Gelex

Απόφαση (ΕΕ) 2020/394 της Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 2019 σχετικά με τα μέτρα SA.39119 (2016/C) (πρώην 2015/NN) (πρώην 2014/CP) που εφήρμοσε η Ελληνική Δημοκρατία με τη μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου και εγγυήσεων που συνδέονται με τις πυρκαγιές του 2007 (η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον γεωργικό τομέα) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2019) 7094] (Το κείμενο στην ελληνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

In forceVersion 2019-10-07from 2020-03-12
Grade B

mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.

Ask Gelex about this law

Address https://gelex.eu/eli/EU/act/2020/394@2019-10-07/el

Contents
  1. Preamble
  2. (14) α)
  3. (15) α.
  4. (19) α)
  5. (23)
  6. (60) α)
  7. Άρθρο 2
  8. Άρθρο 5
  9. Άρθρο 6
  10. 1. α)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της ΣΛΕΕ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Στις 22 Ιουλίου 2014, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία σχετικά με εικαζόμενη ενίσχυση που χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στη βιομηχανία Σόγια Ελλάς ΑΕ και στις θυγατρικές της (Σόγια Ελλάς), οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της μεταποίησης γεωργικών προϊόντων. Η ενίσχυση συνίστατο σε επιδοτήσεις επιτοκίου και εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για υφιστάμενα δάνεια για τα οποία επρόκειτο να γίνει αναδιαπραγμάτευση με περίοδο χάριτος, καθώς και για νέα δάνεια.

(2) Με επιστολή της με ημερομηνία 25 Ιουλίου 2014, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από τις ελληνικές αρχές σχετικά με τις εικαζόμενες ενισχύσεις. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με επιστολή τους στις 17 Νοεμβρίου 2014, παρέχοντας λεπτομερείς πληροφορίες για τις νομικές βάσεις στις οποίες στηρίχθηκε η χορήγηση των εικαζόμενων ενισχύσεων. Στις 11 Δεκεμβρίου 2015 η Επιτροπή έστειλε δεύτερη επιστολή στην Ελλάδα, στην οποία οι ελληνικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 11ης Φεβρουαρίου 2016, η οποία πρωτοκολλήθηκε την ίδια ημερομηνία. Στην απάντησή τους, οι ελληνικές αρχές παρείχαν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις νομικές βάσεις, τις προϋποθέσεις χορήγησης της ενίσχυσης και τους δικαιούχους.

(3) Στην επιστολή της με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές ότι από την αρχική εξέταση των πληροφοριών που είχαν παρασχεθεί προέκυψε ότι οι εικαζόμενες ενισχύσεις είχαν χορηγηθεί χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. Επιπλέον, η εικαζόμενη ενίσχυση δεν αφορούσε μόνο τη Σόγια Ελλάς και τις θυγατρικές της, αλλά με βάση την εθνική νομοθεσία θα μπορούσε να έχει χορηγηθεί και σε άλλους δικαιούχους. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία για μη κοινοποιηθείσα κρατική ενίσχυση [SA.39119 (2015/NN)] και να επεκτείνει το πεδίο της έρευνάς της στο σύνολο του γεωργικού τομέα.

(4) Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία (απόφαση κίνησης της διαδικασίας) δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 16 Σεπτεμβρίου 2016. Η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να αναφέρουν τον εκτιμώμενο αριθμό δικαιούχων κάθε καθεστώτος που προσδιορίζεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, καθώς και τα σχετικά ποσά. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως αναφέρεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή θα λάμβανε απόφαση βάσει των πληροφοριών που είχε ήδη στη διάθεσή της. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα εν λόγω μέτρα.

(5) Κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις. Οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας στις 23 Σεπτεμβρίου 2016. Στην απάντησή τους, οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχουν τις ζητούμενες στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας πληροφορίες.

(6) Η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της προς τις ελληνικές αρχές να υποβάλουν τις ελλείπουσες πληροφορίες με επιστολές της 2ας Δεκεμβρίου 2016 και της 15ης Ιανουαρίου 2018. Οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν τις ζητούμενες πληροφορίες με επιστολές της 9ης Μαρτίου 2017 και της 21ης Φεβρουαρίου 2018, αντιστοίχως.

(7) Η παρούσα απόφαση, όπως και η απόφαση κίνησης της διαδικασίας, αφορά μόνο δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων, δηλαδή των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της ΣΛΕΕ, με εξαίρεση τα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, καθώς και με τη δασοκομία, όπως ορίζεται από την Eurostat. Ως εκ τούτου, δεν θίγει τυχόν ενισχύσεις που χορηγούνται σε άλλους τομείς της οικονομίας σύμφωνα με τα εν λόγω καθεστώτα ενισχύσεων.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ Στόχος

(8) Στόχος των μέτρων ήταν η παροχή στήριξης σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα τους, στις περιοχές της Ελλάδας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του 2007. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, ευρύτερος σκοπός ήταν η αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας, η οποία είχε πληγεί σοβαρά από τις πυρκαγιές.

Νομική βάση

(9) Νομικές βάσεις για τις εικαζόμενες ενισχύσεις αποτελούν η απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την απόφαση αριθ. 38600/Β.1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/Β’/5-9-2007), η απόφαση αριθ. 46082/Β.2123/24-10-2007 (ΦΕΚ 2139/Β’/2-11-2007), η απόφαση αριθ. 6391/Β.342/8-2-2008 (ΦΕΚ 242/Β’/14-2-2008), η απόφαση αριθ. 34227/Β.1123/23-7-2008 (ΦΕΚ 1548/Β’/5-8-2008), η απόφαση αριθ. 57198/Β.2406/28-12-2012 (ΦΕΚ 3462/Β’/28-12-2012), καθώς και το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Νόμου υπ’ αριθ. 3816/2010 (ΦΕΚ 6/Α’/26.1.2010) και το άρθρο 21 παράγραφος 5 του Νόμου υπ’ αριθ. 3867/2010 (ΦΕΚ 128/A’/3.8.2010).

(10) Οι προϋποθέσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) καθορίζονταν με περισσότερες λεπτομέρειες στην απόφαση αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007) του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Η εν λόγω απόφαση τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 2/86490/0025/31.12.2007 (ΦΕΚ B’ 2493/31.12.2007) του Αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών, την απόφαση αριθ. 2/57144/0025/20.08.2008 (ΦΕΚ B’ 1732/28.08.2008), την απόφαση αριθ. 2/22475/0025/25.04.2012 (ΦΕΚ Β’ 1346/25.04.2012) του υπουργού Οικονομικών, την απόφαση αριθ. 2/52027/0025/30.08.2012 (ΦΕΚ Β’ 2404/30.08.2012) του Αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών και την απόφαση αριθ. 2/1755/0025/20.02.2013 (ΦΕΚ Β’ 465/27.02.2013) του Αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών. Η απόφαση αριθ. 2/1755/0025/20.02.2013 τροποποιήθηκε περαιτέρω με την απόφαση αριθ. 2/38310/0025/14.05.2014 (ΦΕΚ Β’ 1262/16.05.2014) και την απόφαση αριθ. 2/43758/0025/29.06.2015 (ΦΕΚ Β’ 1289/29.06.2015), οι οποίες είναι ως εκ τούτου συναφείς με την παρούσα απόφαση.

Μέτρα

(11) Στις 25 Αυγούστου 2007, ο Έλληνας υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης με την υπουργική απόφαση αριθ. 47870/25.08.2007 (ΦΕΚ 1706/B’/25.08.2007) λόγω των πυρκαγιών του Ιουλίου και του Αυγούστου του 2007, που εκδηλώθηκαν στους νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας και στην περιοχή του δήμου Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας.

(12) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η έκταση και το μέγεθος της καταστροφής από τις πυρκαγιές στις εν λόγω περιοχές ήταν τεράστια και είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια ανθρώπινων ζωών και ζωικού πληθυσμού, την καταστροφή της υπαίθρου, τόσο δασικών όσο και γεωργικών εκτάσεων, και των υποδομών, με σοβαρότατες επιπτώσεις στην τοπική οικονομία. Η κλίμακα του φαινομένου ήταν τέτοια ώστε να χαρακτηριστεί από τις ελληνικές αρχές ως θεομηνία, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, όπως φαίνεται στα σχετικά γραφήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στα οποία αναφέρθηκαν οι ελληνικές αρχές κατά την επικοινωνία τους με το εν λόγω θεσμικό όργανο.

(13) Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, εκδόθηκε η απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε. Η εν λόγω απόφαση έφερε τον τίτλο Δάνεια για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007 στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας.

(14) Η απόφαση προέβλεπε τα ακόλουθα δύο καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων:

(14) α)

καθεστώς για τη ρύθμιση των μέχρι 25.8.2007 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών (που αναφέρεται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ως καθεστώς Α), το οποίο συνίστατο στην κεφαλαιοποίηση των οφειλών και στη μετατροπή τους, στη συνέχεια, σε νέα δάνεια, και περιελάμβανε περίοδο χάριτος, επιδοτήσεις επιτοκίου και εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου·

β)

καθεστώς που καλύπτει τη χορήγηση, μετά την 25η Αυγούστου 2007, νέων δανείων για κεφάλαια κίνησης, για τα οποία θα μπορούσαν να χορηγηθούν επιδοτήσεις επιτοκίου και εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (που αναφέρεται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ως καθεστώς Β).

(15) Η απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) προέβλεπε συγκεκριμένα τα εξής: Τη ρύθμιση οφειλών και τη χορήγηση κεφαλαίων κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που ευρίσκονται και λειτουργούν στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας, καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007. Α. Ρυθμίσεις οφειλών Όλες οι οφειλές ληξιπρόθεσμες και μη μέχρι την 25.8.2007 των επιχειρήσεων και επαγγελματιών που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα νέο δάνειο με περίοδο χάριτος 28 μηνών και με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2009. Το υπόλοιπο δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις. Η συνολική διάρκεια της ρύθμισης του δανείου ορίζεται σε δέκα χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Οι τόκοι του δανείου της περιόδου χάριτος θα επιδοτούνται κατά 100 % από το λογαριασμό του ν. 128/1975 και για τη λοιπή διάρκεια του δανείου κατά 50 %. Ως επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70 % πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Για τους τόκους και το κεφάλαιο των ανωτέρω δανείων θα παρασχεθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, όπως ισχύει. Β. Χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες Επιτρέπεται η χορήγηση κεφαλαίων κίνησης από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για ανάγκες και κεφάλαιο κίνησης της ΠΔ/ΤΕ 1955/2.7.1991 όπως ισχύει. Τα δάνεια αυτά θα επιδοτούνται από τον λογ/σμό του ν. 128/1975 ως εξής: Το ποσοστό επιδότησης τόκων θα είναι ενιαίο για όλο το ποσό του δανείου. Τα ανωτέρω δάνεια θα χορηγούνται κατ’ ανώτατο ύψος μέχρι 35 % του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και θα είναι διάρκειας 60 μηνών. Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70 % πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Διευκρινίζεται ότι ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 31.8.2007 θα προσδιορίζεται από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκύψει αφού υπολογισθεί μεικτός συντελεστή κέρδους 45 %. Για τους τόκους και το κεφάλαιο των ανωτέρω δανείων θα παρασχεθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, όπως ισχύει.

(15) α.

Για δάνεια μέχρι 5000 EUR επιδότηση τόκων κατά 100 %.

β.

Για δάνεια μέχρι 20000 EUR επιδότηση τόκων κατά 80 %.

δ.

Για δάνεια μέχρι 60000 EUR επιδότηση τόκων κατά 50 %.

ε.

Για δάνεια μέχρι 90000 EUR επιδότηση τόκων κατά 30 %.

(16) Η απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) τροποποιήθηκε ως προς τον τίτλο και το σώμα με την απόφαση αριθ. 38600/Β.1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/Β’/5-9-2007). Ο τίτλος της νέας απόφασης ήταν Δάνεια για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας. Με άλλα λόγια, η φράση: που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, η οποία αναφερόταν στους δικαιούχους των καθεστώτων ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, περιόριζε, καθώς φαίνεται, το πεδίο εφαρμογής των καθεστώτων ενισχύσεων στους δικαιούχους που είχαν πράγματι πληγεί από τις πυρκαγιές, διεγράφη από τον τίτλο της νομικής βάσης.

(17) Επιπλέον, με την απόφαση αριθ. 38600/Β.1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/Β’/5-9-2007) προστέθηκε στην πρώτη φράση του Κεφαλαίου Α της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) η ακόλουθη φράση (με έντονους χαρακτήρες στο κατωτέρω απόσπασμα): Α. Ρυθμίσεις οφειλών Όλες οι οφειλές ληξιπρόθεσμες και μη μέχρι την 25.8.2007 των επιχειρήσεων και επαγγελματιών των ως άνω νομών, οι οποίοι νομοί επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα νέο δάνειο με περίοδο χάριτος 28 μηνών και με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2009. [προσθήκη έμφασης]

(18) Με τον συνδυασμό των δύο αυτών τροποποιήσεων, η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι ζημίες που υπέστησαν οι δικαιούχοι έπρεπε να είχαν προκληθεί από τις πυρκαγιές του 2007 δεν αφορούσε πλέον τους δικαιούχους, αλλά απλώς τους νομούς στους οποίους αυτοί ήταν εγκατεστημένοι και λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την απάντηση των ελληνικών αρχών στην ερώτηση που διατύπωσε η Επιτροπή στην επιστολή της 11ης Δεκεμβρίου 2015, και συγκεκριμένα κατά πόσον η αποζημίωση είχε χορηγηθεί στους δικαιούχους για τις ζημίες που υπέστησαν ως άμεση συνέπεια των πυρκαγιών. Στην απάντησή τους της 11ης Φεβρουαρίου 2016, οι ελληνικές αρχές επέμειναν στον γενικευμένο και πρωτοφανή χαρακτήρα των πυρκαγιών που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών σε επιχειρήσεις απλώς και μόνο επειδή είχαν παραγωγικές δραστηριότητες στις πληγείσες περιοχές.

(19) Με τις λοιπές αποφάσεις και νόμους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη (9) τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε περαιτέρω η απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007). Η απόφαση αριθ. 46082/Β.2123/24-10-2007 (ΦΕΚ 2139/Β’/2-11-2007) προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

(19) α)

Στο τέλος του Κεφαλαίου Α [της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007)] Ρυθμίσεις οφειλών προστίθενται οι εξής παράγραφοι: Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προβαίνουν σε υλοποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι το ποσό των 25000000 EUR ανά επιχείρηση. Για τις εμπορικές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες το ποσό μέχρι το οποίο μπορούν να ρυθμίζουν ανέρχεται στο ποσό των 100000 EUR. Οι επιχειρήσεις εφόσον αιτούνται να ρυθμίζουν οφειλές άνω των 100000 EUR και μέχρι 25000000 EUR θα πρέπει να προσκομίζουν στο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχουν τις περισσότερες οφειλές, μελέτη βιωσιμότητας, η οποία θα αξιολογείται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α δεν υπάγονται:

τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών τα οποία είναι ήδη ενταγμένα σε διατάξεις ρυθμίσεων με βάση το ν. 128/1975 όπως ισχύει, εκτός εάν οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες αυτοί έχουν αποδεδειγμένα υποστεί ζημιές από την πυρκαγιά στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, στον μηχανολογικό εξοπλισμό, στις πρώτες ύλες ή στα εμπορεύματα τους. Για την ανωτέρω πιστοποίηση θα πρέπει να προσκομίζουν βεβαίωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Νομαρχιακών τους Αυτοδιοικήσεων,

τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που ελήφθησαν έναντι εκχώρησης δικαιώματος επιχορήγησης επενδυτικού προγράμματος βάσει καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων,

τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που περιέχονται σε χρηματοδοτικό σχήμα, βάσει του οποίου εντάσσεται η επένδυση σε καθεστώς κρατικών ενισχύσεων.

β)

Στο τέλος του Κεφαλαίου Β [της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007)] Χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες προστίθενται δύο παράγραφοι ως εξής: Στις ανωτέρω διατάξεις του Κεφαλαίου Β υπάγονται οι επιχειρήσεις και επαγγελματίες που είχαν ενταχθεί σε επιχορηγήσεις επενδυτικού προγράμματος βάσει καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ολοκληρωθεί το επενδυτικό έργο. Στις ανωτέρω διατάξεις των Κεφαλαίων Α και Β υπάγονται και οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες που ευρίσκονται και λειτουργούν στους δήμους Αιγίου, Ακράτας Διακοπτού, Συμπολιτείας Ερινεού και Αιγείρας στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, καθώς και στους δήμους Ελειού – Πρόνων και Λειβαθούς του Νομού Κεφαλληνίας.

(20) Με την απόφαση αριθ. 6391/Β.342/8-2-2008 (ΦΕΚ 242/Β’/14-2-2008) τροποποιήθηκε (από 100000 EUR σε 150000 EUR) το ποσό για το οποίο οι επιχειρήσεις που επιθυμούσαν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους όφειλαν να υποβάλουν μελέτη βιωσιμότητας. Επιπλέον, παρατάθηκε η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων αυτών μέχρι τις 31 Μαρτίου 2008, αντί της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2007.

(21) Με την απόφαση αριθ. 34227/Β.1123/23-7-2008 (ΦΕΚ 1548/Β’/5-8-2008) διευρύνθηκε το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής των καθεστώτων, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη (25), και παρατάθηκε εκ νέου, ήτοι μέχρι τις 31 Αυγούστου 2008, η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στη ρύθμιση.

(22) Με την απόφαση αριθ. 57198/Β.2406/28-12-2012 (ΦΕΚ 3462/Β’/28-12-2012) τροποποιήθηκαν τα καθεστώτα ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε δικαιούχους που δεν είχαν λάβει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου να ζητήσουν την αναστολή καταβολής των οφειλομένων για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2012 έως 31 Δεκεμβρίου 2012. Οι τόκοι του χρονικού διαστήματος της αναστολής βάρυναν αποκλειστικά τους δανειολήπτες. Οι αιτήσεις των δικαιούχων για την υπαγωγή στην εν λόγω διάταξη μπορούσαν να υποβληθούν στα πιστωτικά ιδρύματα έως τις 28 Φεβρουαρίου 2013.

(23) Όσον αφορά τις προϋποθέσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, περιγράφονταν αναλυτικά στην απόφαση αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858), τα συναφή αποσπάσματα της οποίας έχουν ως εξής: Το επιτόκιο του δανείου της ρύθμισης επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθ. 36579/Β.1666/27.8.2007. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα ισχύει για το 80 % των ρυθμιζόμενων οφειλών και των αναλογούντων σ’ αυτές τόκων και μέχρι του ποσού των 20000000,00 EUR ανά επιχείρηση. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα παρέχεται και για τις εμπορικές επιχειρήσεις [φυσικά πρόσωπα], εγγεγραμμένα μέλη των επιμελητηρίων, και για τους επαγγελματίες των ως άνω Νομών, των οποίων οι προς ρύθμιση οφειλές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 100000,00 EUR. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2009, ενώ η πρώτη δόση του εν λόγω δανείου θα καταβληθεί την 30.6.2010. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει, αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ’ αριθ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθ. 36579/Β.1666/27.8.2007. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγούνται σε όλες τις επιχειρήσεις των ως άνω Νομών κατ’ ανώτατο ύψος μέχρι 35 % του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και με ανώτατο ύψος δανείου τα 90000,00 EUR ανά επιχείρηση. Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 27.8.2007 θα προσδιοριστεί από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το έτος 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκύψει αφού υπολογιστεί μεικτός συντελεστής κέρδους 45 %. Τα ως άνω δάνεια θα εξοφλούνται σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος για το κεφάλαιο από την ημέρα της εκταμίευσης ως την Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30.6.2010. Το μη επιδοτούμενο μέρος των τόκων της περιόδου χάριτος θα καταβάλλεται από τις επιχειρήσεις. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγηθούν μέσω μίας νέας αυτοτελούς δανειακής σύμβασης. Για τα ανωτέρω δάνεια θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το 80 % του κεφαλαίου και των αναλογούντων τόκων της περιόδου χάριτος και της κανονικής περιόδου για όλες τις επιχειρήσεις. […] Απαιτούμενα δικαιολογητικά: […] Στην εν λόγω μελέτη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα: Β. Οι εταιρείες και οι επαγγελματίες των ως άνω Νομών, εφόσον επιθυμούν μόνο νέο δάνειο για κεφάλαιο κίνησης μετά τις πυρκαγιές, πρέπει να υποβάλουν τις αιτήσεις τους στην 25η Δ/νση του Γ.Λ.Κ. – Τμήμα Δ΄, συνυποβάλλοντας υποχρεωτικά τα κάτωθι δικαιολογητικά: Δεν απαιτείται να προταθούν εμπράγματες εξασφαλίσεις για κάλυψη των νέων δανείων για κεφάλαια κίνησης για όλες τις κατηγορίες των επιχειρήσεων. Οι αιτήσεις και οι μελέτες βιωσιμότητας θα αξιολογούνται από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (Άρθρο 37 του ν. 3458/2006, Φ.Ε.Κ. 94/Α΄/8.5.2006), πριν την τελική έγκριση για την παροχή της εγγύησης με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (Άρθρο 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ.) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις, οι οποίες θα εξασφαλίζουν πλήρως τις προς ρύθμιση οφειλές (όπου αυτό απαιτείται).

(23)

1) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80 %, για τη ρύθμιση των μέχρι 25.8.2007 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Ευβοίας και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, οι οποίοι νομοί επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, σε ένα νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος από 25.8.2007 μέχρι 31.12.2009. Η συνολική διάρκεια του δανείου της ρύθμισης ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Η πρώτη δόση του εν λόγω δανείου θα καταβληθεί την 30.6.2010.

2) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80 %, για χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης, πενταετούς διάρκειας συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος, σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Λακωνίας, Ευβοίας και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, οι οποίες επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007.

v)

μελέτη βιωσιμότητας συνοδευόμενη με τις προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις (μόνο για όσες επιχειρήσεις αιτούνται ρύθμιση οφειλών για ποσό μεγαλύτερο των 100000,00 EUR).

α)

οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας, μετά τη ρύθμιση των οφειλών προς το πιστωτικό σύστημα, τους προμηθευτές της, τα ασφαλιστικά ταμεία, το Δημόσιο και την αγορά γενικότερα, καθώς και οι συμφωνίες – ρυθμίσεις αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών·

β)

οι δημοσιευθείσες λογιστικές καταστάσεις της εταιρείας της τελευταίας τριετίας (όσες εταιρείες τηρούν βιβλία β΄ κατηγορίας θα υποβάλλουν τα έντυπα Ε3 και Ε9 της τελευταίας τριετίας)·

γ)

το χρονοδιάγραμμα χρηματορροών της εταιρείας για την επόμενη τριετία (εισπράξεις – πληρωμές)·

δ)

οι προβλέψεις εσόδων και κερδών της εταιρείας για την επόμενη τριετία·

ε)

τα κεφάλαια κίνησης που απαιτούνται για τη λειτουργία της εταιρείας και τις πηγές χρηματοδότησης·

στ)

οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις προς ρύθμιση οφειλές (μόνο εφόσον αυτές υπερβαίνουν το ποσό των 100000,00 EUR).

α)

τις δημοσιευθείσες λογιστικές καταστάσεις της εταιρείας της τελευταίας τριετίας (όσες εταιρείες τηρούν βιβλία β΄ κατηγορίας θα υποβάλλουν τα έντυπα Ε3 και Ε9 της τελευταίας τριετίας)·

β)

το χρονοδιάγραμμα χρηματορροών της εταιρείας για την επόμενη τριετία (εισπράξεις – πληρωμές)·

γ)

τις προβλέψεις εσόδων και κερδών της εταιρείας για την επόμενη τριετία·

δ)

πιστοποιητικό εγγραφής στο Επιμελητήριο του Νομού, στον οποίο είναι εγκατεστημένη η εταιρεία (οι επαγγελματίες και οι κτηνοτρόφοι πρέπει να προσκομίσουν πιστοποιητικό έναρξης επιτηδεύματος από την οικεία Δ.Ο.Υ.)·

ε)

συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο το ειδικό έντυπο του Γ.Λ.Κ. για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που αιτούνται την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mof-glk.gr).

(24) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Νόμου υπ’ αριθ. 3816/2010 (ΦΕΚ 6/Α’/26.1.2010), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παράγραφος 5 του Νόμου υπ’ αριθ. 3867/2010 (ΦΕΚ 128/A’/3.8.2010), οι δικαιούχοι των δανείων τα οποία χορηγήθηκαν δυνάμει της απόφασης αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007) δικαιούνταν να ζητήσουν μέχρι την 30ή Αυγούστου 2010 αναστολή επί διετία και αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 2010 της χρεολυτικής αποπληρωμής του κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με τη συχνότητα πληρωμής των τόκων που προβλέπεται στη σύμβαση. Υπόχρεοι προς αποπληρωμή των τόκων ήταν οι δανειολήπτες. Με την απόφαση αριθ. 2/22475/0025/25.04.2012 (ΦΕΚ Β’ 1346), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 2/52027/0025/30.08.2012 (ΦΕΚ Β’ 2404) και την απόφαση αριθ. 2/1755/0025/20.02.2013 (ΦΕΚ Β’ 465/27.02.2013), δόθηκε παράταση της εν λόγω αναστολής από 1ης Ιανουαρίου 2012 έως 31 Δεκεμβρίου 2012, υπό τον όρο ότι η υποβολή αίτησης στα πιστωτικά ιδρύματα είχε ως καταληκτική ημερομηνία την 28η Φεβρουαρίου 2013. Με την απόφαση αριθ. 2/38310/0025/14.05.2014 (ΦΕΚ Β’ 1262/16.05.2014) παρεχόταν η δυνατότητα εκ νέου αναστολής από 31 Δεκεμβρίου 2013 έως 31 Δεκεμβρίου 2014, ενώ με την απόφαση αριθ. 2/43758/0025/29.06.2015 (ΦΕΚ Β’ 1289/29.06.2015) παρεχόταν η δυνατότητα μίας περαιτέρω αναστολής από 31 Δεκεμβρίου 2013 έως 31 Δεκεμβρίου 2016 των δανείων που έληγαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2017.

Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής των μέτρων

(25) Τα καθεστώτα ενισχύσεων εφαρμόστηκαν αρχικά στους νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας και στην περιοχή Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Στη συνέχεια, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής τους διευρύνθηκε ώστε να εφαρμοστούν περαιτέρω στους δήμους Αιγίου, Ακράτας, Διακοπτού, Συμπολιτείας, Ερινεού και Αιγείρας του νομού Αχαΐας, καθώς και στους δήμους Ελειού-Πρόννων και Λειβαθούς του νομού Κεφαλληνίας, δυνάμει της απόφασης αριθ. 46082/Β.2123/24-10-2007 (ΦΕΚ 2139/Β’/2-11-2007) και ειδικότερα για τις κρατικές εγγυήσεις δυνάμει της απόφασης αριθ. 2/86490/0025/31.12.2007 (ΦΕΚ B’ 2493/31.12.2007)· καθώς επίσης και στους δήμους Αργαλαστής και Αφετών, και στους οικισμούς Αγίας Παρασκευής, Ζορμιάδων, Πόρων και Τρούλου του δήμου Σκιάθου του νομού Μαγνησίας, δυνάμει της απόφασης αριθ. 34227/Β.1123/23-7-2008 (ΦΕΚ 1548/Β’/5-8-2008) και ειδικότερα για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της απόφασης αριθ. 2/57144/0025/20.08.2008 (ΦΕΚ B’ 1732/28.08.2008).

Διάρκεια

(26) Η υπουργική απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία θεσπίστηκαν τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων (με περαιτέρω τροποποιήσεις), δημοσιεύθηκε στις 30 Αυγούστου 2007, και είναι ακόμη σε ισχύ σύμφωνα με τα στοιχεία που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές.

(27) Οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι οι δικαιούχοι έπρεπε να υποβάλουν τις αιτήσεις τους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007, ενώ για τους δήμους Αργαλαστής και Αφετών, και τους οικισμούς Αγίας Παρασκευής, Ζορμιάδων, Πόρων και Τρούλου του δήμου Σκιάθου του νομού Μαγνησίας οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 31 Οκτωβρίου 2008. Η διάρκεια των δανείων στο πλαίσιο του καθεστώτος Α (βλέπε αιτιολογική σκέψη 14) ανερχόταν σε 10 έτη, ενώ εκείνων στο πλαίσιο του καθεστώτος Β (βλέπε αιτιολογική σκέψη 14) σε 5 έτη. Τα δάνεια χορηγήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010. Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου συνδέονταν με τις συγκεκριμένες χρηματοοικονομικές συναλλαγές (δηλαδή είτε με δάνεια που αφορούσαν τη ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του καθεστώτος Α και την προαναφερθείσα δεκαετή διάρκεια είτε με τα δάνεια για κεφάλαια κίνησης στο πλαίσιο του καθεστώτος Β και την προαναφερθείσα πενταετή διάρκεια).

Εκτίμηση του ύψους της εικαζόμενης ενίσχυσης

(28) Οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι οι συνολικές επιδοτήσεις επιτοκίων που χορηγήθηκαν σε δικαιούχους ανήλθαν σε 192771140,81 EUR. Ειδικότερα, ένας εκ των δικαιούχων, η βιομηχανία Σόγια Ελλάς και οι θυγατρικές της έλαβαν επιδότηση επιτοκίου ύψους 8293527,92 EUR και καμία εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν χορηγήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση. Όσον αφορά τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι το συνολικό ποσό των δανείων ήταν 146969403,78 EUR και ότι η συνολική εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ανήλθε σε 117575523,04 EUR. Οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι τα πιστωτικά ιδρύματα απέστειλαν ήδη αιτήματα για κατάπτωση της εγγύησης 396 δανείων (που αντιστοιχούν σε 298 δικαιούχους) συνολικού ύψους 55233316,43 EUR. Οι ελληνικές αρχές επισήμαναν ότι από τα 76 αιτήματα, τα οποία είχαν εξεταστεί κατά την υποβολή των πληροφοριών τον Φεβρουάριο 2018, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ενεργοποιήθηκε σε 62 περιπτώσεις και, ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε σε πιστωτικά ιδρύματα το ποσό των 6836810,80 EUR. Οι εν λόγω υπολογισμοί είναι προσωρινοί, δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές εξακολουθούν να επεξεργάζονται τα στοιχεία με σκοπό την επιβεβαίωση των τελικών δικαιούχων και ποσών.

Δικαιούχοι

(29) Όπως φαίνεται, μπορεί να γίνει χρήση των καθεστώτων ενισχύσεων, μεταξύ άλλων, από όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα I της ΣΛΕΕ, και στον τομέα της δασοκομίας, εφόσον αυτές είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, σε κάποια από τις περιοχές στις οποίες εφαρμόζονται τα καθεστώτα ενισχύσεων (βλέπε αιτιολογική σκέψη 15).

(30) Σύμφωνα με τις προσωρινές εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, ο αριθμός των δικαιούχων επιδοτήσεων επιτοκίου ανήλθε σε 3773 επιχειρήσεις (συμπεριλαμβανομένης της Σόγια Ελλάς και των θυγατρικών της) και ο αριθμός των δικαιούχων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου σε 746 επιχειρήσεις.

Επιλέξιμες δαπάνες

(31) Επιλέξιμες δαπάνες φαίνεται να ήταν οι δαπάνες λειτουργίας επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, σε κάποια από τις περιοχές στις οποίες εφαρμόζονται τα καθεστώτα ενισχύσεων. Εάν οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν ασκούσαν οικονομικές δραστηριότητες, αποκλείονταν από τα καθεστώτα ενισχύσεων. Εάν οι επιχειρήσεις διέθεταν περισσότερες από μία μονάδες παραγωγής, μπορούσαν να λάβουν ενισχύσεις δυνάμει των εν λόγω καθεστώτων σε σχέση με τις δραστηριότητες των μονάδων παραγωγής τους που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στις πληγείσες περιοχές. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το καθεστώς Β, οι δικαιούχοι μπορούσαν να λάβουν δάνεια ύψους μέχρι 35 % του κύκλου εργασιών της μονάδας παραγωγής τους που ήταν εγκατεστημένη και λειτουργούσε στις πληγείσες περιοχές, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης.

Μορφή και ένταση της ενίσχυσης

(32) Οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν με τη μορφή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και επιδοτήσεων επιτοκίου. Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κάλυπταν το 80 % του δανείου, συμπεριλαμβανομένων των αναλογούντων τόκων. Όσον αφορά τις επιδοτήσεις επιτοκίου, για τα δάνεια στα οποία έγινε ρύθμιση οφειλών, η ενίσχυση ανερχόταν στο 100 % κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος και στο 50 % για την υπόλοιπη διάρκεια του δανείου. Για τα νέα δάνεια, οι επιδοτήσεις επιτοκίου κυμαίνονταν από 30 % έως 100 %, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 15.

ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Ύπαρξη ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(33) Για να μπορέσει να αξιολογήσει με δομημένο τρόπο κατά πόσο τα επίμαχα καθεστώτα πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή ανέλυσε τα δύο μέσα που χρησιμοποιήθηκαν σε καθένα από αυτά ξεχωριστά: την επιδότηση επιτοκίου, αφενός, και την εγγύηση του Δημοσίου, αφετέρου.

(34) Η επιδότηση επιτοκίου που χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στη συνέχεια, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η εν λόγω επιδότηση χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και παρείχε σαφές πλεονέκτημα, καθώς καθιστούσε το κόστος του δανείου πολύ φθηνότερο και, σε ορισμένες περιπτώσεις και για ορισμένες χρονικές περιόδους, ακόμη και άτοκο, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην αιτιολογική σκέψη 15.

(35) Επιπλέον, πληρούνταν επίσης η προϋπόθεση του επιλεκτικού χαρακτήρα, αφού οι δικαιούχοι περιορίζονταν στις επιχειρήσεις που διέθεταν εγκαταστάσεις στις γεωγραφικές περιοχές οι οποίες επλήγησαν από τις πυρκαγιές του 2007, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 25.

(36) Όσον αφορά τον όρο της μη νόθευσης του ανταγωνισμού, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός και μόνο ότι ενισχύεται η ανταγωνιστική θέση μιας επιχείρησης σε σύγκριση με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, παρέχοντάς της οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει υπό κανονικές συνθήκες επιχειρηματικής δραστηριότητας, καταδεικνύει ότι υπάρχει κίνδυνος νόθευσης του ανταγωνισμού. Στην παρούσα υπόθεση, ενισχύθηκε η ανταγωνιστική θέση των αποδεκτών της ενίσχυσης μέσω του οικονομικού οφέλους από το εθνικό μέτρο. Ως εκ τούτου, το μέτρο ήταν ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Η ενίσχυση που χορηγείται σε επιχείρηση δραστηριοποιούμενη σε αγορά ανοικτή στο ενδοενωσιακό εμπόριο είναι ικανή να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Οι δικαιούχοι των επίμαχων ενισχύσεων δραστηριοποιούνταν στην άκρως ανταγωνιστική αγορά των γεωργικών προϊόντων και της δασοκομίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει κατώτατο όριο ή ποσοστό κάτω από το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Το σχετικά χαμηλό ύψος της ενίσχυσης ή το σχετικά μικρό μέγεθος της αποδέκτριας επιχείρησης δεν αποκλείουν a priori το ενδεχόμενο να επηρεαστούν οι συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων. Οι εμπορικές συναλλαγές εντός της ΕΕ στους τομείς της γεωργίας και της δασοκομίας είναι σημαντικές. Για τον λόγο αυτόν, το παρόν μέτρο ήταν δυνατόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(37) Βάσει των ανωτέρω, φαίνεται ότι, όσον αφορά την επιδότηση επιτοκίου, πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(38) Με την απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στη συνέχεια, αποφασίστηκε επιπλέον να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στις επιχειρήσεις οι οποίες είχαν εγκαταστάσεις στις γεωγραφικές περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του 2007. Οι προϋποθέσεις παροχής της εν λόγω εγγύησης προσδιορίστηκαν αναλυτικότερα στην απόφαση αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στη συνέχεια. Όπως αναφέρεται στην ενότητα 2.1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, τα γενικά κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ισχύουν και για τις εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις που παρέχονται απευθείας από το Δημόσιο δύνανται κάλλιστα να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις. Το όφελος μιας κρατικής εγγύησης συνίσταται στην ανάληψη από το Δημόσιο του κινδύνου που συνδέεται με την εγγύηση. Κανονικά, για την ανάληψη αυτού του κινδύνου θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί η καταβολή της ενδεδειγμένης προμήθειας εγγύησης. Όταν το Δημόσιο δεν απαιτεί την καταβολή προμήθειας, τότε όχι μόνο η επιχείρηση στην οποία χορηγείται η κρατική εγγύηση αποκομίζει όφελος, αλλά δαπανώνται και κρατικοί πόροι. Συνεπώς, η εγγύηση στην προκειμένη περίπτωση χορηγήθηκε μέσω κρατικών πόρων. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις εγγυήσεις διευκρινίζεται επίσης ότι, ακόμη και σε περίπτωση που το Δημόσιο δεν χρειαστεί ποτέ να προβεί σε πληρωμές στο πλαίσιο της εγγύησης, μπορεί εντούτοις να πρόκειται για κρατική ενίσχυση.

(39) Το όφελος που αποκόμισαν οι επιχειρήσεις από την εγγύηση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο των καθεστώτων είναι προφανές. Όπως αναφέρεται στην ενότητα 2.3 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, σε περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν χρειάζεται να καταβάλει την προμήθεια, ή καταβάλλει χαμηλή προμήθεια, του παρέχονται πλεονεκτικοί όροι. Επιπλέον, σε σύγκριση με μια κατάσταση χωρίς εγγύηση, η εγγύηση του Δημοσίου παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης για ένα δάνειο από εκείνους που συνήθως ισχύουν στις κεφαλαιαγορές.

(40) Το γεγονός ότι οι δικαιούχοι του καθεστώτος Α όφειλαν να παρέχουν εξασφαλίσεις εάν οι υπό ρύθμιση οφειλές τους υπερέβαιναν τα 100000,00 EUR (βλέπε αιτιολογική σκέψη 23 ανωτέρω), δεν άλλαξε την εκτίμηση ότι ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις η εγγύηση του Δημοσίου περιελάμβανε στοιχείο ενίσχυσης. Οι σχετικές παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στην απόφαση 2012/320/ΕΕ, οι οποίες έγιναν δεκτές από το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση T-150/12, ίσχυαν και στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, ακόμη και όταν οι δικαιούχοι παρείχαν εξασφαλίσεις, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου συνιστούσε ενίσχυση, καθώς το Δημόσιο είχε τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν θα γινόταν χρήση των δικαιωμάτων που παρείχαν οι συμφωνίες εξασφάλισης σε περίπτωση που οι δικαιούχοι δεν κατόρθωναν να αποπληρώσουν τα δάνεια. Αυτό ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση καθώς δεν φάνηκε να υπάρχει διάταξη στη νομική βάση των καθεστώτων που προέβλεπε αυτόματη ενεργοποίηση των συμφωνιών εξασφάλισης σε περίπτωση μη αποπληρωμής των δανείων από τους δικαιούχους. Τέλος, δεν ήταν σαφές κατά πόσον η παρεχόμενη εξασφάλιση αφορούσε σε όλες τις περιπτώσεις το συνολικό ποσό του δανείου. Επίσης, δεν ήταν σαφές αν η εξασφάλιση έπαιζε κάποιο ρόλο στον υπολογισμό της εφαρμοστέας προμήθειας (εάν υπήρχε τέτοια).

(41) Στην ενότητα 3.4. της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις παρέχεται κατάλογος των προϋποθέσεων, η σωρευτική εκπλήρωση των οποίων αποκλείει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης. Σύμφωνα με τις ενδείξεις, το επίμαχο μέτρο δεν πληρούσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, μπορούσε, όπως φαίνεται, να γίνει χρήση των καθεστώτων από δανειολήπτες που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες, αντίθετα με τα προβλεπόμενα στην ενότητα 3.4 στοιχείο α) της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι οι επιχειρήσεις που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες αποκλείονταν από τα καθεστώτα, καθώς προϋπόθεση για τη λήψη της εγγύησης του Δημοσίου ήταν η υποβολή μελέτης βιωσιμότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με το γράμμα της απόφασης αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007), η υποχρέωση υποβολής μελέτης βιωσιμότητας ίσχυε μόνο για όσες επιχειρήσεις αιτούνταν ρύθμιση οφειλών για ποσό μεγαλύτερο των 100000,00 EUR, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 23. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν αποκλείονταν επιχειρήσεις με οικονομικές δυσχέρειες για άλλους δικαιούχους στο πλαίσιο του καθεστώτος Α ούτε για όλους τους δικαιούχους στο πλαίσιο του καθεστώτος Β. Επιπλέον, με βάση την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει στις αιτιολογικές σκέψεις 88 έως 89 της απόφασης 2012/307/ΕΕ της Επιτροπής, η Επιτροπή δεν μπορούσε να κάνει δεκτό αυτό το επιχείρημα υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης. Η εν λόγω απόφαση προέβλεπε ότι στη μελέτη βιωσιμότητας θα περιλαμβάνονται Οι συνολικές υποχρεώσεις της επιχείρησης, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά τη ρύθμιση των οφειλών προς το πιστωτικό σύστημα, τους προμηθευτές της, τα ασφαλιστικά ταμεία, το Δημόσιο και την αγορά γενικότερα, καθώς και οι συμφωνίες – ρυθμίσεις αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών. Επομένως, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η χορήγηση ενισχύσεων σε επιχειρήσεις που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες, δεδομένου ότι στην ίδια τη μελέτη βιωσιμότητας λαμβανόταν υπόψη η ρύθμιση των οφειλών βάσει του καθεστώτος Α. Με άλλα λόγια, η μελέτη βιωσιμότητας επικεντρωνόταν στις προοπτικές βιωσιμότητας των δικαιούχων μετά τη ρύθμιση των οφειλών τους βάσει του καθεστώτος Α, πράγμα που σημαίνει ότι οι αιτούντες μπορούσαν να είναι προβληματικές επιχειρήσεις κατά τον χρόνο εκπόνησης της μελέτης και να έχουν υπαχθεί στο καθεστώς Α ακριβώς επειδή διαφαίνονταν δυνατότητες επιστροφής τους σε κατάσταση βιωσιμότητας μετά τη λήψη της ενίσχυσης.

(42) Επιπλέον, αναφορικά με το στοιχείο δ) της ενότητας 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, δεν ήταν σαφές εάν οι δικαιούχοι κατέβαλλαν ή όχι προμήθεια και εάν ναι, επί ποίας βάσης υπολογιζόταν η τελευταία ώστε να αντικατοπτρίζει για κάθε εγγύηση μια τιμή που καθορίζεται βάσει κριτηρίων αγοράς. Στις νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν γίνεται καμία αναφορά σε σχετικό υπολογισμό, ενώ οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν λόγο στις επιστολές τους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 2, για υποχρέωση καταβολής προμήθειας ως προϋπόθεση για την παροχή των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, είναι αμφίβολο αν οι όροι του καθεστώτος στηρίζονταν σε ρεαλιστική εκτίμηση του κινδύνου, έτσι ώστε οι προμήθειες που κατέβαλαν οι δικαιούχοι να επέτρεπαν, κατά πάσα πιθανότητα, την αυτοχρηματοδότησή του.

(43) Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σωστή και προοδευτική αξιολόγηση της ικανότητας αυτοχρηματοδότησης του καθεστώτος ή ετήσια επανεξέταση της καταλληλότητας του επιπέδου των προμηθειών – εφόσον καταβάλλονταν – ούτε δυνατότητα προσαρμογής τους ώστε τα καθεστώτα να εξακολουθήσουν να αυτοχρηματοδοτούνται. Στις νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν γίνεται αναφορά ούτε σ’ αυτό το θέμα. Επομένως, δεν πληρούνταν ούτε η προϋπόθεση του στοιχείου ε) της ενότητας 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις.

(44) Πέραν τούτου, και στην προκειμένη περίπτωση ήταν αμφίβολο, εφόσον βεβαίως προβλεπόταν η καταβολή προμηθειών για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων, κατά πόσον οι εν λόγω προμήθειες κάλυπταν, σύμφωνα με το στοιχείο στ) της ενότητας 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, τους συνήθεις κινδύνους που συνδέονται με την παροχή της εγγύησης, τις διοικητικές δαπάνες του καθεστώτος, καθώς και μια ετήσια απόδοση επαρκούς κεφαλαίου, ακόμη κι αν το κεφάλαιο αυτό δεν είχε ακόμη συσταθεί ή είχε συσταθεί μόνο εν μέρει. Ήταν συνεπώς αμφίβολο κατά πόσον οι προμήθειες είχαν διαμορφωθεί σύμφωνα με τις τιμές της αγοράς.

(45) Επιπλέον, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τα καθεστώτα δεν προσδιόριζαν τις επιλέξιμες επιχειρήσεις από πλευράς πιστοληπτικής διαβάθμισης, που αποτελεί προϋπόθεση διαφάνειας σύμφωνα με το στοιχείο ζ) της ενότητας 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις.

(46) Στο στάδιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας δεν υπήρχε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι εφαρμόζονταν στα επίμαχα καθεστώτα οι επιλογές που προβλέπονται στην ενότητα 3.5 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, σχετικά με τη χρήση προμηθειών ασφαλούς λιμένα σε καθεστώτα εγγυήσεων για ΜΜΕ ή χρήση ενιαίων προμηθειών σε καθεστώτα εγγυήσεων για ΜΜΕ. Δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί ότι ΜΜΕ επωφελήθηκαν από τα καθεστώτα αυτά.

(47) Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποκλείσει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της ενότητας 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις. Αντιθέτως, οι εγγυήσεις του Δημοσίου για τα υπό εξέταση μέτρα συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις καθώς πληρούσαν τις σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(48) Σχετικά με τον καταλογισμό των μέτρων στο κράτος, ήταν σαφές ότι οι κρατικές εγγυήσεις παρέχονταν από το Ελληνικό Δημόσιο.

(49) Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 2/54310/0025/13.09.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007), το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου ήταν αρμόδιο για την αξιολόγηση όλων των αιτήσεων πριν χορηγηθούν οι εγγυήσεις του Δημοσίου. Επομένως, οι ενέργειές του ήταν καταλογιστέες στο Δημόσιο και οι ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου μπορούσαν να ανακληθούν ex tunc, διότι ορισμένες από τις προϋποθέσεις για την παροχή τους δεν πληρούνταν κατά τον χρόνο της παροχής τους.

(50) Όσον αφορά τη χρήση κρατικών πόρων, οι κρατικές εγγυήσεις καθιστούσαν δυνατή την ανάληψη των σχετικών κινδύνων από το Δημόσιο. Επομένως, οι κρατικές εγγυήσεις εν προκειμένω έθεσαν κρατικούς πόρους σε κίνδυνο, αφού τυχόν κατάπτωσή τους θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπλέον, κάθε εγγύηση για την οποία δεν προβλεπόταν κατάλληλη αμοιβή συνεπαγόταν απώλεια οικονομικών πόρων για το Δημόσιο. Οι νομικές βάσεις για την παροχή των εγγυήσεων του Δημοσίου δεν προέβλεπαν την καταβολή προμήθειας από τους δικαιούχους. Με βάση τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά την έκδοση της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, οι επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν από τις εγγυήσεις δεν κατέβαλαν καμία προμήθεια. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε προσήκουσα ανταμοιβή.

(51) Εφόσον, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν από τις εγγυήσεις δεν χρειάστηκε να καταβάλουν (εάν κατέβαλαν) προμήθεια ίση με εκείνη που θα είχε απαιτηθεί από επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς για την παροχή της εγγύησης, αποκόμισαν πλεονέκτημα. Επιπλέον, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι κάποιοι δικαιούχοι δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν εγγύηση ή δάνειο στην αγορά (με οποιαδήποτε προμήθεια ή επιτόκιο), περίπτωση στην οποία το πλεονέκτημά τους ήταν ή θα μπορούσε να είναι το ποσό που καλύφθηκε πραγματικά από την εγγύηση του Δημοσίου.

(52) Όσον αφορά τον επιλεκτικό χαρακτήρα, τη νόθευση του ανταγωνισμού και τις επιπτώσεις στις συναλλαγές, ίσχυαν οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 35 και 36. Επομένως, πληρούνται και οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

(53) Κατά την έκδοση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, πληρούνταν σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις οι προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την εγγύηση του Δημοσίου για τα δάνεια.

Παράνομος χαρακτήρας των καθεστώτων ενισχύσεων

(54) Δεδομένου ότι τα μέτρα είχαν ήδη εφαρμοστεί χωρίς να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή, η ενίσχυση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων συνιστά παράνομη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου.

Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά

(55) Αφού διαπιστώθηκε ότι τα καθεστώτα συνιστούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ήταν απαραίτητο να εξεταστεί αν η ενίσχυση μπορούσε να θεωρηθεί ή όχι συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 2 ή παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

(56) Η Ελλάδα επικαλέστηκε πιθανή συμβατότητα βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(57) Η γεωγραφική εφαρμογή των καθεστώτων περιορίζεται στις περιοχές που επλήγησαν από εκτεταμένες πυρκαγιές, οι οποίες σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές συνιστούν θεομηνία. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές από φυσικά αίτια είναι θεομηνίες, ενώ οι πυρκαγιές που έχουν ως αποτέλεσμα εκτεταμένες απώλειες συνιστούν έκτακτα γεγονότα. Η διάκριση αυτή δεν είχε καμία συνέπεια για την αξιολόγηση, καθώς τόσο οι θεομηνίες όσο και τα έκτακτα γεγονότα πρέπει να αξιολογούνται υπό την ίδια παρέκκλιση του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, δηλαδή ως ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα.

(58) Δεδομένου ότι τα εν λόγω καθεστώτα ενισχύσεων ήταν μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις, έπρεπε, για να εφαρμοστεί η παρέκκλιση από το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, να συνάδουν προς τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων που ίσχυαν τη στιγμή της χορήγησής τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές, η εφαρμογή των εν λόγω καθεστώτων είχε ξεκινήσει από τις 25 Αυγούστου 2007. Συνεπώς, η ανάλυση του συμβιβάσιμου των καθεστώτων αυτών με την εσωτερική αγορά έγινε υπό το πρίσμα των νομοθετικών ρυθμίσεων σε θέματα κρατικών ενισχύσεων που ίσχυαν στη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Αυτές ήταν στην προκειμένη περίπτωση οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας και δασοκομίας 2007-2013 (κατευθυντήριες γραμμές 2007-2013), και συγκεκριμένα η ενότητα V.B.2 για τη γεωργία και η ενότητα VII για τη δασοκομία.

(59) Υπό το πρίσμα των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν στην αιτιολογική σκέψη 40 σχετικά με το κατά πόσο επιχειρήσεις που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες αποκλείονταν από τα εν λόγω καθεστώτα, η Επιτροπή προέβη σε μια διευκρίνιση κατά το στάδιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας. Η χορήγηση ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβιβάσιμη μόνο εάν πληρούσε τους όρους των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (εφεξής κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α), που ίσχυαν κατά τη χρονική στιγμή χορήγησης των ενισχύσεων στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων. Η μόνη εξαίρεση για τις ενισχύσεις για προβληματικές επιχειρήσεις ήταν οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, περίπτωση στην οποία δεν εφαρμόζονταν οι κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α, όπως αναφέρεται στα σημεία 19 και 20 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ακόλουθη ενότητα σχετικά με τις Ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα αφορά όλες τις εταιρείες ανεξάρτητα από τη βιωσιμότητά τους κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης, ενώ στην ενότητα σχετικά με τις Ενισχύσεις για την προώθηση ή τη διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών περιοχών γίνεται διάκριση μεταξύ υγιών επιχειρήσεων, αφενός, και προβληματικών επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζονται οι κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α, αφετέρου.

(60) Όσον αφορά τις ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας, η Επιτροπή όφειλε να βεβαιωθεί αφενός για την ύπαρξη της θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος που επικαλέστηκαν οι ελληνικές αρχές για να αιτιολογήσουν τη χορήγηση των ενισχύσεων και, αφετέρου, για το κατά πόσο πληρούνταν οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις της ενότητας V.B.2 των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013:

(60) α)

η ζημία για την οποία χορηγήθηκε η αντιστάθμιση ήταν αποδεδειγμένα άμεση συνέπεια της εν λόγω θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος·

β)

οι ενισχύσεις δεν είχαν ως αποτέλεσμα την υπεραντιστάθμιση της ζημίας και κάλυπταν μόνο την επανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν από θεομηνίες ή έκτακτα γεγονότα και γι’ αυτό οι ζημίες θα έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, ενώ η σχετική αντιστάθμιση θα έπρεπε να είχε υπολογιστεί στο επίπεδο του μεμονωμένου δικαιούχου και οι τυχόν οφειλόμενες πληρωμές, π.χ. στο πλαίσιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων, θα έπρεπε να είχαν αφαιρεθεί από το ποσό της ενίσχυσης.

(61) Στη νομική βάση των υπό εξέταση καθεστώτων προσδιορίζονται οι περιοχές που επλήγησαν από πυρκαγιές. Η Επιτροπή έχει επανειλημμένως υποστηρίξει, στις νομικές πράξεις της που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις, την άποψη ότι οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές από φυσικά αίτια συνιστούν θεομηνίες, ενώ οι πυρκαγιές οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα εκτεταμένες απώλειες είναι έκτακτα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημίες από τις πυρκαγιές αυτές, ανεξάρτητα από τη νομική εκτίμηση των τελευταίων ως θεομηνιών ή έκτακτων γεγονότων, θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιούχοι ενίσχυσης για τη ζημία που υπέστησαν ως άμεση συνέπεια των εν λόγω συμβάντων.

(62) Ωστόσο, τα επίμαχα καθεστώτα δεν προέβλεπαν ούτε ορισμό της ζημίας ούτε συσχέτιση της ενίσχυσης με τη ζημία που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές. Αντιθέτως, η μόνη σχέση των δικαιούχων με τις πυρκαγιές ήταν ότι οι δικαιούχοι ήταν εγκατεστημένοι και λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, σε κάποια από τις γεωγραφικές περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές. Αυτό συνήχθη από την απάντηση των ελληνικών αρχών που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 18. Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι ενδέχεται να μην είχαν υποστεί καμία απολύτως ζημία και, σε περίπτωση που είχαν, η νομική βάση των καθεστώτων ενισχύσεων δεν έθετε ως προϋπόθεση να έχουν προκληθεί οι ζημίες αυτές ευθέως από τις πυρκαγιές.

(63) Επιπροσθέτως, η ακόλουθη τροποποίηση στην απόφαση αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007) με την απόφαση αριθ. 46082/Β.2123/24-10-2007 (ΦΕΚ 2139/Β’/2-11-2007) ήταν ενδεικτική της έλλειψης άμεσης συνάφειας μεταξύ της προκληθείσας ζημίας, εάν υπήρξε, με τις πυρκαγιές, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενίσχυσης, όπως συνάγεται από το απόσπασμα που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη(19). Η εν λόγω τροποποίηση απέκλειε δάνεια τα οποία είχαν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση κατά το παρελθόν από την εφαρμογή του κεφαλαίου Α της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007), δηλαδή τη ρύθμιση οφειλών με επιδότηση επιτοκίου. Προέβλεπε μόνο μία εξαίρεση για επιχειρήσεις οι οποίες [είχαν] αποδεδειγμένα υποστεί ζημιές από την πυρκαγιά στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, στον μηχανολογικό εξοπλισμό, στις πρώτες ύλες ή στα εμπορεύματά τους. Για την ανωτέρω πιστοποίηση θα [έπρεπε] να προσκομίζουν βεβαίωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Νομαρχιακών τους Αυτοδιοικήσεων. Εντούτοις, εάν υπήρχε άμεση συνάφεια μεταξύ των ζημιών και των πυρκαγιών στο γενικό πλαίσιο του καθεστώτος, το συγκεκριμένο απόσπασμα θα στερείτο νοήματος καθώς όλοι οι δικαιούχοι θα έπρεπε, εξ ορισμού, να είχαν υποστεί ζημίες που προκλήθηκαν άμεσα από τις πυρκαγιές. Συνεπώς, a contrario, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να συναχθεί από τη συγκεκριμένη τροποποίηση ήταν ότι δεν αποτελούσε προϋπόθεση να έχουν υποστεί όλοι οι δικαιούχοι ζημίες από τις πυρκαγιές.

(64) Επίσης, δεν φάνηκε να προβλέπεται στις νομικές βάσεις των καθεστώτων κάποια μέθοδος για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη εκτίμηση των ζημιών που υπέστησαν οι επιχειρήσεις ως άμεση συνέπεια των πυρκαγιών, ούτε να προσδιορίζονται οι επιλέξιμες δαπάνες βάσει των εν λόγω ζημιών. Έχει ήδη καταδειχθεί στην αιτιολογική σκέψη 62 ότι δεν υπάρχει στα καθεστώτα άμεση συνάφεια μεταξύ των πυρκαγιών και της ζημίας που αυτές πράγματι προκάλεσαν στους δικαιούχους. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 15, το ύψος της ενίσχυσης προσδιοριζόταν τελικά βάσει του ύψους του δανείου για το οποίο είχαν χορηγηθεί η επιδότηση επιτοκίου και η εγγύηση του Δημοσίου. Ωστόσο, το ύψος του δανείου αυτό καθαυτό δεν προσδιοριζόταν στην περίπτωση του καθεστώτος Α, ενώ στην περίπτωση του καθεστώτος Β προσδιοριζόταν βάσει του κύκλου εργασιών κάθε επιχείρησης.

(65) Επιπλέον, καθώς φαίνεται, τα καθεστώτα δεν προέβλεπαν κανέναν μηχανισμό παρακολούθησης ενδεχόμενης σώρευσης των ενισχύσεων στο πλαίσιο των επίμαχων καθεστώτων με ενισχύσεις στο πλαίσιο άλλων καθεστώτων, με σκοπό την πρόληψη τυχόν υπεραντιστάθμισης της ζημίας που υπέστησαν οι μεμονωμένοι δικαιούχοι από τις εν λόγω πυρκαγιές. Επιπροσθέτως, στις περιπτώσεις στις οποίες κάποια επιχείρηση πράγματι είχε υποστεί ζημία από τις πυρκαγιές, τα καθεστώτα δεν περιελάμβαναν διατάξεις για την αφαίρεση από το ποσό της ενίσχυσης τυχόν οφειλόμενων πληρωμών, π.χ. στο πλαίσιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων, για την ίδια ζημία.

(66) Όσον αφορά τις ενισχύσεις στον τομέα της δασοκομίας, γινόταν διάκριση μεταξύ της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων για τη διατήρηση, βελτίωση, ανάπτυξη και συντήρηση των δασών, λόγω της οικολογικής, προστατευτικής και ψυχαγωγικής λειτουργίας τους, και της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων για δάση τα οποία χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, στην ενότητα VII των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013 προβλέπεται η δυνατότητα έγκρισης κρατικών ενισχύσεων για την αποκατάσταση δασών που έχουν υποστεί ζημίες, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά. Σύμφωνα με την πολιτική αυτή, το σημείο 174 στοιχείο γ) των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013 προέβλεπε ότι δεν έπρεπε να γίνεται δεκτή καμία ενίσχυση για τη βιώσιμη εμπορικά υλοτόμηση ή ανασύσταση έπειτα από υλοτόμηση ή για τη δημιουργία και συντήρηση οποιασδήποτε φυτείας που δεν παρέχει αποδεδειγμένο περιβαλλοντικό ή ψυχαγωγικό όφελος. A contrario, το συμβιβάσιμο ενισχύσεων που χορηγούνται για δάση τα οποία χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς έπρεπε να εξετάζεται απευθείας βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, καθώς δεν υπήρχαν εν προκειμένω ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.

(67) Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται για δάση τα οποία δεν χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς, σύμφωνα με το σημείο 175 στοιχείο α) των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013, έπρεπε να αποδεικνύεται ότι η ενίσχυση συμβάλλει άμεσα στη διατήρηση ή αποκατάσταση της οικολογικής, προστατευτικής και ψυχαγωγικής λειτουργίας των δασών, της βιοποικιλότητας και ενός υγιούς δασικού οικοσυστήματος. Τέτοια περίπτωση είναι π.χ. η χορήγηση ενίσχυσης για τον σχεδιασμό και την αποκατάσταση δασών που έχουν υποστεί ζημίες από πυρκαγιά, εφόσον ο πρωταρχικός στόχος των μέτρων αυτών είναι η συμβολή στη διατήρηση ή την αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος και της βιοποικιλότητας ή του παραδοσιακού τοπίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να χορηγείται ενίσχυση για υλοτόμηση, πρωταρχικός σκοπός της οποίας είναι η εμπορικώς βιώσιμη εξαγωγή ξυλείας, ή για ανασύσταση, στις περιπτώσεις όπου τα υλοτομημένα δένδρα αντικαθίστανται από ισοδύναμα. Λόγω έλλειψης συνάφειας μεταξύ των ενισχύσεων και των ζημιών που προκλήθηκαν από τις πυρκαγιές, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο πληρούνταν οι εν λόγω προϋποθέσεις σε όλες τις περιπτώσεις ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων για δάση τα οποία δεν χρησιμοποιούνταν για εμπορικούς σκοπούς. Η Επιτροπή διατηρούσε επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσον ο πρωταρχικός στόχος της εν λόγω ενίσχυσης ήταν η αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος και της βιοποικιλότητας ή του παραδοσιακού τοπίου, δεδομένου ότι οι νομικές βάσεις των καθεστώτων ενισχύσεων δεν περιείχαν κανένα στοιχείο για τον σκοπό αυτόν.

(68) Όπως αναφέρθηκε, το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων που χορηγούνται για δάση τα οποία χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς πρέπει να εξετάζεται απευθείας βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, η ζημία για την οποία χορηγείται ενίσχυση πρέπει να αποτελεί αποδεδειγμένα άμεση συνέπεια της ζημίας. Η ενίσχυση δεν πρέπει να οδηγεί σε υπεραντιστάθμιση της ζημίας, αλλά θα πρέπει να επανορθώνει απλώς και μόνο τη ζημία που προκλήθηκε από τη θεομηνία ή το έκτακτο γεγονός. Η χορήγηση ενίσχυσης οποιασδήποτε μορφής ανά δικαιούχο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην αντιστάθμιση υλικών ζημιών. Εντούτοις, η αξιολόγηση της τήρησης των εν λόγω όρων στις αιτιολογικές σκέψεις 62 έως 65 για τον γεωργικό τομέα εφαρμόστηκε κατ’ αναλογία και για τον τομέα της δασοκομίας. Η Επιτροπή διατηρούσε επίσης αμφιβολίες για την ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ των ζημιών και των πυρκαγιών, καθώς και για την αποφυγή υπεραντιστάθμισης. Τέλος, καθώς φαίνεται, οι νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν περιόριζαν τη χορήγηση ενίσχυσης αποκλειστικά και μόνο στην αντιστάθμιση υλικών ζημιών.

(69) Βάσει των εν λόγω παρατηρήσεων, στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 67 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας) η Επιτροπή έκρινε ότι τα στοιχεία που παρείχαν οι ελληνικές αρχές δεν στηρίζουν το επιχείρημα ότι τα υπό εξέταση καθεστώτα αποσκοπούσαν, λόγω των χαρακτηριστικών τους και του μηχανισμού λειτουργίας τους, στην επανόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είχε σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον συμβιβάζονταν με το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(70) Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 68 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας), δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι οι επιχειρήσεις έλαβαν ενίσχυση στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων χωρίς να έχουν πληγεί από τις πυρκαγιές, και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω ενίσχυση δεν ήταν συμβιβάσιμη με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, το συμβιβάσιμο έπρεπε επίσης να αναλυθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

(71) Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Οι ελληνικές αρχές δεν προέβαλαν ως επιχείρημα ότι τα επίμαχα καθεστώτα κρατικών εγγυήσεων ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

(72) Για τις υγιείς επιχειρήσεις, δεν φαινόταν κατά το στάδιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας να υπάρχει κατάλληλη νομική βάση για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων ήταν λειτουργικές ενισχύσεις, οι οποίες ήταν ασυμβίβαστες με τη ΣΛΕΕ.

(73) Όσον αφορά συγκεκριμένα τις προβληματικές επιχειρήσεις, δεδομένων των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν στην αιτιολογική σκέψη 40 κατά πόσο κάποιοι από τους δικαιούχους ήταν πράγματι επιχειρήσεις που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες, η Επιτροπή εξέτασε εάν η ενίσχυση μπορούσε να κριθεί συμβιβάσιμη δυνάμει της εφαρμοστέας πράξης του δικαίου της Ένωσης κατά την ημερομηνία χορήγησης. Σύμφωνα με το σημείο 145 των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013, καθώς και με τα σημεία 19 και 20 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, οι ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων στον τομέα της γεωργίας και της δασοκομίας θα αξιολογούνται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α. Η αξιολόγηση δεν περιοριζόταν μόνο σε καθεστώτα ενισχύσεων προς ΜΜΕ για τους ίδιους λόγους με εκείνους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 46.

(74) Σύμφωνα με το σημείο 15 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, η ενίσχυση διάσωσης προσφέρει μία σύντομη ανάπαυλα σε προβληματική επιχείρηση, η οποία δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Όσον αφορά τα υπό εξέταση καθεστώτα ενισχύσεων, προβλεπόταν, καθώς φαίνεται, διάρκεια 10 ετών για το καθεστώς Α και διάρκεια 5 ετών για το καθεστώς Β, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 15. Συνεπώς, οι ενισχύσεις στο πλαίσιο των υπό εξέταση καθεστώτων δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενισχύσεις διάσωσης.

(75) Σύμφωνα με το σημείο 17 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, η αναδιάρθρωση βασίζεται σε ένα εφικτό, συγκροτημένο και διεξοδικό πρόγραμμα για την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας μιας επιχείρησης. Η αναδιάρθρωση συνήθως περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: την αναδιοργάνωση και τον εξορθολογισμό των δραστηριοτήτων της επιχείρησης σε αποτελεσματικότερη βάση, μέτρο που κατά κανόνα συνεπάγεται την εγκατάλειψη ζημιογόνων δραστηριοτήτων, την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων που μπορούν να καταστούν εκ νέου ανταγωνιστικές και, ενδεχομένως, τη διαφοροποίηση του αντικειμένου της επιχείρησης προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης νέων βιώσιμων δραστηριοτήτων. Η υλική αναδιάρθρωση συνήθως πρέπει να συνοδεύεται από χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση (εισροές κεφαλαίου, μείωση του χρέους). Εντούτοις, τα μέτρα αναδιάρθρωσης κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α δεν πρέπει να περιορίζονται σε χρηματοοικονομική ενίσχυση για την επανόρθωση των ζημιών του παρελθόντος, χωρίς να κατατείνουν στην άρση των αιτίων που προκάλεσαν τις ζημίες.

(76) Σύμφωνα με το σημείο 35 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, το σχέδιο αναδιάρθρωσης, η διάρκεια του οποίου πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη, πρέπει να επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και να βασίζεται σε ρεαλιστικές παραδοχές όσον αφορά τις μελλοντικές συνθήκες λειτουργίας, η δε αναδιάρθρωση πρέπει να συνεπάγεται την εγκατάλειψη δραστηριοτήτων που, ακόμη και μετά την αναδιάρθρωση, θα παρέμεναν ζημιογόνες για διαρθρωτικούς λόγους.

(77) Σύμφωνα με τα σημεία 38 και 39 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, πρέπει να ληφθούν αντισταθμιστικά μέτρα για να διασφαλισθεί ότι θα ελαχιστοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα αποτελέσματα της ενίσχυσης που αλλοιώνουν τις συναλλαγές κατά τρόπον ώστε τα θετικά αποτελέσματα να υπερισχύουν των αρνητικών. Τα εν λόγω μέτρα δύνανται να περιλαμβάνουν την πώληση στοιχείων του ενεργητικού, τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας ή της παρουσίας στην αγορά και τη μείωση των εμποδίων εισόδου στις συγκεκριμένες αγορές.

(78) Σύμφωνα με το σημείο 45 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α, για να περιοριστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η μορφή υπό την οποία χορηγείται η ενίσχυση και το ποσό της πρέπει να είναι τέτοια που να μην δημιουργούν στην επιχείρηση πλεόνασμα ρευστών διαθεσίμων τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για επιθετικές δραστηριότητες, ικανές να προξενήσουν στρεβλώσεις στην αγορά, οι οποίες δεν σχετίζονται με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης, και η ενίσχυση δεν πρέπει με κανένα τρόπο να χρησιμεύει για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης.

(79) Στο στάδιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα σχέδιο αναδιάρθρωσης (κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α) που να συνδέεται με οποιοδήποτε εκ των μέτρων και, ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να εξεταστεί το συμβιβάσιμο με τις κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α. Αν υποτεθεί ότι κάποια από τα μέτρα αφορούσαν προβληματικές επιχειρήσεις, τα μέτρα φαίνονταν να συνιστούν αμιγώς χρηματοοικονομική ενίσχυση για την επανόρθωση των ζημιών του παρελθόντος, χωρίς να κατατείνουν στην άρση των αιτίων που προκάλεσαν τις ζημίες.

(80) Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, η Επιτροπή διατηρούσε στο στάδιο λήψης της απόφασης κίνησης της διαδικασίας αμφιβολίες για το συμβιβάσιμο των καθεστώτων ενισχύσεων με τις κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α (βλέπε αιτιολογική σκέψη 78 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας). Η Επιτροπή διατηρούσε, κατά συνέπεια, αμφιβολίες όσον αφορά το συμβιβάσιμο των καθεστώτων ενισχύσεων με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ τόσο για τις υγιείς όσο και για τις προβληματικές επιχειρήσεις.

(81) Κατά το στάδιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 79), η Επιτροπή έκρινε ότι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι δικαιούχοι, οι επιλέξιμες δαπάνες και οι εντάσεις ενίσχυσης των εξεταζόμενων κρατικών ενισχύσεων δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 702/2014 της Επιτροπής (κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία), σύμφωνα με τον οποίο ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ.

(82) Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των άλλων παρεκκλίσεων που προβλέπονται στη ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θεώρησε ότι στις εν λόγω ενισχύσεις δεν μπορούσαν να ισχύσουν οι παρεκκλίσεις του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο α) της ΣΛΕΕ δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα ούτε για ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ. Το ίδιο ίσχυε για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και δ) της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν προορίζονταν ούτε για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, ούτε για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας, ούτε για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(83) Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την αρχή Deggendorf, η οποία διατυπώνεται στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-244/93 και T-486/93, αναστέλλεται η καταβολή ενίσχυσης δυνάμει των καθεστώτων προς οποιαδήποτε επιχείρηση έχει λάβει κατά το παρελθόν παράνομη ενίσχυση που κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με απόφαση της Επιτροπής, μέχρις ότου η επιχείρηση επιστρέψει ή καταβάλει σε δεσμευμένο λογαριασμό το συνολικό ποσό της παράνομης και ασυμβίβαστης ενίσχυσης και τους σχετικούς τόκους. Οι νομικές βάσεις των καθεστώτων ενισχύσεων δεν προέβλεπαν την αναστολή αυτή. Ήταν επομένως αμφίβολο κατά πόσο αποκλείονταν από τα εν λόγω καθεστώτα επιχειρήσεις που είχαν λάβει ενίσχυση η οποία είχε κηρυχθεί ασυμβίβαστη στο παρελθόν, αλλά δεν είχε ακόμη ανακτηθεί κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΕΒΑΛΕ Η ΕΛΛΑΔΑ

(84) Στην επιστολή τους της 23ης Σεπτεμβρίου 2016, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν παρατηρήσεις με τις οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση ορισμένα από τα πορίσματα που περιελάμβανε η απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε κρατική ενίσχυση και ότι, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, η εν λόγω ενίσχυση ήταν συμβιβάσιμη με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Επιπλέον, επικαλέστηκαν την απόλυτη αδυναμία ανάκτησης της ενίσχυσης, σε περίπτωση που αυτή θεωρηθεί ασυμβίβαστη. Τέλος, ανέφεραν ότι κατέβαλλαν προσπάθειες για την εύρεση στοιχείων σχετικά με τους δικαιούχους των καθεστώτων, τους οποίους ωστόσο δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν μέχρι τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Ύπαρξη ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(85) Οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρξε ποτέ κρατική ενίσχυση διότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις παροχής οικονομικού πλεονεκτήματος, επιλεκτικότητας, νόθευσης του ανταγωνισμού και επιπτώσεων στις συναλλαγές. Οι ελληνικές αρχές δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη των υπόλοιπων σωρευτικών προϋποθέσεων για την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης.

(86) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι οι προϋποθέσεις παροχής οικονομικού πλεονεκτήματος, επιλεκτικότητας, νόθευσης του ανταγωνισμού και επιπτώσεων στις συναλλαγές δεν πληρούνταν διότι τα επίμαχα καθεστώτα τέθηκαν σε ισχύ με σκοπό την αντιστάθμιση ζημιών που προκλήθηκαν από ένα έκτακτο και εξαιρετικό γεγονός, δηλαδή τις πυρκαγιές που έπληξαν τις συγκεκριμένες περιοχές.

(87) Όσον αφορά την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ειδικότερα ότι δεν υπήρξε οικονομικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι οι ζημίες δεν αποτελούσαν συνήθεις επιβαρύνσεις και η συγκεκριμένη κατάσταση δεν αφορούσε συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Αντιθέτως, επρόκειτο μάλλον για ένα έκτακτο και εξαιρετικό γεγονός.

(88) Οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν επίσης ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορούσε την επιλεκτική μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων, έναντι άλλων που βρίσκονταν στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση, αλλά την αντιμετώπιση μιας εξαιρετικής περίστασης που επηρέασε τις επιχειρήσεις ορισμένων περιοχών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθουν οι εν λόγω επιχειρήσεις σε μια ιδιαίτερη και εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις του τομέα τους. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της εν λόγω εξαιρετικής περίστασης καθορίστηκαν με διαφανή και αντικειμενικό τρόπο και είχαν ως στόχο την αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας στις πληγείσες περιοχές. Τα καθεστώτα που εγκρίθηκαν ήταν, επομένως, αναγκαία για την εξυπηρέτηση στόχου δημόσιου συμφέροντος.

(89) Όσον αφορά τη νόθευση του ανταγωνισμού και τις επιπτώσεις στις συναλλαγές, οι ελληνικές αρχές επέμειναν ότι τα καθεστώτα είχαν ως στόχο την αντιμετώπιση έκτακτου συμβάντος. Τα καθεστώτα δεν βελτίωσαν την ανταγωνιστική θέση των δικαιούχων, αλλά τους βοήθησαν να επανέλθουν στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη θεομηνία.

(90) Για μία ακόμη φορά, οι ελληνικές αρχές περιέγραψαν εν συντομία τη νομική βάση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των επίμαχων καθεστώτων. Επισήμαναν ότι οι εγγυήσεις συνδέονταν με συγκεκριμένες οικονομικές συναλλαγές, αφορούσαν ένα καθορισμένο μέγιστο ποσό, ήταν χρονικά περιορισμένες και δεν κάλυπταν περισσότερο από το 80 % του ανεξόφλητου υπολοίπου των δανείων των δικαιούχων.

(91) Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι τα καθεστώτα δεν απευθύνονταν σε επιχειρήσεις με οικονομικές δυσχέρειες. Τόνισαν ότι η βιωσιμότητα όλων των δικαιούχων αξιολογήθηκε από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου βάσει των απαιτούμενων δικαιολογητικών που υπέβαλαν οι δικαιούχοι. Οι εν λόγω απαιτήσεις περιελάμβαναν την υποβολή μελέτης βιωσιμότητας για όσες επιχειρήσεις αιτούνταν ρύθμιση οφειλών για ποσό μεγαλύτερο των 100000,00 EUR στο πλαίσιο του καθεστώτος A. Αυτό δεν ίσχυε για όλες τις άλλες επιχειρήσεις του καθεστώτος Α και όλες τις επιχειρήσεις του καθεστώτος B. Οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι η υποχρέωση υποβολής μελέτης βιωσιμότητας δεν ίσχυε για την τελευταία αυτή κατηγορία επιχειρήσεων επειδή το ποσό της ενίσχυσης ήταν περιορισμένο και οι συγκεκριμένες πληροφορίες βρίσκονταν ήδη στο σχετικό έντυπο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την Αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που αιτούνται την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ θα μπορούσαν ακόμη να συναχθούν και από τα άλλα δικαιολογητικά που όφειλαν να υποβάλουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Για τους λόγους αυτούς τα καθεστώτα απευθύνονταν μόνο σε βιώσιμες επιχειρήσεις.

(92) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν επίσης ότι οι όροι των επίμαχων καθεστώτων ήταν διαφορετικοί από εκείνους των καθεστώτων που αξιολογήθηκαν με την απόφαση 2012/307/ΕΕ, αμφισβητώντας με αυτό τον τρόπο τη σχετική διαπίστωση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 40.

(93) Σύμφωνα με τις νομικές βάσεις των καθεστώτων που αξιολογήθηκαν με την απόφαση 2012/307/ΕΕ, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να υπαχθούν στα καθεστώτα εάν αναμενόταν να καταστούν βιώσιμες μετά τη χορήγηση της ενίσχυσης. Αντιθέτως, στην περίπτωση των υπό εξέταση καθεστώτων, η βιωσιμότητα των δικαιούχων μετά τη χορήγηση των ενισχύσεων αποτελεί έναν μόνο από τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για να κατανοηθούν καλύτερα οι ταμειακές ροές τους, για τον συγκεντρωτικό πίνακα προβλέψεων για τα επόμενα τρία έτη, και για την αξιολόγηση των σχετικών χρηματοοικονομικών δεδομένων.

(94) Οι ελληνικές αρχές ανέφεραν επίσης ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου χορηγήθηκε βάσει εξασφαλίσεων που κρίθηκαν επαρκείς για την προστασία των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση αδυναμίας των δικαιούχων να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Οι εν λόγω εξασφαλίσεις είναι οι ίδιες με εκείνες που γίνονται δεκτές από τις τράπεζες για άλλους δανειολήπτες και συνάδουν με τα τραπεζικά κριτήρια και την κοινή τραπεζική πρακτική. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2 του νόμου 2322/1995, το Ελληνικό Δημόσιο υποκαθιστά πλήρως την τράπεζα όσον αφορά τα δικαιώματά της έναντι του οφειλέτη. Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β/13.1.2006), οι φορολογικές αρχές είναι υποχρεωμένες να προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για την είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί από το Δημόσιο στο πλαίσιο της εγγύησης. Επιπλέον, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις αστικού δικαίου για τις σχετικές συμβάσεις εγγύησης, διασφαλίζοντας εν προκειμένω τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου. Για τους λόγους αυτούς, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι οι επιχειρήσεις δεν αποκόμισαν όφελος από τις υπό εξέταση εγγυήσεις του Δημοσίου και ότι δεν δαπανήθηκαν κρατικοί πόροι, δεδομένου ότι τα συμφέροντα του Δημοσίου διασφαλίζονταν πλήρως αφού το Δημόσιο μπορούσε να ζητήσει από τους δικαιούχους που αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους να καταβάλουν τις πληρωμές στις οποίες αναγκάστηκε να προβεί το Ελληνικό Δημόσιο στο πλαίσιο της εγγύησης.

(95) Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν επίσης την παρατήρηση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 39, ότι σε σύγκριση με μια κατάσταση χωρίς εγγύηση, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρέχει τη δυνατότητα στους δανειολήπτες να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης για ένα δάνειο σε σχέση με εκείνους που ισχύουν συνήθως στις κεφαλαιαγορές. Υποστήριξαν ότι τα επίμαχα καθεστώτα απλώς καθορίζουν τους όρους χορήγησης των εγγυήσεων του Δημοσίου και δεν επηρεάζουν τους όρους λήψης δανείου στην αγορά. Πρόσθεσαν δε ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε την κατάσταση αυτή με μια κατάσταση χωρίς εγγύηση, διότι, προκειμένου να λάβει δάνειο στην αγορά, ο δανειολήπτης χρειάζεται οπωσδήποτε εγγυητή. Συνεπώς, το κράτος δεν προχώρησε σε μια ασυνήθιστη πρακτική, η οποία θα παρείχε πλεονέκτημα στην παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων υπό το πρίσμα των έκτακτων και εξαιρετικών γεγονότων.

(96) Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν την παρατήρηση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 49. Η Επιτροπή επισήμανε στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη ότι, αφού το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου αξιολογούσε όλες τις αιτήσεις πριν χορηγηθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν στη συνέχεια να επικαλεσθούν την ex tunc ανάκληση των εν λόγω εγγυήσεων με το σκεπτικό ότι ορισμένες από τις προϋποθέσεις για την παροχή τους δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο της παροχής τους. Οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι, παρά τον ρόλο του εν λόγω Συμβουλίου, οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου μπορούν να ανακληθούν ex tunc, εάν οι όροι για τη χορήγησή τους δεν τηρούνται στη συνέχεια από το οικείο πιστωτικό ίδρυμα.

Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά

(97) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι, σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα υπό εξέταση καθεστώτα συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, η ενίσχυση αυτή ήταν συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Επικουρικώς, υποστήριξαν ότι τα καθεστώτα ενίσχυσης θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(98) Οι ελληνικές αρχές επισήμαναν ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν δεσμευτικούς νομικούς κανόνες, αλλά ενδεικτικούς κανόνες αξιολόγησης, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τις δεσμευτικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει, συνεπώς, να ερμηνεύονται κατά τρόπο που δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη λογική του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει την αυτόματη παρέκκλιση από την απαγόρευση του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Οι ελληνικές αρχές περιέγραψαν τη σφοδρότητα των πυρκαγιών που προκάλεσαν τις ζημίες οι οποίες αντισταθμίστηκαν με τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων. Σε αυτή τη βάση, ισχυρίστηκαν ότι η ένταση του γεγονότος ήταν τέτοια που όλες οι επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνταν στις περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές υπέστησαν ζημίες που συνδέονταν με τις πυρκαγιές. Οι ελληνικές αρχές έκριναν ότι αυτό ίσχυε ακόμη και στην περίπτωση που οι ίδιες οι επιχειρήσεις δεν υπέστησαν ζημία στα στοιχεία ενεργητικού τους, διότι οι ζημίες ήταν τόσο εκτεταμένες ώστε και η δική τους ζημία ήταν βέβαιη και προφανής.

(99) Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν επίσης την αιτιολογική σκέψη 61 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, η οποία παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 63 της παρούσας απόφασης. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι το καθεστώς απέκλειε από την εφαρμογή του κεφαλαίου Α της απόφασης αριθ. 36579/Β.1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/Β’/30-8-2007), δηλαδή από τη ρύθμιση οφειλών με επιδότηση επιτοκίου, δάνεια τα οποία είχαν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση κατά το παρελθόν. Η μόνη εξαίρεση αφορούσε τις επιχειρήσεις που είχαν αποδεδειγμένα υποστεί ζημίες από τις πυρκαγιές. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι μόνο η εν λόγω εξαίρεση απαιτούσε από τους δικαιούχους να αποδείξουν την άμεση συνάφεια μεταξύ της ζημίας και των πυρκαγιών, θα μπορούσε να συναχθεί ότι δεν ίσχυε παρόμοια απαίτηση για τους υπόλοιπους δικαιούχους των καθεστώτων. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η εν λόγω εξαίρεση καταδεικνύει μόνο ότι, για αυτές τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, απαιτούνταν πρόσθετες αποδείξεις από τους δικαιούχους.

(100) Επικουρικώς, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι τα καθεστώτα είναι συμβιβάσιμα βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, διότι συνέβαλαν στην άρση σοβαρής διαταραχής που προκάλεσαν οι πυρκαγιές στην οικονομία της χώρας.

Απόλυτη αδυναμία ανάκτησης

(101) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι, σε περίπτωση που η κρατική ενίσχυση κριθεί ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, είναι απολύτως αδύνατη η ανάκτησή της, επειδή είναι αδύνατον να υπολογιστεί το προς ανάκτηση ποσό. Η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι άμεσες και έμμεσες ζημίες που προκλήθηκαν από τις πυρκαγιές θα πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό της ανάκτησης. Αυτό είναι αδύνατο, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την επέλευση της θεομηνίας και δεδομένου ότι, βάσει του εθνικού δικαίου, οι δικαιούχοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να φυλάσσουν τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη ζημίας και το ακριβές ύψος της.

(102) Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή να μην διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης, δεδομένου ότι τους είναι αδύνατο να προβούν σε ανάκτηση και ότι δεν μπορεί να τους ζητηθεί να πράξουν κάτι που είναι αδύνατον. Σχετικά με το θέμα αυτό, αναφέρθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις (149), (150), (152) και (156) της απόφασης (ΕΕ) 2016/195 της Επιτροπής.

Δυσκολία παροχής των πρόσθετων πληροφοριών που ζητούνταν στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας

(103) Τέλος, όσον αφορά τα αιτήματα της Επιτροπής προς την Ελλάδα που διατυπώνονταν στο συμπέρασμα της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι προσπαθούσαν να εντοπίσουν τους δικαιούχους των υπό εξέταση καθεστώτων αλλά ότι αυτό ήταν δύσκολο, ιδίως λόγω του μεγάλου αριθμού των δικαιούχων. Επισήμαναν επίσης ότι δεν χρειαζόταν να ειδοποιήσουν ατομικά τους δικαιούχους για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, αλλά ότι αυτοί είχαν ενημερωθεί σχετικά και είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά τη δημοσίευση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(104) Στις 9 Μαρτίου 2017 και στις 21 Φεβρουαρίου 2018, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν τις πληροφορίες που έλειπαν σχετικά με τον εκτιμώμενο αριθμό δικαιούχων των καθεστώτων και τα σχετικά εκτιμώμενα ποσά.

ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ Ύπαρξη ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(105) Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως.

(106) Ως εκ τούτου, ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: το μέτρο πρέπει να καταλογίζεται στο κράτος και να χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους· πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα στον αποδέκτη του· το εν λόγω πλεονέκτημα πρέπει να είναι επιλεκτικό· και το μέτρο πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

(107) Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, όσον αφορά τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων, οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις πληρούνταν.

(108) Ως προκαταρκτική παρατήρηση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο ορισμός της κρατικής ενίσχυσης στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Για την ερμηνεία της και τον προσδιορισμό της ύπαρξης των προϋποθέσεων λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αποτελέσματα των εξεταζόμενων μέτρων και όχι οι αιτίες, οι στόχοι ή ο σκοπός τους. Συνεπώς, το γενικό συμφέρον ή ακόμη κι ένας θεμιτός στόχος δημόσιας πολιτικής που επιδιώκει ένα μέτρο δεν μπορεί αφ’ εαυτού να αποκλείσει την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις.

(109) Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές στην επιστολή τους της 23ης Σεπτεμβρίου 2016 όσον αφορά το οικονομικό πλεονέκτημα, την επιλεκτικότητα, τη νόθευση του ανταγωνισμού και τις επιπτώσεις των επίμαχων καθεστώτων στις ενδοενωσιακές συναλλαγές. Οι παρατηρήσεις αυτές βασίζονται σε εσφαλμένη κατανόηση του εφαρμοστέου κριτηρίου για τον προσδιορισμό της ύπαρξης των προϋποθέσεων κρατικής ενίσχυσης, που επικεντρώνεται στις αιτίες και τους στόχους των καθεστώτων.

(110) Πέραν τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι αν ακολουθούσε κανείς ως το λογικό του τέλος το σκεπτικό των παρατηρήσεων που διατύπωσαν οι ελληνικές αρχές, δεν θα μπορούσε να τεθεί θέμα κρατικής ενίσχυσης στις περιπτώσεις που η ενίσχυση χορηγήθηκε από το κράτος με κρατικούς πόρους για την επανόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα. Μια τέτοια αντίληψη δεν θα ερχόταν μόνο σε αντίθεση με τον αντικειμενικό χαρακτήρα του ορισμού των κρατικών ενισχύσεων, όπως αναλύθηκε στην αιτιολογική σκέψη (107), αλλά θα ερχόταν επίσης σε σύγκρουση με το γράμμα του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά. Το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε την ίδια παρατήρηση ως απάντηση στο ίδιο επιχείρημα που προέβαλε η Ελλάδα ενώπιόν του σε μια υπόθεση που αφορούσε τις κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Ελλάδα για την αντιστάθμιση ζημιών που προκλήθηκαν λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.

(111) Η άμεση ή έμμεση χορήγηση πλεονεκτήματος μέσω κρατικών πόρων και η δυνατότητα καταλογισμού ενός τέτοιου μέτρου στο Δημόσιο είναι δύο αυτοτελείς και σωρευτικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης. Σε περιπτώσεις στις οποίες δημόσια αρχή χορηγεί πλεονέκτημα σε δικαιούχο, το μέτρο μπορεί εξ ορισμού να καταλογιστεί στο Δημόσιο, ακόμη κι αν η εν λόγω αρχή διαθέτει νομική αυτονομία σε σχέση με άλλες δημόσιες αρχές. Μόνον πλεονεκτήματα που χορηγούνται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους μπορούν να θεωρηθούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(112) Όπως αναλύεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 33, 45 και 46 της εν λόγω απόφασης), τόσο οι επιδοτήσεις επιτοκίου όσο και οι εγγυήσεις του Δημοσίου μπορούσαν να καταλογισθούν στο Ελληνικό Δημόσιο και χορηγήθηκαν με κρατικούς πόρους. Η ενίσχυση όντως χορηγήθηκε από την κεντρική κυβέρνηση από τον κεντρικό κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό είναι σαφές στις νομικές βάσεις των καθεστώτων και δεν αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα.

(113) Πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ είναι κάθε οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει μια επιχείρηση υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή χωρίς κρατική παρέμβαση. Και πάλι, αυτό που έχει σημασία είναι μόνο το αποτέλεσμα του μέτρου στην επιχείρηση και όχι η αιτία ή ο στόχος της κρατικής παρέμβασης. Κάθε φορά που η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης βελτιώνεται ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης υπό όρους που διαφέρουν από τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, υφίσταται πλεονέκτημα. Για την αξιολόγηση της ύπαρξης αυτού, θα πρέπει να συγκριθεί η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μετά το μέτρο με την οικονομική της κατάσταση εάν δεν είχε ληφθεί το μέτρο.

(114) Για τον καθορισμό του εάν ένα μέτρο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στην επιχείρηση δεν έχει επίσης σημασία η ακριβής μορφή του μέτρου. Η έννοια της κρατικής ενίσχυσης δεν περιλαμβάνει μόνο τη χορήγηση θετικών οικονομικών πλεονεκτημάτων, αλλά και την ελάφρυνση από οικονομικές επιβαρύνσεις, η οποία μπορεί επίσης να συνιστά πλεονέκτημα.

(115) Όπως περιγράφεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 33 και 47 της εν λόγω απόφασης), οι δικαιούχοι δεν θα μπορούσαν να είχαν αποκομίσει το ίδιο οικονομικό πλεονέκτημα υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς και, ως εκ τούτου, η οικονομική τους κατάσταση βελτιώθηκε υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν κανονικά στην αγορά.

(116) Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 86 και 87) ότι δεν υπήρξε οικονομικό πλεονέκτημα, λόγω του έκτακτου και εξαιρετικού χαρακτήρα του γεγονότος που είχε ως αποτέλεσμα οι συνθήκες της αγοράς να μην είναι κανονικές. Ωστόσο, η έννοια κανονικές συνθήκες της αγοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος αναφέρεται στη δυνατότητα του δικαιούχου να αποκομίσει στην αγορά το ίδιο οικονομικό όφελος με εκείνο που αποκομίζει από την ενίσχυση, και όχι στην εκτίμηση του κατά πόσον η αγορά λειτουργεί ως συνήθως ή διέρχεται κρίση. Αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές, τότε η ύπαρξη οικονομικού οφέλους θα προσδιοριζόταν με γνώμονα την αιτία ή τον σκοπό της ενίσχυσης, και κάθε κράτος μέλος θα ήταν σε θέση να επικαλεσθεί έναν θεμιτό σκοπό προκειμένου να εμποδίσει την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων σε ένα μέτρο.

(117) Για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Το γεγονός ότι η ενίσχυση δεν αφορά έναν ή περισσότερους εκ των προτέρων εξατομικευμένους δικαιούχους, αλλά υπόκειται σε σειρά αντικειμενικών κριτηρίων κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορεί να χορηγηθεί, στο πλαίσιο προκαθορισμένου συνολικού προϋπολογισμού, σε απροσδιόριστο αριθμό δικαιούχων οι οποίοι δεν έχουν καθορισθεί ατομικά εξαρχής δεν αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου. Επιπλέον, καταρχήν, μόνο τα μέτρα που ισχύουν στο σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους δεν υπάγονται στο κριτήριο της περιφερειακής επιλεκτικότητας που θεσπίζεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(118) Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 34 και 51, τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων παρείχαν πλεονέκτημα μόνο στις επιχειρήσεις που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στις γεωγραφικές περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του 2007. Δεν ίσχυαν για την υπόλοιπη επικράτεια της Ελλάδας. Άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση, του γεωργικού τομέα ή άλλων τομέων, δεν είναι επιλέξιμες για ενίσχυση και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να τύχουν του ιδίου πλεονεκτήματος. Το στοιχείο ότι ορισμένες επιχειρήσεις επλήγησαν από πυρκαγιές, ενώ άλλες όχι, δεν τις θέτει σε διαφορετική κατάσταση, αφού η πρόκληση ζημίας από πυρκαγιά αποτελεί μέρος του οικονομικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε επιχείρηση. Οι ενισχύσεις για θεομηνίες (περιλαμβανομένης της πυρκαγιάς) αποτελούν κατηγορία ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ και τις κατευθυντήριες γραμμές 2007-2013 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 142) και, ως εκ τούτου, εξ ορισμού, τα εν λόγω μέτρα είναι επιλεκτικά. Συνεπώς, τα καθεστώτα παρέχουν σε ορισμένες μόνο επιχειρήσεις (βλέπε αιτιολογική σκέψη 29) επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα, ενισχύοντας την ανταγωνιστική θέση τους στην αγορά.

(119) Το επιχείρημα των ελληνικών αρχών στην αιτιολογική σκέψη 88 αποσκοπεί ομοίως στο να μεταβάλει το κριτήριο βάσει του οποίου διαπιστώνεται η ύπαρξη επιλεκτικότητας. Σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης (η οποία παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 117), η ύπαρξη έκτακτων γεγονότων, ο εικαζόμενος διαφανής και αντικειμενικός χαρακτήρας των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της ενίσχυσης, καθώς και ο ευρύτερος στόχος αυτής δεν έχουν σημασία κατά το στάδιο της αξιολόγησης της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης.

(120) Ένα μέτρο που χορηγείται από το Δημόσιο θεωρείται ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό όταν είναι ικανό να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση της δικαιούχου επιχείρησης σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις τις οποίες ανταγωνίζεται. Για πρακτικούς λόγους, γίνεται εν γένει δεκτό ότι υπάρχει νόθευση του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ όταν το Δημόσιο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε έναν απελευθερωμένο τομέα όπου υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρχει ανταγωνισμός. Η δημόσια στήριξη είναι ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ακόμη κι αν δεν βοηθά τη δικαιούχο επιχείρηση να επεκταθεί και να αποκτήσει μερίδιο αγοράς. Αρκεί το γεγονός ότι η ενίσχυση της επιτρέπει να διατηρεί ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση από εκείνη που θα είχε εάν δεν της είχε χορηγηθεί η ενίσχυση. Στο πλαίσιο αυτό, για να θεωρηθεί ότι μια ενίσχυση νοθεύει τον ανταγωνισμό, αρκεί συνήθως να διαπιστωθεί ότι η ενίσχυση παρέχει πλεονέκτημα στον δικαιούχο απαλλάσσοντάς τον από δαπάνες που διαφορετικά θα έπρεπε να επωμιστεί στο πλαίσιο των συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Σύμφωνα με τον ορισμό της κρατικής ενίσχυσης, δεν απαιτείται η νόθευση του ανταγωνισμού ή η επίπτωση στις συναλλαγές να είναι σημαντική ή ουσιώδης. Το γεγονός ότι το ποσό της ενίσχυσης είναι χαμηλό ή ότι το μέγεθος της δικαιούχου επιχείρησης είναι μικρό δεν αποκλείει καθαυτό τη νόθευση του ανταγωνισμού ή την απειλή αυτής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πιθανότητα μιας τέτοιας νόθευσης δεν είναι απλώς υποθετική.

(121) Η δημόσια στήριξη σε επιχειρήσεις συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ μόνον κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η ενίσχυση έχει πραγματικές επιπτώσεις στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, αλλά μόνον ότι η ενίσχυση δύναται να επηρεάσει τις εν λόγω συναλλαγές. Ειδικότερα, τα Δικαστήρια της Ένωσης έχουν αποφανθεί ότι όταν μια κρατική ενίσχυση οικονομικού χαρακτήρα ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στις ενδο[ενωσιακές] συναλλαγές, πρέπει να θεωρείται ότι η εν λόγω ενίσχυση επηρεάζει τις συναλλαγές αυτές.

(122) Η αξιολόγηση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 36 και 52 της παρούσας απόφασης, έχει επιβεβαιωθεί. Οι δικαιούχοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης δραστηριοποιούνται στην άκρως ανταγωνιστική αγορά των γεωργικών προϊόντων και της δασοκομίας. Θα πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι, το 2017, οι εμπορικές συναλλαγές γεωργικών προϊόντων μεταξύ της Ελλάδας και των λοιπών κρατών μελών αντιστοιχούσαν σε εξαγωγές ύψους σχεδόν 4 δισεκατ. EUR και σε εισαγωγές άνω των 5 δισεκατ. EUR. Οι δικαιούχοι θα έπρεπε κανονικά να επωμιστούν οι ίδιοι το κόστος των ζημιών. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει με τις παρατηρήσεις της η Ελλάδα (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 85 έως 89), η Επιτροπή συμπεραίνει ότι τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων βελτίωσαν την ανταγωνιστική θέση των δικαιούχων. Το γεγονός ότι η κατάστασή τους μπορεί να έχει επηρεαστεί από τη θεομηνία και πάλι θεωρείται άνευ σημασίας για την αξιολόγηση της ύπαρξης απειλής νόθευσης του ανταγωνισμού που θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι τομείς της γεωργίας και της δασοκομίας είναι ανοικτοί στο ενδοενωσιακό εμπόριο, επηρεάζονται από μέτρα που ευνοούν τις επιχειρήσεις σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος. Συνεπώς, τα υπό εξέταση καθεστώτα απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

(123) Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές σύμφωνα με το οποίο τα εν λόγω καθεστώτα ενισχύσεων δεν βελτίωσαν την κατάσταση των δικαιούχων έναντι των ανταγωνιστών τους, αλλά απλώς αποκατέστησαν τη λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων στις συνθήκες πριν από τη θεομηνία, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής. Στην εν λόγω υπόθεση, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η επίμαχη κρατική ενίσχυση αποζημίωσε τους αγρότες μόνο εν μέρει για τις ζημιές που υπέστησαν λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, αποκαθιστώντας συνεπώς τον ανταγωνισμό. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα και έκρινε ότι η θέσπιση μονομερών μέτρων από τα κράτη μέλη με σκοπό την ευθυγράμμιση των συνθηκών ανταγωνισμού ενός οικονομικού τομέα με εκείνες που υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό των εν λόγω μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων.

(124) Τα πορίσματα της απόφασης κίνησης της διαδικασίας όσον αφορά την ύπαρξη ενίσχυσης στην περίπτωση των κρατικών εγγυήσεων (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 38 έως 53 της παρούσας απόφασης) επιβεβαιώθηκαν κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας, και τούτο παρά τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των ελληνικών αρχών. Τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ εφαρμόζονται στις κρατικές εγγυήσεις και πληρούνται και για τις κρατικές εγγυήσεις.

(125) Οι εγγυήσεις χορηγήθηκαν απευθείας από το κράτος με κρατικούς πόρους και προσπόρισαν όφελος. Όπως αναφέρεται στην ενότητα 2.1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, το όφελος αυτό ήταν ότι το Δημόσιο ανέλαβε τον κίνδυνο που συνδεόταν με την εγγύηση. Κανονικά, για την ανάληψη αυτού του κινδύνου θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί η καταβολή προσήκουσας προμήθειας εγγύησης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν καταβλήθηκε καμία προμήθεια από τους δικαιούχους, πόσο μάλλον προσήκουσα προμήθεια. Οι νομικές βάσεις των επίμαχων καθεστώτων δεν προέβλεπαν τέτοια υποχρέωση, ενώ οι ελληνικές αρχές δεν προσπάθησαν καν να υποστηρίξουν το αντίθετο. Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι αποκόμισαν όφελος και δαπανήθηκαν κρατικοί πόροι. Αυτό ισχύει ακόμη και αν αποδειχθεί ότι, για ορισμένους δικαιούχους των καθεστώτων, δεν διενεργήθηκαν ποτέ πληρωμές στο πλαίσιο της εγγύησης του Δημοσίου.

(126) Συνεπώς, οι δανειολήπτες αποκόμισαν όφελος από τις εγγυήσεις του Δημοσίου, δεδομένου ότι δεν χρειάστηκε να καταβάλουν καμία προμήθεια για αυτές. Ως εκ τούτου, έχει εκπληρωθεί η απαίτηση του οικονομικού πλεονεκτήματος για τη διαπίστωση της ύπαρξης ενίσχυσης στην παρούσα υπόθεση. Επαναλαμβάνοντας τα σχετικά αποσπάσματα της ενότητας 2.2 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις, η απόφαση κίνησης της διαδικασίας αναφέρει ότι, σε σύγκριση με μια κατάσταση χωρίς εγγύηση, η εγγύηση του Δημοσίου παρέχει στον δανειολήπτη τη δυνατότητα να εξασφαλίσει δάνειο με ευνοϊκότερους χρηματοοικονομικούς όρους από εκείνους που συνήθως ισχύουν στις κεφαλαιαγορές (βλέπε αιτιολογική σκέψη 39 της παρούσας απόφασης). Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν τη δήλωση αυτή (βλέπε αιτιολογική σκέψη 95), ισχυριζόμενες ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου δεν επηρεάζουν τους όρους χορήγησης ενός δανείου και ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με μια κατάσταση χωρίς εγγύηση διότι τα πιστωτικά ιδρύματα πάντα ζητούν εγγύηση για να χορηγήσουν ένα δάνειο. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Δεδομένου ότι προσφέρουν μεγαλύτερη βεβαιότητα στο πιστωτικό ίδρυμα ότι θα τηρηθεί η σύμβαση δανείου με τον δανειολήπτη, οι εγγυήσεις εξ ορισμού βελτιώνουν τους χρηματοοικονομικούς όρους των δανείων. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο εάν τα πιστωτικά ιδρύματα αρνούνται να χορηγήσουν δάνειο χωρίς εγγύηση, όπως δηλώνουν οι ελληνικές αρχές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δανειολήπτης αποκτά πρόσβαση και μπορεί να λάβει δάνειο μόνο χάρη στην εγγύηση.

(127) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε όφελος ή χρήση κρατικών πόρων δεδομένου ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου χορηγήθηκαν βάσει εξασφαλίσεων που κάλυπταν πλήρως τα συμφέροντά του. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, το Δημόσιο υποχρεούνταν να κάνει χρήση των δικαιωμάτων που παρείχαν οι εξασφαλίσεις, σε περίπτωση μη αποπληρωμής των δανείων από τους δικαιούχους. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτον, όπως αναφέρεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 52 της παρούσας απόφασης), η Επιτροπή δεν έκανε δεκτά τα ίδια επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές στην απόφασή της 2012/320/ΕΕ, το δε Δικαστήριο επικύρωσε το εν λόγω σκεπτικό. Στην επιστολή τους της 23ης Σεπτεμβρίου 2016, οι ελληνικές αρχές αναφέρθηκαν στην ίδια υπουργική απόφαση 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β./13.1.2006), όπως έκαναν και στην εν λόγω παλαιότερη υπόθεση, για να δηλώσουν ότι οι φορολογικές αρχές υποχρεούνται να προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για την είσπραξη των ποσών που καταβάλλει το Δημόσιο στο πλαίσιο της εγγύησης. Ωστόσο, όπως και στην παλαιότερη υπόθεση, η μόνη αναφορά της οικείας νομικής βάσης στην υπουργική απόφαση 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β./13.1.2006) είχε ως σκοπό την πρόβλεψη των ενεργειών στις οποίες όφειλαν να προβούν οι τράπεζες για να ενεργοποιήσουν την εγγύηση του Δημοσίου. Πράγματι, στη νομική βάση των καθεστώτων δεν υπάρχει καμία διάταξη περί αυτόματης ενεργοποίησης των συμφωνιών εξασφάλισης σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, οι εξασφαλίσεις δεν απαιτούνταν σε όλες τις περιπτώσεις, και εξακολουθεί να μην είναι σαφές κατά πόσον έπρεπε να εξασφαλίζουν το συνολικό ποσό του δανείου σε όλες τις περιπτώσεις. Τέλος, η ύπαρξη εξασφαλίσεων δεν μπορεί να αλλάξει την εκτίμηση σύμφωνα με την οποία υπήρξε όφελος λόγω του ότι οι δικαιούχοι δεν κατέβαλαν καμία προμήθεια για τον κίνδυνο που ανέλαβε το Δημόσιο μέσω της εγγύησης του Δημοσίου.

(128) Όσον αφορά την επιλεκτικότητα, τη νόθευση του ανταγωνισμού και τις επιπτώσεις στις συναλλαγές εντός της ΕΕ, ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση η αξιολόγηση και οι διαπιστώσεις που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 117 έως 123.

(129) Ωστόσο, προτού συναχθεί οριστικό συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης στην περίπτωση των εγγυήσεων του Δημοσίου, είναι απαραίτητο να αξιολογηθεί κατά πόσο πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που αποκλείουν την ύπαρξη της εν λόγω ενίσχυσης, κατά τα οριζόμενα στην ενότητα 3.4 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις. Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας διατυπώθηκαν αμφιβολίες όσον αφορά την εκπλήρωση ορισμένων τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις, ενώ οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν την εν λόγω άποψη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, δηλαδή η αδυναμία εκπλήρωσης έστω και μίας εξ αυτών αρκεί για να θεωρηθεί ότι η εγγύηση του Δημοσίου συνιστά κρατική ενίσχυση με βάση την αξιολόγηση που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 124 έως 128. Τούτο πράγματι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι δανειολήπτες δεν έπρεπε να καταβάλουν καμία προμήθεια, όπως απαιτείται βάσει της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις εγγυήσεις. Ως εκ τούτου, πρέπει να συναχθεί ότι τα καθεστώτα δεν αυτοχρηματοδοτούνταν, ότι δεν προβλεπόταν ετήσια επανεξέταση της ενδεδειγμένης προμήθειας, ότι οι διοικητικές δαπάνες του καθεστώτος δεν καλύπτονταν, και ότι δεν υπήρχε ετήσια απόδοση επαρκούς κεφαλαίου. Επιπλέον, στις νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν αναφερόταν η δυνατότητα χρήσης προμηθειών ασφαλούς λιμένα ή ενιαίων προμηθειών για τις ΜΜΕ, κατά περίπτωση. Τέλος, δεν προσδιορίζονταν οι επιλέξιμες επιχειρήσεις από πλευράς πιστοληπτικής διαβάθμισης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η συνολική διαφάνεια των καθεστώτων. Οι νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν περιελάμβαναν κανένα από τα προαναφερθέντα στοιχεία, ενώ οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν στοιχεία που να αποδεικνύουν το αντίθετο.

(130) Σε κάθε περίπτωση, για λόγους πληρότητας, η Επιτροπή θα εξετάσει τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά τις λοιπές προϋποθέσεις, που επίσης έπρεπε να είχαν εκπληρωθεί, προκειμένου να αποκλεισθεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης όσον αφορά τις εγγυήσεις του Δημοσίου.

(131) Η Επιτροπή εμμένει στην άποψη ότι τα καθεστώτα αφορούσαν και προβληματικές επιχειρήσεις, αφού πουθενά στις νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν περιλαμβανόταν διάταξη για τον αποκλεισμό των εν λόγω επιχειρήσεων. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου επαλήθευε τη βιωσιμότητα των δικαιούχων πριν χορηγηθεί εγγύηση του Δημοσίου με βάση τις υποβληθείσες μελέτες βιωσιμότητας – για τους δικαιούχους από τους οποίους απαιτείτο η υποβολή μελέτης βιωσιμότητας – και τα υπόλοιπα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Ωστόσο, μελέτες βιωσιμότητας απαιτούνταν μόνο από τους δικαιούχους που επιθυμούσαν να ρυθμίσουν οφειλές άνω των 100000,00 EUR. Συνεπώς, ο δείκτης αυτός δεν ήταν στη διάθεση του εν λόγω Συμβουλίου για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των άλλων δικαιούχων. Το γεγονός ότι οι οφειλές κάτω των 100000,00 EUR θεωρούνταν χαμηλές από τις ελληνικές αρχές δεν έχει σημασία για την αξιολόγηση του κατά πόσον οι προβληματικές επιχειρήσεις αποκλείονταν από τα καθεστώτα.

(132) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν επίσης (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 92 και 93) ότι οι νομικές βάσεις των υπό εξέταση καθεστώτων διέφεραν από εκείνες που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της απόφασης 2012/307/ΕΕ σχετικά με τις οποίες η Επιτροπή είχε αποφανθεί ότι εφαρμόζονταν σε προβληματικές επιχειρήσεις (βλέπε αιτιολογική σκέψη 41). Η Επιτροπή εξέτασε τις νομικές βάσεις των υπό εξέταση καθεστώτων και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι σε κάθε μελέτη βιωσιμότητας λαμβάνονταν υπόψη οι συνολικές υποχρεώσεις των δικαιούχων μετά τη ρύθμιση των οφειλών στο πλαίσιο του καθεστώτος. Κατά συνέπεια, η μελέτη βιωσιμότητας παρουσίαζε περιορισμένη μόνο χρησιμότητα για τον προσδιορισμό του κατά πόσον οι δικαιούχοι ήταν προβληματικές επιχειρήσεις ήδη κατά τον χρόνο χορήγησης των εγγυήσεων του Δημοσίου, και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο.

(133) Τέλος, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου αξιολόγησε όλες τις αιτήσεις για εγγυήσεις του Δημοσίου στο πλαίσιο των καθεστώτων αυτών πριν από την τελική τους έγκριση, η απόφαση κίνησης της διαδικασίας ανέφερε ότι οι ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν στη συνέχεια να ισχυριστούν ότι οι εγκριθείσες εγγυήσεις του Δημοσίου ήταν άκυρες ex tunc (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49 της παρούσας απόφασης). Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν το συμπέρασμα αυτό (βλέπε αιτιολογική σκέψη 96 της παρούσας απόφασης), ισχυριζόμενες ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου μπορούν να ανακληθούν αναδρομικά εάν το οικείο πιστωτικό ίδρυμα δεν τηρεί στη συνέχεια τους όρους χορήγησής τους. Το επιχείρημα αυτό αφορά εντέλει το ζήτημα του καταλογισμού των εν λόγω εγγυήσεων του Δημοσίου. Θα πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι η ενίσχυση χορηγείται όταν παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου, και όχι όταν καταπίπτει η εγγύηση ή καταβάλλονται τα σχετικά ποσά. Πέραν τούτου, το ζήτημα αν η εγγύηση συνιστά κρατική ενίσχυση πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τον χρόνο παροχής της εγγύησης. Συνεπώς, δεδομένου ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των υπό εξέταση καθεστώτων είχαν προηγουμένως αξιολογηθεί από το εν λόγω Συμβούλιο, ένα αναμφισβήτητα κρατικό όργανο, το οποίο έκρινε ότι πληρούσαν τις ισχύουσες προϋποθέσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των υστέρων ότι δεν είναι καταλογιστέες στο Δημόσιο και ότι ουδέποτε χορηγήθηκαν. Θα επρόκειτο, ασφαλώς, για ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο το οποίο δεν θα είχε σημασία για την παρούσα αξιολόγηση, εάν πιστωτικά ιδρύματα που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του κράτους παρερμήνευαν τις σχετικές νομικές βάσεις και, ανεξάρτητα από το κράτος, χορηγούσαν δάνεια με βάση το σκεπτικό ότι αυτά καλύπτονταν από τα υπό εξέταση καθεστώτα μολονότι δεν πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις.

(134) Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αποζημίωση με τη μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου αλλά και εγγυήσεων του Δημοσίου, βάσει των υπό εξέταση καθεστώτων, σε επιχειρήσεις στους τομείς της γεωργίας και της δασοκομίας συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(135) Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, σχετικά με το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά.

Χαρακτηρισμός των καθεστώτων ως παράνομης ενίσχυσης

(136) Η επίσημη διαδικασία έρευνας επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις της απόφασης κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 54 της παρούσας απόφασης). Η Ελλάδα δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η επίμαχη ενίσχυση χορηγήθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή. Πρόκειται συνεπώς για παράνομη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589. Η Επιτροπή εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές δεν τήρησαν την υποχρέωσή τους να κοινοποιήσουν τα καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά

(137) Πρέπει να εξεταστεί αν η παράνομη ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη δυνάμει το άρθρου 107 παράγραφος 2 ή 3 της ΣΛΕΕ. Η Ελλάδα επικαλέστηκε κατά το στάδιο της προκαταρκτικής αξιολόγησης της υπόθεσης το συμβιβάσιμο των επίμαχων καθεστώτων με το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ ως ενισχύσεων για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα. Πέραν τούτου, υποστήριξε επικουρικά στο στάδιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας ότι τα καθεστώτα ενισχύσεων ήταν συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ ως ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας της χώρας.

(138) Όσον αφορά το ερώτημα αν οι εκτεταμένες πυρκαγιές πρέπει να χαρακτηριστούν ως θεομηνία, όπως επικαλέστηκε η Ελλάδα, ή ως έκτακτο γεγονός, εξακολουθεί να ισχύει η σχετική παρατήρηση που διατυπώθηκε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 της παρούσας απόφασης). Ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό των πυρκαγιών, το συμβιβάσιμο θα αξιολογηθεί ούτως ή άλλως βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(139) Οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που είναι εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εκείνοι που ίσχυαν τη στιγμή της χορήγησης της ενίσχυσης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 58). Πρόκειται για τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας και δασοκομίας 2007-2013 (κατευθυντήριες γραμμές 2007-2013), και συγκεκριμένα για την ενότητα V.B.2 για τη γεωργία και την ενότητα VII για τη δασοκομία.

(140) Δεδομένου ότι τα επίμαχα καθεστώτα δεν απέκλειαν τις προβληματικές επιχειρήσεις (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 40, 131 και 132), η διευκρίνιση που γίνεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 59 της παρούσας απόφασης) εξακολουθεί να ισχύει. Ως εκ τούτου, οι ενισχύσεις προς προβληματικές επιχειρήσεις μπορεί να θεωρηθούν συμβιβάσιμες μόνο εάν πληρούν τις προϋποθέσεις των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α που ίσχυαν κατά τη χρονική στιγμή χορήγησης των ενισχύσεων. Μόνη εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αποτελούν οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α (βλέπε σημεία 19 και 20 των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α). Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 142 έως 151, η οποία βασίζεται στο άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, εφαρμόζεται σε όλους τους δικαιούχους, ανεξάρτητα από τη βιωσιμότητά τους κατά τη χρονική στιγμή χορήγησης των ενισχύσεων. Στην αξιολόγηση του συμβιβάσιμου η οποία παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 160 έως 163 γίνεται διάκριση μεταξύ υγιών επιχειρήσεων και προβληματικών επιχειρήσεων, στις οποίες εφαρμόζονται οι κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α.

(141) Το επιχείρημα των ελληνικών αρχών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 98) σύμφωνα με το οποίο οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να ερμηνεύονται με βάση την αυτόματη παρέκκλιση του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η ερμηνεία αυτή είναι αντίθετη με την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, το οποίο αποτελεί παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ότι οι κρατικές ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον οικονομικά μειονεκτήματα που προκαλούνται άμεσα από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα μπορούν να αντισταθμιστούν βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Με άλλα λόγια, η παρέκκλιση του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ είναι αυτόματη υπό την έννοια ότι δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να αποφασίζει αν μια κρατική ενίσχυση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά. Ωστόσο, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενίσχυση πληροί τις προϋποθέσεις της παρέκκλισης, δηλαδή ότι πράγματι χορηγείται με σκοπό την αντιστάθμιση ζημιών που όντως προκλήθηκαν από θεομηνία ή άλλο έκτακτο γεγονός.

(142) Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα της γεωργίας, η επίσημη έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας όσον αφορά τη μη εκπλήρωση των προϋποθέσεων της ενότητας V.B.2 των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, α) η Ελλάδα έπρεπε να αποδείξει την άμεση σχέση μεταξύ της ζημίας και της θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος, και β) η ενίσχυση δεν έπρεπε να οδηγεί σε υπεραντιστάθμιση της ζημίας αλλά να επανορθώνει απλώς και μόνο τη ζημία που προκλήθηκε από τη θεομηνία ή το έκτακτο γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, η ζημία θα έπρεπε να εκτιμηθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, ενώ η εξ αυτής προκύπτουσα αποζημίωση θα έπρεπε να υπολογιστεί σε επίπεδο μεμονωμένου δικαιούχου. Ταυτόχρονα, τυχόν οφειλόμενες πληρωμές, π.χ. στο πλαίσιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων, θα έπρεπε να είχαν αφαιρεθεί από το ποσό της ενίσχυσης.

(143) Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική σκέψη 61, ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι πυρκαγιές στην περίπτωση αυτή επρόκειτο να θεωρηθούν ανεξέλεγκτες πυρκαγιές από φυσικά αίτια, και ως εκ τούτου θεομηνίες, ή πυρκαγιές που προκάλεσαν εκτεταμένες απώλειες και, ως εκ τούτου, έκτακτα γεγονότα, οι επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημίες από τις πυρκαγιές αυτές μπορούν να θεωρηθούν δικαιούχοι ενίσχυσης υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 141.

(144) Παρά ταύτα, τα υπό εξέταση καθεστώτα δεν πληρούν καμία από τις προϋποθέσεις. Δεν ορίζουν τι συνιστά ζημία και δεν απαιτούν την αποδεδειγμένη ύπαρξη συνάφειας μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και των πυρκαγιών. Όπως αναλύεται στην αιτιολογική σκέψη 62, είναι σαφές από το κείμενο των νομικών βάσεων των καθεστώτων ότι η μοναδική σχέση μεταξύ των δικαιούχων και των πυρκαγιών ήταν ότι οι πρώτοι είναι εγκατεστημένοι και δραστηριοποιούνται, ανεξάρτητα από την έδρα τους, σε μία από τις γεωγραφικές περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές. Αντί μιας απαίτησης άμεσης συνάφειας μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και των πυρκαγιών, τα καθεστώτα ενισχύσεων εισήγαγαν μια γενική γεωγραφική συσχέτιση της εγκατάστασης των δικαιούχων με τις ευρύτερες περιοχές στις οποίες σημειώθηκαν οι πυρκαγιές. Πέραν τούτου, οι ελληνικές αρχές αποκάλυψαν στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στις 23 Σεπτεμβρίου 2016 ότι, λόγω της σοβαρότητας των πυρκαγιών, ίσχυε το τεκμήριο ότι όλες οι επιχειρήσεις υπέστησαν ζημίες. Το εφαρμοστέο κριτήριο συνεπώς δεν ήταν η ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ της ζημίας και των πυρκαγιών, αλλά η ύπαρξη τεκμηρίου ζημίας. Το πεδίο εφαρμογής των καθεστώτων είναι συνεπώς υπερβολικά ευρύ, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να θεωρηθούν καθεστώτα ενισχύσεων για την αντιστάθμιση ζημίας που προκλήθηκε από θεομηνίες ή έκτακτα γεγονότα.

(145) Οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν επίσης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 99) το βάσιμο της διαπίστωσης στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η οποία παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 63 της παρούσας απόφασης. Υποστήριξαν ότι η εξαίρεση που περιλαμβάνεται στις νομικές βάσεις των καθεστώτων, τα οποία σε αντίθεση με τα υπόλοιπα καθεστώτα απαιτούσαν αίφνης από τους δικαιούχους να αποδείξουν την άμεση συνάφεια μεταξύ της ζημίας που υπέστησαν και των πυρκαγιών, υποδήλωνε μόνο ότι για ορισμένες ειδικές περιπτώσεις απαιτούνταν πρόσθετες αποδείξεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαπίστωση αυτή ήταν επικουρική σε σχέση με το κύριο επιχείρημα, δηλαδή ότι τα καθεστώτα δεν απαιτούσαν την ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ ζημίας και πυρκαγιών. Η έλλειψη άμεσης συνάφειας είναι σαφής και έχει αποδειχθεί στην αιτιολογική σκέψη 143. Ωστόσο, η παρατήρηση που διατυπώθηκε από τις ελληνικές αρχές είναι ακριβής και στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει τη διαπίστωση της Επιτροπής στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας. Η εξαίρεση απαιτούσε όντως πρόσθετες αποδείξεις από τους δικαιούχους, σε αντίθεση με τις απαιτήσεις που ίσχυαν για τα άλλα σκέλη των καθεστώτων· συγκεκριμένα απαιτούσε από τους δικαιούχους να αποδείξουν ότι η ζημία που είχαν υποστεί σχετιζόταν άμεσα με τις πυρκαγιές. Η απαίτηση αυτή δεν ίσχυε για τα υπόλοιπα σκέλη των καθεστώτων.

(146) Επιπλέον, τα καθεστώτα δεν περιελάμβαναν καμία μεθοδολογία για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη εκτίμηση της προκληθείσας από τις πυρκαγιές ζημίας, ούτε προσδιόριζαν τις επιλέξιμες δαπάνες βάσει της εν λόγω ζημίας. Αντ’ αυτού, υιοθετήθηκε μια αυθαίρετη προσέγγιση βάσει της οποίας το ύψος της ενίσχυσης προσδιοριζόταν τελικά με βάση το ύψος του δανείου για το οποίο χορηγούνταν η επιδότηση επιτοκίου και η εγγύηση του Δημοσίου, όπως περιγράφεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 64 της παρούσας απόφασης). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η ενίσχυση ήταν εντελώς αποσυνδεδεμένη από τη ζημία, εφόσον υπήρχε ζημία, που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές. Η Ελλάδα δεν αμφισβήτησε αυτή τη διαπίστωση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας.

(147) Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές δεν αμφισβήτησαν τη διαπίστωση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας ότι τα καθεστώτα δεν περιελάμβαναν μηχανισμό για την πρόληψη υπεραντιστάθμισης της ζημίας που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές μέσω της χορήγησης άλλων ενισχύσεων ή πληρωμών συνεπεία ασφαλιστήριωνσυμβόλαιων (βλέπε αιτιολογική σκέψη 65).

(148) Τέλος, σύμφωνα με την απαίτηση που προβλέπεται στο σημείο 119 των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013, τα καθεστώτα ενισχύσεων έπρεπε να είχαν θεσπιστεί το αργότερο τρία έτη μετά την επέλευση του γεγονότος και οι ενισχύσεις να έχουν καταβληθεί το αργότερο τέσσερα έτη μετά το γεγονός. Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι νομικές βάσεις των υπό εξέταση καθεστώτων ενισχύσεων τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν μέχρι το 2015 (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10). Συνεπώς, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι ελληνικές αρχές δημιούργησαν πρόσθετα νέα στοιχεία κρατικών ενισχύσεων, τα οποία δεν τηρούσαν τις προθεσμίες που καθορίζονται στο σημείο 119 των κατευθυντηρίων γραμμών 2007-2013 και ως εκ τούτου δεν ήταν συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά.

(149) Όσον αφορά τις ενισχύσεις στον τομέα της δασοκομίας, κατέστη σαφές κατά τη διαδικασία της επίσημης έρευνας της παρούσας υπόθεσης ότι τα καθεστώτα είχαν καθαρά αντισταθμιστικό χαρακτήρα και δεν στόχευαν στην αποκατάσταση των δασών που επλήγησαν από τις πυρκαγιές. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά δεν διέπονταν από καμία κατευθυντήρια γραμμή κατά τον χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων, εξετάζονται απευθείας βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(150) Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ περιγράφονται αναλυτικά στην αιτιολογική σκέψη 68. Πρέπει να υφίσταται άμεση συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος, πρέπει να αποκλείεται η υπεραντιστάθμιση των ζημιών, και η ενίσχυση πρέπει να αντισταθμίζει μόνο τη ζημία που προκλήθηκε από τη θεομηνία ή το έκτακτο γεγονός. Επιπλέον, η χορήγηση ενίσχυσης οποιασδήποτε μορφής ανά δικαιούχο πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην αντιστάθμιση των υλικών ζημιών. Η αξιολόγηση της εκπλήρωσης των εν λόγω προϋποθέσεων στις αιτιολογικές σκέψεις 144 έως 147 για τον γεωργικό τομέα ισχύει κατ’ αναλογία και για τον τομέα της δασοκομίας. Τα καθεστώτα δεν απαιτούσαν την απόδειξη ύπαρξης άμεσης συνάφειας μεταξύ της ζημίας και των πυρκαγιών, ούτε περιείχαν διατάξεις για την πρόληψη τυχόν υπεραντιστάθμισης. Πέραν τούτου, λόγω της έλλειψης οποιασδήποτε μεθοδολογίας για την εκτίμηση της υλικής ζημίας που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές, οι νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν είναι δυνατό να έχουν περιορίσει την ενίσχυση στην εν λόγω υλική ζημία.

(151) Τα υπό εξέταση καθεστώτα ενισχύσεων δεν είναι, επομένως, συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(152) Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν επικουρικά ότι οι σχετικές κρατικές ενισχύσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ ως ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους. Προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή, με επιστολή της 9ης Μαρτίου 2017, στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη γεωργική παραγωγή και το ΑΕΠ σε όλη την Ελλάδα καθώς και στις περιοχές που επλήγησαν από τις πυρκαγιές. Προσάρτησαν επίσης αντίγραφο της μελέτης: Forest fires: causes and contributing factors in Europe και αναφέρθηκαν σε άρθρο του ελληνικού Τύπου της 6ης Σεπτεμβρίου 2007.

(153) Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, οι ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους δύνανται να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(154) Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη το πλαίσιο και η δομή της διάταξης αυτής, καθώς και η ανάγκη αυστηρής ερμηνείας των παρεκκλίσεων από τη γενική αρχή ότι οι κρατικές ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. Η σοβαρή διαταραχή που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη πρέπει να αφορά το σύνολο της οικονομίας του κράτους μέλους και όχι απλώς μία περιφέρεια ή έναν τομέα. Στις περιπτώσεις στις οποίες πλήττονται συγκεκριμένες περιφέρειες ή τομείς ενός κράτους μέλους, εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της ΣΛΕΕ.

(155) Όσον αφορά τα στατιστικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από τις ελληνικές αρχές στις 9 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν τεκμηριώνουν το επιχείρημα που προβάλλεται στην αιτιολογική σκέψη 152. Ειδικότερα, μολονότι τα στοιχεία δείχνουν ορισμένες διακυμάνσεις στην παραγωγή (τόσο αύξηση όσο και μείωση της γεωργικής και της συνολικής παραγωγής κατά την περίοδο 2007-2009), δεν υποδηλώνουν καμία διαταραχή, πόσο μάλλον σοβαρή, σε ολόκληρη την οικονομία της Ελλάδας. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη ότι οποιοσδήποτε αντίκτυπος στην παραγωγή στην Ελλάδα μπορεί να αποδοθεί στις πυρκαγιές του 2007. Τέλος, τα στατιστικά στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές καλύπτουν μόνο περίοδο τριών ετών (2007-2009)· ως εκ τούτου, δεν παρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την πιο μακροπρόθεσμη εξέλιξη της γεωργικής παραγωγής και για τον αντίκτυπό της στη συνολική παραγωγή στην Ελλάδα κατά την περίοδο μετά τις πυρκαγιές.

(156) Για λόγους πληρότητας, η Επιτροπή ανέλυσε τα στατιστικά στοιχεία για την παραγωγή στην Ελλάδα (τόσο τη γεωργική όσο και τη συνολική παραγωγή που καλύπτει όλους τους τομείς της βιομηχανίας) τα οποία έχουν δημοσιευθεί από την Eurostat.

(157) Όσον αφορά τη συνολική γεωργική παραγωγή στην Ελλάδα, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν με σαφήνεια ότι η μείωση της παραγωγής ακολούθησε μια μεγαλύτερης διάρκειας τάση, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 2005 και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 2007. Επιπλέον, το γράφημα δείχνει καθαρά ότι, από τις αρχές του 2008, η συνολική γεωργική παραγωγή στην Ελλάδα αυξανόταν με σταθερό και συνεχή ρυθμό μέχρι το 2010. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι πυρκαγιές του 2007 είχαν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική γεωργική παραγωγή της Ελλάδας.

(158) Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά την περίοδο 2007-2009, η συνολική παραγωγή στην Ελλάδα παρουσίαζε σταθερή αύξηση μέχρι την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα το 2009. Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι οι πυρκαγιές είχαν σημαντική επίδραση στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Πηγή: Eurostat (http://ec.europa.eu/eurostat/web/products-datasets/-/teina442_r2)

(159) Ως εκ τούτου, το επιχείρημα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές στην αιτιολογική σκέψη 152 πρέπει να απορριφθεί.

(160) Η Επιτροπή αξιολόγησε επίσης στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας το ενδεχόμενο συμβιβάσιμο των υπό εξέταση καθεστώτων βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ ως ενισχύσεων για την προώθηση ή τη διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών περιοχών. Οι ελληνικές αρχές δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα, ακόμη και στο στάδιο της επίσημης έρευνας, ότι τα καθεστώτα θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, ενώ διαφώνησαν με το ότι θα μπορούσαν να έχουν επωφεληθεί από τα καθεστώτα και προβληματικές επιχειρήσεις. Αυτό εξηγεί γιατί δεν επιχείρησαν να υποστηρίξουν ότι ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και είχαν τηρηθεί οι κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α. Ωστόσο, η Επιτροπή προέβη στην εν λόγω αξιολόγηση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας για λόγους πληρότητας. Στην παρούσα απόφαση επανεξετάζονται εν συντομία τα πορίσματα της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, τα οποία επιβεβαιώθηκαν κατά την επίσημη έρευνα.

(161) Όσον αφορά τις υγιείς επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν από τα εν λόγω καθεστώτα, αυτές έλαβαν ενισχύσεις λειτουργίας, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

(162) Όσον αφορά τις προβληματικές επιχειρήσεις που έλαβαν ενισχύσεις στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων, η αξιολόγηση πρέπει να διεξαχθεί βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 59 και 73). Και πάλι, όπως επισημαίνεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται στις ΜΜΕ, δεδομένου ότι τα καθεστώτα απευθύνονταν σε όλες τις επιχειρήσεις.

(163) Δεδομένων των χαρακτηριστικών των εν λόγω καθεστώτων, και συγκεκριμένα λαμβανομένου υπόψη ότι χορηγήθηκαν μακροπρόθεσμες ενισχύσεις χωρίς κανένα σχέδιο αναδιάρθρωσης, ότι δεν ελήφθη κανένα αντισταθμιστικό μέτρο για την ελαχιστοποίηση τυχόν δυσμενών επιπτώσεων στους όρους των συναλλαγών και ότι δεν επεβλήθη κανένας όρος που να αποτρέπει τους δικαιούχους από τη χρήση της ενίσχυσης για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων που δεν ήταν απαραίτητες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης, τα καθεστώτα δεν είναι σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α, όπως αναλύεται λεπτομερώς στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 72 έως 78 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας).

(164) Για λόγους πληρότητας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι διαπιστώσεις της απόφασης κίνησης της διαδικασίας όσον αφορά το ασυμβίβαστο άλλων παρεκκλίσεων του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ από την απαγόρευση χορήγησης ενισχύσεων στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων (παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 81 και 82 της παρούσας απόφασης) επιβεβαιώθηκαν κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας. Με εξαίρεση την παρέκκλιση του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, η εφαρμογή της οποίας στην παρούσα υπόθεση αναλύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 153 έως 159, ούτε οι ελληνικές αρχές ούτε οποιοδήποτε τρίτο μέρος ισχυρίστηκαν το αντίθετο.

(165) Τέλος, οι νομικές βάσεις των καθεστώτων δεν περιείχαν καμία διάταξη για την τήρηση της αρχής Deggendorf. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει κατά το παρελθόν ενισχύσεις οι οποίες έχουν κηρυχθεί ασυμβίβαστες από την Επιτροπή δεν μπορούσαν να λάβουν ενισχύσεις στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων μέχρι να επιστρέψουν το ποσό της προηγούμενης ενίσχυσης. Η αρχή αυτή δεν ισχύει όταν η ενίσχυση αφορά επανόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν από θεομηνίες, βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Συνεπώς, λόγω της μη συμμόρφωσης με την αρχή αυτή, καμία από τις άλλες νομικές βάσεις που εξετάζονται δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη χορήγηση ενίσχυσης στο πλαίσιο των επίμαχων καθεστώτων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(166) Η Επιτροπή κρίνει ότι τα καθεστώτα ενισχύσεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 36579/B.1666/27.8.2007 (με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της) υπό μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου και εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή κρίνει ότι η Ελλάδα έθεσε παράνομα σε εφαρμογή τα υπό εξέταση καθεστώτα ενισχύσεων, κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Η προηγηθείσα ανάλυση καταδεικνύει ότι οι ενισχύσεις δεν μπορούν να κηρυχθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά.

(167) Εξ αυτού συνάγεται, ειδικότερα, ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στη Σόγια Ελλάς και τις θυγατρικές της με τη μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου στο πλαίσιο των καθεστώτων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 166 είναι παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά.

ΑΝΑΚΤΗΣΗ

(168) Δεδομένου ότι η ενίσχυση είναι παράνομη και ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, η Ελλάδα θα πρέπει να θέσει τέλος στα καθεστώτα ενισχύσεων και να ανακτήσει από τους δικαιούχους τη χορηγηθείσα ενίσχυση, εκτός εάν η ενίσχυση χορηγήθηκε για συγκεκριμένο έργο, το οποίο, κατά τη στιγμή της χορήγησης, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ή καθεστώτος ενισχύσεων που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.

(169) Όσον αφορά τις παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών σχετικά με την απόλυτη αδυναμία ανάκτησης των κρατικών ενισχύσεων (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 101 και 102), αυτές είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση του συμβιβάσιμου που διενεργείται στην παρούσα απόφαση, αλλά μάλλον αποσκοπούν ρητά στο να πείσουν την Επιτροπή να μην απαιτήσει από την Ελλάδα την ανάκτηση των ασυμβίβαστων ενισχύσεων. Για τον σκοπό αυτό, οι ελληνικές αρχές παραπέμπουν σε προηγούμενη πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής (βλέπε αιτιολογική σκέψη 102).

(170) Η Επιτροπή δεν αποδέχεται στο παρόν στάδιο το επιχείρημα της Ελλάδας ότι υπάρχει απόλυτη αδυναμία ανάκτησης. Ως προς αυτό, πρέπει να πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις, κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης από την Επιτροπή, και συγκεκριμένα οι δυσκολίες τις οποίες επικαλείται το οικείο κράτος μέλος να είναι πραγματικές και να μην υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι ανάκτησης. Μόνον εάν η Επιτροπή είχε διαπιστώσει, μετά από μια τέτοια λεπτομερή εξέταση, ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές μέθοδοι που να επιτρέπουν την ανάκτηση έστω και ενός μέρους της εν λόγω παράνομης ενίσχυσης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι, αντικειμενικώς και απολύτως, αδύνατη η ανάκτησή της. Στην παρούσα υπόθεση, η Ελλάδα δεν απέκλεισε τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την ανάκτηση τουλάχιστον ενός μέρους της ενίσχυσης, βασιζόμενη αποκλειστικά στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες πληροφορίες για τις άμεσες και έμμεσες ζημίες που προκλήθηκαν από τις πυρκαγιές, ελλείψει σχετικών αρχείων και τεκμηρίωσης. Για παράδειγμα, δεν είναι σαφές εάν οι ζημίες μπορούν να υπολογιστούν κατά προσέγγιση με βάση αεροφωτογραφίες που ελήφθησαν την εποχή των πυρκαγιών, δημόσια αρχεία ή άλλα μέσα. Συνεπώς, το αίτημα να μην δοθεί εντολή ανάκτησης των ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων δεν μπορεί να γίνει δεκτό σε αυτό το στάδιο.

(171) Όσον αφορά τις προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής, σύμφωνα με πάγια νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια της κρατικής ενίσχυσης αφορά αντικειμενική κατάσταση η οποία εκτιμάται κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης της Επιτροπής και εξαρτάται μόνον από το ζήτημα αν ένα κρατικό μέτρο παρέχει πλεονέκτημα σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, οι προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής δεν μπορούν να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα.

(172) Η Επιτροπή δεσμεύεται εν προκειμένω μόνο από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του διαδικαστικού κανονισμού σχετικά με την ανάκτηση των ενισχύσεων, η Επιτροπή οφείλει να διατάξει την ανάκτηση των ασυμβίβαστων ενισχύσεων. Επιπλέον, η προθεσμία παραγραφής για την ανάκτηση ενισχύσεων είναι δεκαετής και αρχίζει να τρέχει από την αρχή έπειτα από κάθε διακοπή, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589. Τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων τέθηκαν σε εφαρμογή στις 25 Αυγούστου 2007, ενώ η πρώτη ενέργεια στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα ήταν η επιστολή που απέστειλε στις ελληνικές αρχές στις 25 Ιουλίου 2014, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση αυτή.

(173) Εν πάση περιπτώσει, οι προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την απόφαση της Επιτροπής να μην διατάξει την ανάκτηση των ενισχύσεων στις υποθέσεις που ανέφερε η Ελλάδα (βλέπε αιτιολογική σκέψη 102), δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Μεταξύ άλλων, στην υπόθεση SA.33083 (2012/C) (πρώην 2012/NN) οι θεομηνίες είχαν σημειωθεί περισσότερο από 10 έτη πριν από την ημερομηνία της απόφασης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν παρέλθει 25 χρόνια. Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, οι πυρκαγιές είχαν ξεσπάσει προς τα τέλη του 2007 και οι ελληνικές αρχές γνώριζαν ότι η Επιτροπή είχε αρχίσει να ασχολείται με τα επίμαχα καθεστώτα ήδη από τα μέσα του 2014. Για τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί το αίτημα των ελληνικών αρχών να μη διατάξει την ανάκτηση των ασυμβίβαστων ενισχύσεων στην παρούσα υπόθεση.

(174) Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράγραφο 42 της ανακοίνωσης της Επιτροπής με τίτλο Για μια αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες τα κράτη μέλη διατάσσονται να ανακτήσουν παράνομες και ασυμβίβαστες κρατικές ενισχύσεις, θα πρέπει να ταχθεί στην Ελλάδα προθεσμία για την πλήρη εκτέλεσή της. Επί των προς ανάκτηση ποσών θα πρέπει να καταβληθούν τόκοι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής.

(175) Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εκτελεστεί άμεσα, με εξαίρεση το τμήμα που αφορά τις ενισχύσεις οι οποίες, κατά τη στιγμή της χορήγησής τους, πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις του εφαρμοστέου κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (βλέπε άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου) ή των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία. Ειδικότερα, οι μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων που καλύπτονται από την παρούσα απόφαση και οι οποίες, κατά τον χρόνο χορήγησής τους, πληρούσαν τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 702/2014 ή άλλο εγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων, θα πρέπει να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά, έως τη μέγιστη ένταση ενίσχυσης που ισχύει για το συγκεκριμένο είδος ενίσχυσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1 Τα καθεστώτα ενισχύσεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 36579/B.1666/27.8.2007 (με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της) υπό τη μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου και εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Τα εν λόγω καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων τέθηκαν παράνομα σε εφαρμογή από την Ελληνική Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων, ήτοι προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της ΣΛΕΕ, με εξαίρεση τα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, καθώς και με τη δασοκομία, όπως ορίζεται από την Eurostat. Ως εκ τούτου, δεν θίγει τυχόν ενισχύσεις που χορηγούνται σε άλλους τομείς της οικονομίας σύμφωνα με τα εν λόγω καθεστώτα ενισχύσεων.

Άρθρο 2

1. Η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούται να ανακτήσει από τους δικαιούχους τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2. Τα προς ανάκτηση ποσά περιλαμβάνουν τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι τον χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης.

3. Οι τόκοι επί των προς ανάκτηση ποσών υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

4. Η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούται, αφενός, να παύσει να χορηγεί το ευεργέτημα των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και, αφετέρου, να ακυρώνσι κάθε εκκρεμούσα πληρωμή ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, με ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3 Η ενίσχυση δεν συνιστά κρατική ενίσχυση εάν, κατά τον χρόνο της χορήγησής της, πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης.

Άρθρο 4 Μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι οποίες κατά τον χρόνο της χορήγησής τους πληρούσαν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 702/2014 ή σε άλλο εγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά, έως τη μέγιστη ένταση ενίσχυσης που ισχύει για το συγκεκριμένο είδος ενίσχυσης.

Άρθρο 5

1. Η ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και πραγματική.

2. Η Ελληνική Δημοκρατία εξασφαλίζει την πλήρη εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 6

1. Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ελληνική Δημοκρατία διαβιβάζει τις ακόλουθες πληροφορίες:

1. α)

τον κατάλογο των δικαιούχων που έλαβαν τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 και το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που έλαβε καθένας από αυτούς·

β)

το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκοι) που πρέπει να ανακτηθεί από κάθε δικαιούχο που έλαβε ενίσχυση, η οποία δεν καλύπτεται από τον κανόνα de minimis, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 702/2014 ή άλλο εγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων·

γ)

αναλυτική περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και εκείνων που προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

δ)

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στους δικαιούχους να επιστρέψουν την ενίσχυση.

2. Η Ελληνική Δημοκρατία τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης έως ότου ολοκληρωθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1. Διαβιβάζει πάραυτα, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, κάθε πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και αυτά που προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους δικαιούχους.

Άρθρο 7 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 7 Οκτωβρίου 2019. Για την Επιτροπή Phil Hogan Μέλος της Επιτροπής

Versions

  1. 2019-10-07