Gelex

Πρακτικές οδηγίες προς τους διαδίκους

In forceVersion 2007-07-05from 2007-09-05
Grade B

mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.

Ask Gelex about this law

Address https://gelex.eu/eli/EU/act/oj/L/2007/232/02@2007-07-05/el

Contents
  1. Preamble

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη το άρθρο 150 του κανονισμού διαδικασίας

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Για την εύρυθμη διεξαγωγή των δικών ενώπιον του Πρωτοδικείου και προκειμένου να διευκολύνεται η διευθέτηση των διαφορών υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου, χρήσιμο είναι να παρασχεθούν στους δικηγόρους και εκπροσώπους των διαδίκων πρακτικές οδηγίες σχετικές με τον τρόπο υποβολής των υπομνημάτων τους και των δικογράφων στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και με την καλύτερη προετοιμασία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου.

Οι οδηγίες αυτές επαναλαμβάνουν, επεξηγούν και συμπληρώνουν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου και αποσκοπούν στην εκ μέρους των δικηγόρων και εκπροσώπων των διαδίκων κατανόηση των δυσχερειών που αντιμετωπίζει το Πρωτοδικείο, ιδίως όσον αφορά τις ανάγκες μεταφράσεως και ηλεκτρονικής διαχειρίσεως των δικογράφων.

Δυνάμει των οδηγιών του Πρωτοδικείου προς τον γραμματέα του, της 5ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 232 της 4.9.2007, σ. 1) (στο εξής: οδηγίες προς τον γραμματέα), ο γραμματέας οφείλει να μεριμνά ώστε κατά την κατάθεση των εγγράφων της διαδικασίας να τηρούνται οι διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου, του κανονισμού διαδικασίας και των παρουσών πρακτικών οδηγιών προς τους διαδίκους (στο εξής: πρακτικές οδηγίες), καθώς και οι εν λόγω οδηγίες προς τον γραμματέα, και, ιδίως, οφείλει να ζητεί την τακτοποίηση των υπομνημάτων και εγγράφων που δεν είναι σύμφωνα προς τα ανωτέρω, σε περίπτωση δε μη τακτοποιήσεως, να αρνείται, ενδεχομένως, την παραλαβή τους αν δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου ή του κανονισμού διαδικασίας.

Τηρώντας τις πρακτικές οδηγίες, οι δικηγόροι και οι εκπρόσωποι των διαδίκων μπορούν να είναι βέβαιοι ότι τα υπομνήματα και τα έγγραφα που καταθέτουν θα ληφθούν δεόντως υπόψη από το Πρωτοδικείο χωρίς τον κίνδυνο εφαρμογής, επί των θιγομένων στις παρούσες πρακτικές οδηγίες ζητημάτων, του άρθρου 90, στοιχείο α', του κανονισμού διαδικασίας.

Οι παρούσες πρακτικές οδηγίες καταρτίστηκαν κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των κρατών μελών και των οργάνων που μετέχουν στις διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου, καθώς και με το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΣΔΣΕΕ).

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΘΕΣΠΙΣΕΙ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ: ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Επί της χρησιμοποιήσεως τεχνικών μέσων επικοινωνίας Η προβλεπόμενη στο άρθρο 43, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας διαβίβαση στη γραμματεία αντιγράφου του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου του διαδικαστικού εγγράφου μπορεί να γίνει:

είτε με τηλεαντίγραφο (αριθμός φαξ: +352 4303-2100),

είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (ηλεκτρονική διεύθυνση: CFI.Registry@curia.europa.eu)

Σε περίπτωση διαβιβάσεως με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, δεκτό γίνεται μόνο ένα σαρωμένο αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου. Απλό ηλεκτρονικό αρχείο ή αρχείο που φέρει ηλεκτρονική υπογραφή ή προσομοίωση υπογραφής μέσω υπολογιστή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 43, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας. Δεν λαμβάνεται υπόψη καμία σχετική με υπόθεση επιστολή που έχει περιέλθει στο Πρωτοδικείο υπό μορφή απλού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επιθυμητό είναι τα έγγραφα να έχουν σαρωθεί με μέτρο εξόδου (resolution) 300 DPI και σχήμα PDF (εικόνες και κείμενο) μέσω λογισμικών Acrobat ή Readiris 7 Pro. Η κατάθεση εγγράφου με τηλεαντίγραφο ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο λαμβάνεται υπόψη για την τήρηση μιας προθεσμίας μόνον εφόσον το υπογεγραμμένο πρωτότυπο περιέλθει στη γραμματεία το αργότερο εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 43, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας προθεσμίας των δέκα ημερών μετά την εν λόγω κατάθεση. Το υπογεγραμμένο πρωτότυπο πρέπει να αποστέλλεται ευθύς μετά την αποστολή του αντιγράφου, χωρίς να έχει υποστεί διορθώσεις ή τροποποιήσεις, έστω και ελάσσονες. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και του προηγουμένως κατατεθέντος αντιγράφου, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικώς η ημερομηνία καταθέσεως του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου. Η δήλωση διαδίκου ότι αποδέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, να του επιδίδονται έγγραφα με τηλεαντίγραφο ή μέσω οποιουδήποτε άλλου τεχνικού μέσου επικοινωνίας πρέπει να περιλαμβάνει μνεία του αριθμού της συσκευής fax και/ή την ηλεκτρονική διεύθυνση όπου η γραμματεία μπορεί να διενεργεί τις επιδόσεις προς αυτόν. Ο υπολογιστής του παραλήπτη πρέπει να διαθέτει το κατάλληλο λογισμικό (π.χ. Acrobat ή Readiris 7 Pro) ώστε να γίνονται ορατές στην οθόνη του οι εκ μέρους της γραμματείας επιδόσεις σε σχήμα PDF. Επί της καταθέσεως των υπομνημάτων Η πρώτη σελίδα του υπομνήματος περιλαμβάνει τις ακόλουθες ενδείξεις:

(α) την ονομασία του υπομνήματος (προσφυγή, υπόμνημα αντικρούσεως, απάντηση, ανταπάντηση, αίτηση παρεμβάσεως, υπόμνημα παρεμβάσεως, ένσταση απαραδέκτου, παρατηρήσεις επί …, απαντήσεις στις ερωτήσεις, κ.λπ.)·

(β) τον αριθμό της υποθέσεως (T-.../..) εφόσον τον έχει ήδη κοινοποιήσει η γραμματεία·

(γ) τα ονόματα του προσφεύγοντος και του καθού·

(δ) το όνομα του διαδίκου για τον οποίο κατατίθεται το υπόμνημα·

Οι παράγραφοι του υπομνήματος αριθμούνται. Στο τέλος του υπομνήματος πρέπει να υπάρχει η πρωτότυπη υπογραφή του δικηγόρου ή του εκπροσώπου του οικείου διαδίκου. Σε περίπτωση πλειόνων εκπροσώπων, αρκεί να έχει υπογράψει το υπόμνημα ένας από αυτούς. Τα υπομνήματα που καταθέτουν οι διάδικοι πρέπει να έχουν μορφή που να επιτρέπει την ηλεκτρονική διαχείριση των εγγράφων εκ μέρους του Πρωτοδικείου και, ιδίως, τη σάρωση των εγγράφων και την αναγνώριση των στοιχείων τους. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρησιμοποίηση αυτών των τεχνικών, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες:

(α) Το χαρτί πρέπει να είναι λευκό, χωρίς γραμμές, σχήματος A4. Το κείμενο πρέπει να είναι γραμμένο στη μία πλευρά του φύλλου (recto και όχι recto verso).

(β) Τα φύλλα του υπομνήματος και, ενδεχομένως, των παραρτημάτων πρέπει να είναι συνδεδεμένα κατά τρόπο που να καθιστά εύκολη την αποσύνδεση (να μην είναι δεμένα ή σταθερά συνδεδεμένα με άλλα μέσα όπως κόλλα, συρραπτικό μηχάνημα, κ.λπ.).

(γ) Το κείμενο πρέπει να είναι γραμμένο με συνήθη στοιχεία (όπως, π.χ., Times New Roman, Courier ή Arial) τουλάχιστον 12 στιγμών στο κείμενο και τουλάχιστον 10 στιγμών στις υποσημειώσεις, με διάστημα μεταξύ των γραμμών 1,5 και περιθώρια άνω, κάτω, αριστερά και δεξιά τουλάχιστον 2,5 cm.

(δ) Οι σελίδες του υπομνήματος αριθμούνται επάνω δεξιά κατά τρόπο συνεχή και κατ’ αύξουσα έννοια.

Σε περίπτωση καταθέσεως παραρτημάτων υπομνήματος, η σελιδοποίηση πρέπει να ακολουθεί τις υποδείξεις του σημείου 52 των παρουσών πρακτικών οδηγιών. Κάθε αντίγραφο διαδικαστικού εγγράφου το οποίο οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας φέρει, υπογεγραμμένη από τον δικηγόρο ή εκπρόσωπο του οικείου διαδίκου, μνεία πιστοποιούσα ότι πρόκειται για ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου. Επί της εκτάσεως των υπομνημάτων Αναλόγως της υποθέσεως και των περιστατικών της, ο ανώτατος αριθμός σελίδων των υπομνημάτων καθορίζεται ως ακολούθως:

50 σελίδες για το δικόγραφο της προσφυγής και για το υπόμνημα αντικρούσεως,

20 σελίδες για το δικόγραφο της προσφυγής καθώς και για τα υπομνήματα αντικρούσεως στις υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας,

15 σελίδες για την αίτηση αναιρέσεως και το υπόμνημα αντικρούσεως,

25 σελίδες για την απάντηση και για την ανταπάντηση,

20 σελίδες για υπόμνημα ενστάσεως απαραδέκτου καθώς και για τις επ’ αυτής παρατηρήσεις,

20 σελίδες για υπόμνημα παρεμβάσεως και 15 σελίδες για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού.

Υπέρβαση των ανωτάτων αυτών ορίων επιτρέπεται μόνο σε ιδιαίτερα περίπλοκες από απόψεως νομικών ζητημάτων και πραγματικών περιστατικών υποθέσεις. Επί της διαρθρώσεως και του περιεχομένου του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος αντικρούσεως Ευθείες προσφυγές Ο κανονισμός διαδικασίας περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικά τα των διαφορών περί τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρα 130 έως 136). Συνεπώς, οι κανόνες που αφορούν τα δικόγραφα προσφυγής και τα υπομνήματα αντικρούσεως που κατατίθενται στο πλαίσιο αυτών των διαφορών (Δ.1.2) εκτίθενται χωριστά από τους κανόνες που αφορούν τα δικόγραφα προσφυγής και τα υπομνήματα αντικρούσεως που κατατίθενται στο πλαίσιο όλων των λοιπών διαφορών (Δ.1.1). Δικόγραφο της προσφυγής και υπόμνημα αντικρούσεως Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο αναφέρονται στο άρθρο 44 του κανονισμού διαδικασίας. Για πρακτικούς λόγους, τα κατωτέρω στοιχεία πρέπει να περιέχονται στην αρχή του δικογράφου της προσφυγής:

(α) το όνομα και η κατοικία του προσφεύγοντος·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του εκπροσώπου ή του δικηγόρου του προσφεύγοντος·

(γ) ο προσδιορισμός του καθού·

(δ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Μετά το εισαγωγικό μέρος του δικογράφου της προσφυγής πρέπει να ακολουθεί σύντομη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Τα νομικά επιχειρήματα πρέπει να διαρθρώνονται ακολουθώντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Είναι γενικώς χρήσιμο να προηγείται σχηματική παρουσίαση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Τα αιτήματα της προσφυγής πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του δικογράφου της προσφυγής. Στις προσφυγές ακυρώσεως πρέπει να επισυνάπτεται το αντίγραφο της προσβαλλομένης πράξεως, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται ως τέτοια. Μαζί με το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να κατατίθενται, χωριστά από τα έγγραφα που επισυνάπτονται προς στήριξη της προσφυγής, τα έγγραφα που προβλέπει το άρθρο 44, παράγραφοι 3 και 5, στοιχεία ά και β', του κανονισμού διαδικασίας. Στο δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να επισυνάπτεται συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων και κύριων ισχυρισμών, προς διευκόλυνση της συντάξεως της ανακοινώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας και την οποία καταρτίζει η γραμματεία. Η συνοπτική αυτή έκθεση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δύο σελίδες. Τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα πρέπει να εκτίθενται επακριβώς και ρητώς με σαφή προσδιορισμό των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών:

προτεινόμενη απόδειξη δι’ εγγράφου πρέπει να αναφέρει τον αριθμό του συνημμένου ή, σε περίπτωση που ο προσφεύγων δεν έχει στην κατοχή του το έγγραφο, να εξηγεί πώς μπορεί να ευρεθεί το έγγραφο,

προτεινόμενη απόδειξη με μάρτυρες ή αίτηση πληροφοριών πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται.

Αν η προσφυγή ασκείται μετά την υποβολή αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας, η οποία αναστέλλει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 96, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, μνεία της πληροφορίας αυτής γίνεται στην αρχή του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου. Αν η προσφυγή ασκείται μετά την κοινοποίηση της διατάξεως η οποία αποφαίνεται επί της αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας, στο δικόγραφο της προσφυγής γίνεται μνεία της ημερομηνίας κατά την οποία η διάταξη επιδόθηκε στον προσφεύγοντα. Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το υπόμνημα αντικρούσεως αναφέρονται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Για πρακτικούς λόγους, στην αρχή του υπομνήματος αντικρούσεως πρέπει να περιέχονται, εκτός από τον αριθμό της υποθέσεως και τον προσδιορισμό του προσφεύγοντος, τα κατωτέρω στοιχεία:

(α) το ονοματεπώνυμο και η κατοικία του καθού·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του δικηγόρου ή του εκπροσώπου του καθού·

(γ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Τα αιτήματα του καθού πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του υπομνήματος αντικρούσεως. Τα σημεία 15, 18 και 20 των παρουσών πρακτικών οδηγιών έχουν εφαρμογή στο υπόμνημα αντικρούσεως. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο αντίδικος πρέπει να είναι ρητή και να αναφέρει επακριβώς τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Δικόγραφο της προσφυγής και υπόμνημα αντικρούσεως (υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας) Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο αναφέρονται στα άρθρα 44 και 132, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Για πρακτικούς λόγους, στην αρχή του δικογράφου της προσφυγής πρέπει να περιέχονται:

(α) το όνομα και η κατοικία του προσφεύγοντος·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του δικηγόρου του προσφεύγοντος·

(γ) τα ονόματα όλων των διαδίκων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών και οι διευθύνσεις τις οποίες αυτοί δήλωσαν για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής·

(δ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Στις προσφυγές ακυρώσεως πρέπει να επισυνάπτεται το αντίγραφο της προσβαλλομένης πράξεως, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται ως τέτοια. Γίνεται μνεία της ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα. Τα σημεία 10, δεύτερη παύλα, 14, 15, 16, 18, 20 και 21 των παρουσών πρακτικών οδηγιών έχουν εφαρμογή στις προσφυγές επί υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το υπόμνημα αντικρούσεως αναφέρονται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Στην αρχή του υπομνήματος αντικρούσεως πρέπει να περιέχονται, εκτός από τον αριθμό της υποθέσεως και τον προσδιορισμό του προσφεύγοντος, τα κατωτέρω στοιχεία:

(α) το ονοματεπώνυμο και η κατοικία του καθού ή του παρεμβαίνοντος·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του εκπροσώπου του καθού ή το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του δικηγόρου του παρεμβαίνοντος·

(γ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Τα αιτήματα του καθού ή του παρεμβαίνοντος πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του υπομνήματος αντικρούσεως. Τα σημεία 10, δεύτερη παύλα, 15, 18, 20 και 26 των παρουσών πρακτικών οδηγιών έχουν εφαρμογή στο υπόμνημα αντικρούσεως. Αναιρέσεις Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να έχει το προβλεπόμενο στο άρθρο 138, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας περιεχόμενο. Στην αρχή της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχονται:

(α) το ονοματεπώνυμο και η κατοικία του διαδίκου που ασκεί την αναίρεση και ο οποίος καλείται αναιρεσείων·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του εκπροσώπου ή του δικηγόρου του αναιρεσείοντος·

(γ) προσδιορισμός της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (φύση, δικαστικός σχηματισμός, ημερομηνία και αριθμός υποθέσεως)·

(δ) προσδιορισμός των λοιπών διαδίκων στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης·

(ε) η ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα·

(στ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων στο Λουξεμβούργο και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Στην αρχή ή στο τέλος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια τα αιτήματα του αναιρεσείοντος (άρθρο 139, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας). Δεν είναι κατά κανόνα απαραίτητη η περιγραφή του ιστορικού και του αντικειμένου της διαφοράς· αρκεί η παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Συνιστάται να εκτίθενται οι λόγοι αναιρέσεως κατά τρόπο συνοπτικό και σχηματικό στην αρχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Τα νομικά επιχειρήματα πρέπει να διαρθρώνονται ακολουθώντας τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, ιδίως δε τα αναφερόμενα στις προβαλλόμενες νομικές πλάνες. Στην αίτηση αναιρέσεως επισυνάπτεται αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να επισυνάπτεται συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων και κυρίων ισχυρισμών, προς διευκόλυνση της συντάξεως της ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας. Η συνοπτική αυτή έκθεση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δύο σελίδες. Μαζί με την αίτηση αναιρέσεως προσκομίζεται και το προβλεπόμενο στο άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας έγγραφο (αποδεικτικό νομιμοποιήσεως του δικηγόρου, το οποίο να βεβαιώνει ότι αυτός έχει ικανότητα παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους ή άλλου συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κράτους), εκτός εάν αναιρεσείον είναι θεσμικό όργανο της Κοινότητας ή κράτος μέλος εκπροσωπούμενο από υπάλληλό του. Το υπόμνημα αντικρούσεως πρέπει να έχει το προβλεπόμενο στο άρθρο 141, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας περιεχόμενο. Στην αρχή κάθε υπομνήματος αντικρούσεως πρέπει να περιέχονται, εκτός από τον αριθμό της υποθέσεως και τον προσδιορισμό του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) το ονοματεπώνυμο και η κατοικία του υποβάλλοντος το υπόμνημα διαδίκου·

(β) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του υπαλλήλου ή του δικηγόρου που τον εκπροσωπεί·

(γ) η ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε στον διάδικο·

(δ) οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δηλώσεις (προσδιορισμός τόπου επιδόσεων στο Λουξεμβούργο και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας).

Στην αρχή ή στο τέλος του υπομνήματος αντικρούσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια τα αιτήματα του διαδίκου που το υποβάλλει (άρθρο 142, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας). Αν τα αιτήματα του υπομνήματος αντικρούσεως έχουν ως αντικείμενο την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης βάσει λόγου αναιρέσεως που δεν προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, σχετική μνεία γίνεται στον τίτλο του υπομνήματος (υπόμνημα αντικρούσεως με αντίθετη αναίρεση). Τα νομικά επιχειρήματα πρέπει να διαρθρώνονται ακολουθώντας, κατά το μέτρο του δυνατού, τους λόγους της κύριας αναιρέσεως και/ή, ενδεχομένως, τους λόγους της αντίθετης αναιρέσεως. Δεδομένου ότι τα πραγματικά και νομικά περιστατικά έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο υπόμνημα αντικρούσεως επαναλαμβάνονται μόνον κατ’ εξαίρεση, στο μέτρο που η παρουσίασή τους με την αίτηση αναιρέσεως αμφισβητείται ή χρήζει διευκρινίσεων. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση πρέπει να είναι ρητή και να αναφέρει επακριβώς το σχετικό πραγματικό ή νομικό στοιχείο. Μαζί με το υπόμνημα αντικρούσεως προσκομίζεται και το προβλεπόμενο στο άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας έγγραφο (αποδεικτικό νομιμοποιήσεως του δικηγόρου, το οποίο να βεβαιώνει ότι αυτός έχει ικανότητα παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους ή άλλου συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κράτους), εκτός εάν ο διάδικος που το υποβάλλει είναι θεσμικό όργανο της Κοινότητας ή κράτος μέλος εκπροσωπούμενο από υπάλληλό του. Επί της καταθέσεως παραρτημάτων των υπομνημάτων Στα υπομνήματα επισυνάπτονται μόνον τα έγγραφα που μνημονεύονται στο κείμενο του υπομνήματος και είναι αναγκαία για την απόδειξη του περιεχομένου του. Η κατάθεση παραρτημάτων επιτρέπεται μόνον εφόσον συνοδεύεται από πίνακα παραρτημάτων. Στον πίνακα πρέπει να αναγράφεται για κάθε επισυναπτόμενο έγγραφο:

(α) ο αριθμός του παραρτήματος·

(β) σύντομη περιγραφή του παραρτήματος με ένδειξη της φύσεώς του (π.χ. επιστολή με αναφορά της ημερομηνίας, του συντάκτη, του παραλήπτη και του αριθμού σελίδων του παραρτήματος)·

(γ) αναφορά της σελίδας του υπομνήματος και του αριθμού της παραγράφου στην οποία μνημονεύεται το έγγραφο και η οποία δικαιολογεί την κατάθεσή του.

Η αρίθμηση των παραρτημάτων πρέπει να αναφέρει το υπόμνημα στο οποίο προσαρτάται το έγγραφο (π.χ. παράρτημα A.1, A.2, ... για τα παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής, B.1, B.2, ... για το υπόμνημα αντικρούσεως, C.1, C.2, ... για την απάντηση· D.1, D.2, ... για την ανταπάντηση). Οι σελίδες των παραρτημάτων ενός υπομνήματος αριθμούνται, επάνω δεξιά και κατ’ αύξουσα έννοια. Η αρίθμηση των σελίδων των εγγράφων μπορεί να είναι είτε συνεχόμενη με εκείνη του υπομνήματος στο οποίο επισυνάπτονται είτε χωριστή από το εν λόγω υπόμνημα. Σκοπός της αριθμήσεως είναι να εξασφαλίζεται με την καταμέτρηση των σελίδων, κατά τη σάρωση των παραρτημάτων, ότι σαρώθηκαν πράγματι όλες οι σελίδες. Στην περίπτωση που τα ίδια τα παραρτήματα έχουν παραρτήματα, η αρίθμησή τους γίνεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε πιθανότητα συγχύσεως, με τη χρησιμοποίηση, ενδεχομένως, διαχωριστικών φύλλων. Οι παραπομπές σε κατατεθέν έγγραφο περιλαμβάνουν τον αριθμό του σχετικού παραρτήματος, όπως αναγράφεται στον πίνακα παραρτημάτων, συμπεριλαμβανομένης της μνείας του παραρτήματος μαζί με το οποίο κατατέθηκε το παράρτημα, υπό τη μορφή που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 51. Επί των περιπτώσεων τακτοποιήσεως των υπομνημάτων Περιπτώσεις τακτοποιήσεως του δικογράφου της προσφυγής Αν το δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι σύμφωνο με τις ακόλουθες προϋποθέσεις του άρθρου 44, παράγραφοι 3 έως 5, του κανονισμού διαδικασίας, δεν επιδίδεται στον καθού, τάσσεται δε εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του:

(α) κατάθεση του αποδεικτικού νομιμοποιήσεως του δικηγόρου (άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)·

(β) απόδειξη της κατά νόμον υπάρξεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 44, παράγραφος 5, στοιχείο ά, του κανονισμού διαδικασίας)·

(γ) εντολή (άρθρο 44, παράγραφος 5, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας)·

(δ) αποδεικτικό ότι η εντολή δόθηκε προσηκόντως από εκπρόσωπο του νομικού προσώπου εξουσιοδοτημένον προς τούτο (άρθρο 44, παράγραφος 5, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας)·

(ε) κατάθεση της προσβαλλομένης πράξεως (προσφυγή ακυρώσεως) ή του εγγράφου που βεβαιώνει την ημερομηνία της κλήσεως προς ενέργεια (προσφυγή κατά παραλείψεως) (άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου· άρθρο 44, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας).

Στις υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας στις οποίες τίθεται ζήτημα νομιμότητας αποφάσεως ενός τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, το δικόγραφο της προσφυγής που δεν είναι σύμφωνο με τις ακόλουθες προϋποθέσεις του άρθρου 132 του κανονισμού διαδικασίας δεν επιδίδεται στον έτερο διάδικο/στους λοιπούς διαδίκους, τάσσεται δε εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του:

(α) μνεία των ονομάτων και των διευθύνσεων των διαδίκων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών (άρθρο 132, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(β) μνεία της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (άρθρο 132, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(γ) επισύναψη της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 132, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας).

Αν το δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι σύμφωνο με τους ακόλουθους τυπικούς κανόνες, η επίδοση του δικογράφου της προσφυγής αναβάλλεται και τάσσεται εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του:

(α) μνεία της διευθύνσεως του προσφεύγοντος (άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου· άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο ά, του κανονισμού διαδικασίας· σημείο 13, στοιχείο ά, των πρακτικών οδηγιών)·

(β) πρωτότυπη υπογραφή του δικηγόρου ή του εκπροσώπου στο τέλος του δικογράφου της προσφυγής (σημείο 7 των πρακτικών οδηγιών)·

(γ) αρίθμηση των παραγράφων (σημείο 6 των πρακτικών οδηγιών)·

(δ) κατάθεση των παραρτημάτων που μνημονεύονται στον πίνακα παραρτημάτων (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(ε) επαρκής αριθμός αντιγράφων των παραρτημάτων που μνημονεύονται στον πίνακα παραρτημάτων (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας).

(στ) κατάθεση του πίνακα παραρτημάτων (άρθρο 43, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας· σημείο 51 των πρακτικών οδηγιών)·

(ζ) επαρκής αριθμός αντιγράφων του πίνακα παραρτημάτων (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(η) πίνακας παραρτημάτων με αναφορά της σελίδας και της/των παραγράφου/ων (σημείο 51, στοιχείο γ', των πρακτικών οδηγιών)·

(θ) επαρκής αριθμός του πίνακα παραρτημάτων με αναφορά της σελίδας και της/των παραγράφου/ων (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(ι) επαρκής αριθμός αντιγράφων της προσβαλλομένης πράξεως ή ή του εγγράφου που βεβαιώνει την ημερομηνία της κλήσεως προς ενέργεια (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(κ) κατάθεση αντιτύπου της συμβάσεως που περιέχει τη ρήτρα διαιτησίας (άρθρο 44, παράγραφος 5α, του κανονισμού διαδικασίας)·

(λ) επαρκής αριθμός αντιγράφων του αντιτύπου της συμβάσεως που περιέχει τη ρήτρα διαιτησίας(άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(μ) σελιδοποίηση του δικογράφου της προσφυγής και των παραρτημάτων (σημεία 8, στοιχείο δ', και 52 των πρακτικών οδηγιών)·

(ν) επαρκής αριθμός επικυρωμένων αντιγράφων του δικογράφου της προσφυγής (επτά για τις υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας inter partes και έξι για όλες τις λοιπές υποθέσεις) (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας)·

(ξ) κατάθεση των επικυρωμένων αντιγράφων του δικογράφου της προσφυγής (άρθρο 43, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας· σημείο 9 των πρακτικών οδηγιών).

Αν το δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι σύμφωνο με τους ακόλουθους τυπικούς κανόνες, διενεργείται η επίδοση του δικογράφου της προσφυγής και τάσσεται εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του:

(α) προσδιορισμός τόπου επιδόσεων και/ή αποδοχή επιδόσεων μέσω τεχνικών μέσων επικοινωνίας (άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας· άρθρο 10, παράγραφος 3, των οδηγιών προς τον γραμματέα· σημεία 4 και 13, στοιχείο δ', των πρακτικών οδηγιών)·

(β) αποδεικτικό νομιμοποιήσεως κάθε άλλου επικουρούντος δικηγόρου (άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)·

(γ) συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων και κυρίων ισχυρισμών (σημείο 19 των πρακτικών οδηγιών)·

(δ) μετάφραση προς τη γλώσσα της διαδικασίας, συνοδεύουσα κάθε έγγραφο που έχει συνταχθεί σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της διαδικασίας (άρθρο 35, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας).

Δικόγραφο προσφυγής του οποίου ο αριθμός σελίδων υπερβαίνει κατά 40 % τον ανώτατο αριθμό σελίδων που προβλέπεται στο σημείο 10 των παρουσών πρακτικών οδηγιών χρήζει τακτοποιήσεως, εκτός αν ο πρόεδρος ορίσει άλλως. Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει ανάλογη τακτοποίηση δικογράφου προσφυγής του οποίου ο αριθμός σελίδων υπερβαίνει κατά λιγότερο από 40 % τον εν λόγω ανώτατο αριθμό σελίδων που προβλέπεται στο σημείο 10 των παρουσών πρακτικών οδηγιών. Οσάκις ζητείται από τον προσφεύγοντα η τακτοποίηση του δικογράφου της προσφυγής, η επίδοση του δικογράφου, ο όγκος του οποίου δικαιολογεί τακτοποίηση, στον καθού αναβάλλεται. Περιπτώσεις τακτοποιήσεως των λοιπών υπομνημάτων Οι ανωτέρω μνημονευόμενες περιπτώσεις τακτοποιήσεως έχουν εφαρμογή, κατά περίπτωση, στα λοιπά πλην του δικογράφου της προσφυγής υπομνήματα. Επί της αιτήσεως εκδικάσεως μιας υποθέσεως με ταχεία διαδικασία Ο αριθμός σελίδων του δικογράφου προσφυγής της οποίας ο προσφεύγων ζητεί την εκδίκαση με ταχεία διαδικασία δεν πρέπει, καταρχήν, να υπερβαίνει τις 25 σελίδες. Η προσφυγή ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω στα σημεία 12 έως 19. Η αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία, η οποία υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο σύμφωνα με το άρθρο 76α του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να περιέχει σύντομη αιτιολογία όσον αφορά τον ιδιαιτέρως επείγοντα χαρακτήρα και τις λοιπές κρίσιμες περιστάσεις της υποθέσεως. Οι διατάξεις των ανωτέρω κεφαλαίων Β και Ε έχουν εφαρμογή. Συνιστάται στον διάδικο που ζητεί την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας να προσδιορίζει, στην αίτησή του, τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του σχετικού υπομνήματος (δικογράφου της προσφυγής ή υπομνήματος αντικρούσεως) τα οποία διατυπώνονται μόνο για την περίπτωση που η υπόθεση δεν θα εκδικαστεί με τη διαδικασία αυτή. Οι ενδείξεις αυτές, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 76α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια και να περιλαμβάνουν μνεία των αριθμών των σχετικών παραγράφων. Συνιστάται επίσης να επισυνάπτεται στην αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία, η οποία περιέχει τις ενδείξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, συνοπτική απόδοση του οικείου υπομνήματος. Οσάκις επισυνάπτεται, το συνοπτικό κείμενο πρέπει να είναι σύμφωνο με τις ακόλουθες υποδείξεις:

(α) η συνοπτική απόδοση λαμβάνει τη μορφή του αρχικού κειμένου του υπομνήματος, τα απαλειφόμενα χωρία του οποίου σημειώνονται με αγκύλες εντός των οποίων αναγράφεται η μνεία omissis·

(β) οι παράγραφοι που παραμένουν στο συνοπτικό κείμενο διατηρούν την ίδια αρίθμηση που έχουν στο αρχικό κείμενο του υπομνήματος·

(γ) ο πίνακας παραρτημάτων που συνοδεύει το συνοπτικό κείμενο περιέχει, σε περίπτωση που το συνοπτικό κείμενο δεν παραπέμπει στο σύνολο των παραρτημάτων του αρχικού κειμένου του υπομνήματος, τη μνεία omissis ώστε να εντοπίζεται κάθε παραλειπόμενο παράρτημα·

(δ) τα παραρτήματα που παραμένουν στο συνοπτικό κείμενο διατηρούν την ίδια αρίθμηση του πίνακα παραρτημάτων του αρχικού κειμένου του υπομνήματος·

(ε) τα παραρτήματα που μνημονεύονται στον πίνακα που συνοδεύει το συνοπτικό κείμενο επισυνάπτονται στο κείμενο αυτό.

Για να μπορεί να εξεταστεί όσο το δυνατόν ταχύτερα, το συνοπτικό κείμενο πρέπει να έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες. Οσάκις το Πρωτοδικείο ζητεί την κατάθεση συνοπτικού κειμένου του υπομνήματος βάσει του άρθρου 76α, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, το συνοπτικό κείμενο πρέπει να συντάσσεται, αν δεν ορίζεται άλλως, σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες. Αν ο προσφεύγων δεν υπέδειξε, με την αίτησή του, τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του δικογράφου της προσφυγής που πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο στην περίπτωση που η υπόθεση δεν θα εκδικαστεί με την ταχεία διαδικασία, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στην προσφυγή. Αν ο προσφεύγων υπέδειξε, με την αίτησή του, τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του δικογράφου της προσφυγής που πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο στην περίπτωση που η υπόθεση δεν θα εκδικαστεί με την ταχεία διαδικασία, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα του δικογράφου της προσφυγής λαμβανομένου υπόψη υπό το φως των ενδείξεων που παρέχονται με την αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία. Αν ο προσφεύγων έχει επισυνάψει στην αίτησή του συνοπτικό κείμενο της προσφυγής, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που περιέχονται στο συνοπτικό αυτό κείμενο της προσφυγής. Αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία προτού καν ο καθού καταθέσει το υπόμνημα αντικρούσεως, η προθεσμία ενός μηνός, την οποία προβλέπει το άρθρο 76α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας για την κατάθεση του υπομνήματος αυτού, παρατείνεται κατά ένα επιπλέον μήνα. Αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία αφού ο καθού έχει καταθέσει το υπόμνημα αντικρούσεως εντός της προθεσμίας ενός μηνός την οποία προβλέπει το άρθρο 76α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, τάσσεται στον διάδικο αυτόν νέα προθεσμία ενός μηνός ώστε να μπορέσει να συμπληρώσει το υπόμνημα αντικρούσεως. Επί των αιτήσεων αναστολής και άλλων προσωρινών μέτρων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Πρέπει να είναι αφ’ εαυτής κατανοητή χωρίς να απαιτείται παραπομπή στο δικόγραφο της κύριας προσφυγής. Η αίτηση αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο εξαιρετικά σύντομο και περιεκτικό το αντικείμενο της διαφοράς, τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται η κύρια προσφυγή και από τους οποίους προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, το βάσιμο της αιτήσεως (fumus boni juris), καθώς και τις περιστάσεις που δικαιολογούν το επείγον. Πρέπει να αναφέρει επακριβώς το ή τα ζητούμενα μέτρα. Οι διατάξεις των ανωτέρω κεφαλαίων Β, Δ και Ε έχουν εφαρμογή. Δεδομένου ότι με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται να καταστεί δυνατή η εκτίμηση του fumus boni juris στο πλαίσιο συνοπτική διαδικασίας, δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται στην αίτηση ολόκληρο το κείμενο του δικογράφου της κύριας προσφυγής. Προκειμένου να καθίσταται δυνατή η επείγουσα εξέταση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο ανώτατος αριθμός σελίδων δεν πρέπει, καταρχήν, να υπερβαίνει, αναλόγως της φύσεως και των περιστατικών της υποθέσεως, τις 25 σελίδες. Επί των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 67, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει υπόψη παρά έγγραφα και στοιχεία των οποίων οι δικηγόροι και εκπρόσωποι των διαδίκων έχουν λάβει γνώση και επί των οποίων έχουν λάβει θέση (άρθρο 67, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας). Ωστόσο, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει:

να εξαιρεθούν από την ανακοίνωση προς τον παρεμβαίνοντα ορισμένα τμήματα ή ορισμένα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχουν απόρρητο ή εμπιστευτικό χαρακτήρα (άρθρο 116, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας),

να μην επιτραπεί σε διάδικο συνεκδικαζομένης υποθέσεως η πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα ή ορισμένα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχουν απόρρητο ή εμπιστευτικό χαρακτήρα (άρθρο 50, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας).

Η αίτηση διαδίκου με την οποία ζητείται, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, να εξαιρεθούν ορισμένα τμήματα ή ορισμένα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως από την ανακοίνωση προς τον παρεμβαίνοντα, λόγω του απορρήτου ή εμπιστευτικού τους χαρακτήρα, υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφορά το σύνολο ενός υπομνήματος και μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί να αφορά το σύνολο παραρτήματος υπομνήματος. Πράγματι, η ανακοίνωση μιας μη εμπιστευτικής εκδοχής του εγγράφου, στην οποία να έχουν απαλειφθεί ορισμένα χωρία, λέξεις ή αριθμοί, είναι κανονικά δυνατή χωρίς να θίγονται τα εμπλεκόμενα συμφέροντα. Αίτηση η οποία δεν είναι επαρκώς ακριβής δεν λαμβάνεται υπόψη. Η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα σχετικά στοιχεία ή χωρία και να περιλαμβάνει πολύ σύντομη αιτιολόγηση του απορρήτου ή εμπιστευτικού χαρακτήρα καθενός από αυτά τα στοιχεία ή χωρία. Στην αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως επισυνάπτεται μη εμπιστευτική εκδοχή του σχετικού υπομνήματος ή δικογράφου χωρίς τα στοιχεία ή χωρία τα οποία αφορά η αίτηση. Η αίτηση διαδίκου, σε μία υπόθεση, με την οποία ζητείται, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, να μην επιτραπεί σε διάδικο συνεκδικαζομένης υποθέσεως η πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα ή ορισμένα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, λόγω του απόρρητου ή εμπιστευτικού τους χαρακτήρα, υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Τα σημεία 75 έως 77 των παρουσών πρακτικών οδηγιών έχουν εφαρμογή mutatis mutandis στις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υποβάλλονται σε περίπτωση συνεκδικάσεως υποθέσεων. Επί των αιτήσεων για την υποβολή υπομνήματος απαντήσεως στην αναιρετική διαδικασία Κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εντός της προθεσμίας του άρθρου 143, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ο πρόεδρος μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να επιτρέψει την υποβολή υπομνήματος απαντήσεως αν αυτό είναι απαραίτητο για να δοθεί στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα να υποστηρίξει την άποψή του ή για να παρασχεθούν στοιχεία χρήσιμα για την απόφαση επί της αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή δεν πρέπει, πλην ιδιαιτέρων περιστάσεων, να υπερβαίνει τις 2 έως 3 σελίδες και πρέπει να περιορίζεται στη συνοπτική αναφορά των ειδικών λόγων για τους οποίους, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, είναι απαραίτητη η υποβολή υπομνήματος απαντήσεως. Η αίτηση πρέπει να είναι αφ’ εαυτής κατανοητή χωρίς να απαιτείται παραπομπή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ή στο υπόμνημα αντικρούσεως. Επί των αιτήσεων διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην αναιρετική διαδικασία Το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφασίσει να αποφανθεί επί της αναιρέσεως χωρίς προφορική διαδικασία, εκτός αν ένας από τους διαδίκους υποβάλει, εντός της προθεσμίας του άρθρου 146 του κανονισμού διαδικασίας, αίτημα να αναπτύξει προφορικώς τις παρατηρήσεις του. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να ακουστεί. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να προκύπτει από συγκεκριμένη εκτίμηση της χρησιμότητας διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως για τον αιτούντα διάδικο και να αναφέρει τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως ή της επιχειρηματολογίας τα οποία ο διάδικος αυτός θεωρεί απαραίτητο να αναπτύξει ή να αντικρούσει εκτενέστερα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Γενική αιτιολογία αναφερόμενη στη σημασία της υποθέσεως ή των υπό κρίση ζητημάτων δεν αρκεί. Επί των αιτήσεων παροχής του ευεργετήματος πενίας Για την υποβολή αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας είναι υποχρεωτική η χρησιμοποίηση του σχετικού εντύπου. Το έντυπο διατίθεται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στην ακόλουθη διεύθυνση: www.curia.europa.eu. Το έντυπο μπορεί να ζητηθεί επίσης από τη γραμματεία του Πρωτοδικείου [τηλ.: (352) 4303-3477], με αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ακόλουθη διεύθυνση CFI.Registry@curia.europa.eu, με μνεία του ονοματεπωνύμου και της διευθύνσεως του αιτούντος, ή με επιστολή στην ακόλουθη διεύθυνση: Greffe du Tribunal de première instance Rue du Fort Niedergrünewald L-2925 Luxembourg Αίτηση παροχής του ευεργετήματος πενίας υποβαλλόμενη κατ’ άλλον τρόπο πλην του ειδικού εντύπου δεν λαμβάνεται υπόψη· στην περίπτωση αυτή, ο γραμματέας αποστέλλει απάντηση με την οποία υπενθυμίζει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της χρησιμοποιήσεως του εντύπου, το οποίο και επισυνάπτει. Το πρωτότυπο της αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας υπογράφεται από τον αιτούντα ή από τον δικηγόρο του. Αν η αίτηση παροχής του ευεργετήματος πενίας υποβάλλεται από τον δικηγόρο του αιτούντος πριν από την κατάθεση της προσφυγής, πρέπει να συνοδεύεται από δικαιολογητικά πιστοποιούντα ότι ο δικηγόρος έχει ικανότητα παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους ή άλλου συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κράτους. Σκοπός του εντύπου είναι να παράσχει στο Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να μπορέσει να αποφανθεί επί της αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας. Πρόκειται:

για στοιχεία σχετικά με την οικονομική κατάσταση του αιτούντος και,

σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ακόμα η προσφυγή, για στοιχεία σχετικά με το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τη συναφή επιχειρηματολογία.

Ο αιτών υποχρεούται να προσκομίσει, μαζί με το έντυπο, και τα σχετικά δικαιολογητικά. Το έντυπο δεόντως συμπληρωμένο και τα δικαιολογητικά πρέπει να είναι αφ’ εαυτών κατανοητά χωρίς να απαιτείται παραπομπή σε τυχόν άλλα έγγραφα κατατεθέντα στο Πρωτοδικείο από τον αιτούντα. Με την επιφύλαξη της δυνατότητας του Πρωτοδικείου να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή την προσκόμιση προσθέτων εγγράφων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 64 του κανονισμού διαδικασίας, η αίτηση παροχής του ευεργετήματος πενίας δεν μπορεί να συμπληρωθεί με μεταγενέστερη κατάθεση προσθηκών· τέτοιες προσθήκες, κατατεθείσες χωρίς να έχουν ζητηθεί από το Πρωτοδικείο, επιστρέφονται. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να γίνουν μεταγενεστέρως δεκτά δικαιολογητικά αποδεικνύοντα την ένδεια του αιτούντος, εφόσον παρασχεθεί η δέουσα εξήγηση για την καθυστερημένη προσκόμισή τους. Δυνάμει του άρθρου 96, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, η υποβολή αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας αναστέλλει την προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής στην οποία αναφέρεται η αίτηση μέχρι την ημερομηνία κοινοποιήσεως της διατάξεως η οποία αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής ή, σε περίπτωση που δεν διοριστεί με τη διάταξη αυτή δικηγόρος προς εκπροσώπηση του ενδιαφερομένου, μέχρι την ημερομηνία επιδόσεως της διατάξεως περί διορισμού του δικηγόρου στον οποίο ανατίθεται η εκπροσώπηση του αιτούντος. Η αναστολή αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία καταθέσεως του εντύπου ή, σε περίπτωση αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας που υποβάλλεται χωρίς χρησιμοποίηση του εντύπου, από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι το έντυπο θα αποσταλεί εντός της προθεσμίας που τάσσει προς τούτο η γραμματεία με τη μνημονευόμενη ανωτέρω στο σημείο 85 επιστολή. Αν δεν αποσταλεί το έντυπο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αναστολή αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία καταθέσεως του εντύπου. Σε περίπτωση καταθέσεως του εντύπου με τηλεαντίγραφο ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το υπογεγραμμένο πρωτότυπο πρέπει να περιέλθει στη γραμματεία του Πρωτοδικείου το αργότερο δέκα ημέρες μετά την κατάθεση αυτή ώστε να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία καταθέσεως του τηλεαντιγράφου ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την αναστολή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής. Σε περίπτωση μη καταθέσεως του πρωτοτύπου εντός της δεκαήμερης αυτής προθεσμίας, η αναστολή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής αρχίζει από την ημερομηνία καταθέσεως του πρωτοτύπου. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και του προηγουμένως κατατεθέντος αντιγράφου, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικώς το υπογεγραμμένο πρωτότυπο, η δε ημερομηνία που ισχύει για την αναστολή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής είναι η ημερομηνία καταθέσεως του πρωτοτύπου αυτού. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Η προφορική διαδικασία συνίσταται:

στην υπενθύμιση, ενδεχομένως, κατά συστηματικότερο τρόπο της υποστηριζομένης θέσεως, με την υπογράμμιση των ουσιωδών ισχυρισμών που αναπτύχθηκαν γραπτώς,

στη διευκρίνιση, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ορισμένων επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και στην ενδεχόμενη παρουσίαση των νέων επιχειρημάτων που αντλούνται από πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας και δεν κατέστη δυνατόν, ως εκ τούτου, να εκτεθούν με τα γραπτά υπομνήματα,

στην απάντηση σε τυχόν ερωτήσεις του Πρωτοδικείου.

Σε κάθε σύμβουλο διαδίκου εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της προφορικής διαδικασίας όπως αυτός καθορίζεται στο προηγούμενο σημείο, κατά πόσον η αγόρευση είναι πράγματι χρήσιμη ή αν αρκεί η απλή παραπομπή στις γραπτές παρατηρήσεις ή στα υπομνήματα. Η προφορική διαδικασία μπορεί τότε να επικεντρωθεί στις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου. Οσάκις ο σύμβουλος κρίνει απαραίτητο να λάβει τον λόγο, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να περιοριστεί στην ανάπτυξη ορισμένων μόνο σημείων και να παραπέμψει στα υπομνήματα ως προς άλλα σημεία. Αν ένας διάδικος αποφασίσει να μην αγορεύσει, η σιωπή του ουδέποτε ερμηνεύεται ως αποδοχή της αγορεύσεως άλλου διαδίκου αν έχει ήδη αντικρούσει την εν λόγω επιχειρηματολογία στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας. Η σιωπή αυτή δεν εμποδίζει τον διάδικο αυτόν να απαντήσει στην αγόρευση του άλλου διαδίκου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει προτιμότερο να αρχίσει την προφορική διαδικασία με ερωτήσεις των μελών του προς τους συμβούλους των διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, οι σύμβουλοι παρακαλούνται να το λαμβάνουν υπόψη τους αν επιθυμούν να προβούν στη συνέχεια σε σύντομη αγόρευση. Για λόγους σαφήνειας και για την καλύτερη δυνατή κατανόηση των αγορεύσεων από τα μέλη του Πρωτοδικείου, η ελεύθερη αγόρευση βάσει σημειώσεων είναι γενικώς προτιμότερη από την ανάγνωση κειμένου. Παρακαλούνται επίσης οι σύμβουλοι των διαδίκων να απλουστεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, την εκ μέρους τους παρουσίαση της υποθέσεως. Μια σειρά συντόμων φράσεων είναι πάντοτε προτιμότερη από μια μακρά και περίπλοκη περίοδο λόγου. Εξάλλου, οι σύμβουλοι θα διευκόλυναν το Πρωτοδικείο προτάσσοντας, πριν από οποιαδήποτε ανάπτυξη, το διάγραμμα του περιεχομένου της αγορεύσεώς τους. Ωστόσο, σε περίπτωση γραπτής προετοιμασίας της αγορεύσεως, συνιστάται, για τη σύνταξη του κειμένου, να λαμβάνεται υπόψη ότι το κείμενο αυτό πρόκειται να παρουσιαστεί προφορικά και πρέπει, συνεπώς, να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στον προφορικό λόγο. Προς διευκόλυνση της διερμηνείας, οι εκπρόσωποι και δικηγόροι παρακαλούνται να αποστέλλουν εκ των προτέρων το τυχόν κείμενο ή γραπτό υπόθεμα των αγορεύσεών τους στη Διεύθυνση Διερμηνείας είτε με τηλεαντίγραφο [(352) 4303-3697] είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (interpret@curia.europa.eu). Το Πρωτοδικείο εγγυάται την εμπιστευτική μεταχείριση των διαβιβαζομένων σημειώσεων αγορεύσεων. Προς αποφυγήν οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, πρέπει να αναγράφεται το όνομα του διαδίκου. Οι σημειώσεις αγορεύσεων δεν κατατίθενται στον φάκελο της υποθέσεως. Υπενθυμίζεται στους συμβούλους ότι, αναλόγως των περιπτώσεων, ορισμένα μέλη του Πρωτοδικείου παρακολουθούν την αγόρευση στη γλώσσα στην οποία γίνεται ενώ άλλα μέλη την ακούν μέσω ταυτόχρονης διερμηνείας. Συνιστάται θερμά στους συμβούλους, για την καλύτερη διεξαγωγή των δικών και τη διατήρηση του ποιοτικού επιπέδου της ταυτόχρονης διερμηνείας, να ομιλούν αργά και κοντά στο μικρόφωνο. Οσάκις οι σύμβουλοι προτίθενται να παραθέσουν κατά λέξη χωρία ορισμένων κειμένων ή εγγράφων, ιδίως χωρία που δεν μνημονεύονται στη δικογραφία, χρήσιμο είναι να τα επισημαίνουν στους διερμηνείς πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ομοίως, είναι ίσως χρήσιμο να τους επισημαίνουν τους τυχόν δυσκολομετάφραστους όρους. Δεδομένου ότι οι αίθουσες συνεδριάσεων του Πρωτοδικείου είναι εξοπλισμένες με αυτόματο μικροφωνικό σύστημα, οι σύμβουλοι παρακαλούνται να πιέζουν το κουμπί του μικροφώνου για να το θέσουν σε λειτουργία και να περιμένουν να ανάψει η φωτεινή ένδειξη προτού αρχίσουν να ομιλούν. Πρέπει να αποφεύγουν να πιέζουν το κουμπί ενόσω ένας δικαστής ή άλλο άτομο έχει τον λόγο, ούτως ώστε να μη διακοπεί η λειτουργία του μικροφώνου του. Η διάρκεια των αγορεύσεων μπορεί να ποικίλλει αναλόγως της πολυπλοκότητας της υποθέσεως και της υπάρξεως ή μη νέων πραγματικών στοιχείων. Οι δικηγόροι και εκπρόσωποι των κύριων διαδίκων παρακαλούνται να περιορίζουν τη διάρκεια των αγορεύσεών τους στα 15 περίπου λεπτά για κάθε διάδικο, οι δε δικηγόροι και εκπρόσωποι των παρεμβαινόντων στα 10 λεπτά, εκτός εάν η γραμματεία τούς έχει κάνει διαφορετική υπόδειξη. Ο περιορισμός αυτός αφορά μόνον την αγόρευση αυτή καθαυτήν και δεν συμπεριλαμβάνει τον χρόνο των απαντήσεων στις ερωτήσεις που τίθενται κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Αν το απαιτούν οι περιστάσεις, αίτηση παρεκκλίσεως από τη συνήθη αυτή διάρκεια, δεόντως αιτιολογημένη και διευκρινίζουσα τον χρόνο ομιλίας που κρίνεται αναγκαίος, μπορεί να υποβληθεί στη γραμματεία τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες (ή και αργότερα, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις δεόντως αιτιολογούμενες) πριν από την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Οι σύμβουλοι ενημερώνονται για τον χρόνο ομιλίας που θα έχουν στη διάθεσή τους αν έχουν υποβάλει τέτοια αίτηση. Οσάκις ένας διάδικος εκπροσωπείται από πλείονες συμβούλους, καταρχήν μόνο δύο το πολύ από αυτούς μπορούν να αγορεύσουν, ο συνολικός δε χρόνος των προφορικών παρεμβάσεών τους δεν πρέπει να υπερβαίνει τους ανωτέρω χρόνους ομιλίας. Ωστόσο, οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των δικαστών και οι απαντήσεις προς τους λοιπούς συμβούλους μπορούν να δοθούν από συμβούλους άλλους πλην εκείνων οι οποίοι αγόρευσαν. Οσάκις πλείονες διάδικοι προτίθενται να υποστηρίξουν την ίδια άποψη ενώπιον του Πρωτοδικείου (ιδίως σε περίπτωση παρεμβάσεως ή συνεκδικαζομένων υποθέσεων), οι σύμβουλοί τους παρακαλούνται να συνεννοούνται πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη στις αγορεύσεις τους. Η έκθεση ακροατηρίου, την οποία καταρτίζει ο εισηγητής δικαστής, αποτελεί αντικειμενική συνοπτική παρουσίαση της διαφοράς η οποία δεν επαναλαμβάνει όλες τις πτυχές της επιχειρηματολογίας των διαδίκων· σκοπός της είναι, αφενός, να επιτρέψει στους διαδίκους να ελέγξουν ότι οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματά τους κατανοήθηκαν ορθώς και, αφετέρου, να διευκολύνει τη μελέτη των φακέλων από τους λοιπούς δικαστές του δικαστικού σχηματισμού. Το Πρωτοδικείο καταβάλλει προσπάθεια ώστε η έκθεση ακροατηρίου να περιέρχεται στους συμβούλους των διαδίκων τρεις εβδομάδες πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η έκθεση ακροατηρίου χρησιμεύει αποκλειστικά στην προετοιμασία της συνεδριάσεως της προφορικής διαδικασίας. Αν η έκθεση ακροατηρίου περιέχει πραγματικά λάθη, οι σύμβουλοι παρακαλούνται να ενημερώνουν σχετικά τη γραμματεία εγγράφως πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ομοίως, όταν η έκθεση ακροατηρίου δεν εκφράζει ορθώς την ουσία της επιχειρηματολογίας ενός διαδίκου, ο σύμβουλοι μπορούν να προτείνουν τις τροποποιήσεις που θεωρούν ενδεδειγμένες. Αν οι σύμβουλοι υποβάλουν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προφορικές παρατηρήσεις επί της εκθέσεως ακροατηρίου, οι παρατηρήσεις αυτές καταγράφονται στα πρακτικά από τον γραμματέα ή από τον ασκούντα καθήκοντα γραμματέα. Οι σύμβουλοι παρακαλούνται, όταν παραθέτουν μια απόφαση του Δικαστηρίου, του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, να αναφέρουν όλα τα στοιχεία της, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος των διαδίκων, και να διευκρινίζουν, εν ανάγκη, τον αριθμό της σελίδας της Συλλογής όπου βρίσκεται το συγκεκριμένο χωρίο. Το Πρωτοδικείο δεν δέχεται έγγραφα προσκομιζόμενα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον αφού ακούσει επ’ αυτού τους διαδίκους. Οι αιτήσεις χρησιμοποιήσεως ορισμένων τεχνικών μέσων παρουσιάσεως πρέπει να υποβάλλονται εγκαίρως. Οι λεπτομερείς όροι χρησιμοποιήσεως τέτοιων μέσων πρέπει να συμφωνούνται με τον γραμματέα, ώστε να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι τεχνικής ή πρακτικής φύσεως περιορισμοί. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΟΥΣΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ Οι παρούσες πρακτικές οδηγίες καταργούν και αντικαθιστούν τις πρακτικές οδηγίες στους διαδίκους της 14ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 87 της 4.4.2002, σ. 48), καθώς και τον Οδηγό προς τους εκπροσώπους των διαδίκων για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Οι παρούσες πρακτικές οδηγίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Τίθενται σε ισχύ την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς τους. Λουξεμβούργο, 5 Ιουλίου 2007. Ο Γραμματέας E. Coulon Ο Πρόεδρος B. Vesterdorf

Versions

  1. 2007-07-05