάλη επιχείρηση, διότι η επιχείρηση, όπως αναλύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 94 και 95, λάμβανε σημαντική υποστήριξη από την Q-Cells και διασφάλιζε τον εφοδιασμό με πυρίτιο μέσω της REC (το 2005 είχαν προκύψει σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού στον κλάδο ηλιακής ενέργειας).
(122) Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο έλεγχος βάσει των νέων πληροφοριών αποδεικνύει ότι η Sovello μέσω των εταίρων της κοινοπραξίας που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο είχε ενδεχομένως πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικούς πόρους και βοήθεια που δεν προσφέρονταν για ανταγωνιστές ιδίου μεγέθους που δεν υποστηρίζονταν από συνδεδεμένες ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή απορρίπτει την επιχειρηματολογία της Γερμανίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η πριμοδότηση ΜΜΕ που χορηγήθηκε στη Sovello δεν ήταν απαραίτητη για να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου.
Συμπέρασμα
(123) Για τους ως άνω λόγους, η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα έπρεπε να είχε χορηγηθεί στη Sovello η πριμοδότηση ΜΜΕ ύψους 15 % και ότι η χορήγηση της πριμοδότησης ΜΜΕ δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά.
(124) Δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 η Επιτροπή πρέπει καταρχήν να διατάξει την ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης από τον δικαιούχο,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1 Η εκδοθείσα στις 7 Ιουνίου 2006 απόφαση στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης N 426/05 ανακαλείται.
Άρθρο 2 Η κρατική ενίσχυση ύψους 9130995 EUR σε τιμές του 2007, την οποία χορήγησε παρανόμως η Γερμανία κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ υπέρ της Sovello δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 3
1. Η Γερμανία οφείλει να απαιτήσει την επιστροφή της δηλούμενης στο άρθρο 2 ενίσχυσης από τον δικαιούχο.
2. Το ποσό ανάκτησης περιλαμβάνει τόκους, οι οποίοι υπολογίζονται για τη χρονική περίοδο από την καταβολή της ενίσχυσης στον δικαιούχο μέχρι την πραγματική της ανάκτηση.
3. Οι τόκοι υπολογίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, σύμφωνα με τον τύπο υπολογισμού τόκων.
4. Η Γερμανία αναστέλλει από την ημέρα κοινοποίησης της παρούσας απόφασης όλες τις υπολειπόμενες πληρωμές για τη δηλούμενη στο άρθρο 2 ενίσχυση.
Άρθρο 4
1. Η ανάκτηση της ενίσχυσης που ορίζεται στο άρθρο 2 είναι άμεση και αποτελεσματική.
2. Η Γερμανία διασφαλίζει ότι η παρούσα απόφαση είναι εκτελεστέα εντός τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευσή της.
Άρθρο 5
1. Η Γερμανία διαβιβάζει στην Επιτροπή εντός δύο μηνών μετά την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης τις ακόλουθες πληροφορίες:
1. α)
συνολικό ποσό (κύρια οφειλή και τόκοι) που πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο της ενίσχυσης·
β)
αναλυτική περιγραφή των μέτρων που λήφθηκαν ή πρόκειται να ληφθούν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης·
γ)
έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι επιδόθηκαν εντολές ανάκτησης στον δικαιούχο της ενίσχυσης.
2. Η Γερμανία θα ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των μέτρων που λαμβάνει για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης έως ότου ολοκληρωθεί η επιστροφή της δηλούμενης στο άρθρο 2 ενίσχυσης. Κατ’ απαίτηση της Επιτροπής η Γερμανία θα υποβάλλει αμελλητί όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν ή πρόκειται να ληφθούν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Επιπλέον, η Γερμανία θα διαβιβάζει αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τα ποσά ενίσχυσης και τους τόκους που έχουν ήδη επιστραφεί από τον παραλήπτη της ενίσχυσης.
Άρθρο 6 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Βρυξέλλες, 27 Ιανουαρίου 2010. Για την Επιτροπή Neelie Kroes Μέλος της Επιτροπής