Οδηγία (ΕΕ) 2025/2 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2024 για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ όσον αφορά την αναλογικότητα, την ποιότητα της εποπτείας, την υποβολή εκθέσεων, τα μέτρα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων, τα μακροπροληπτικά εργαλεία, τους κινδύνους βιωσιμότητας, την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου και τη διασυνοριακή εποπτεία, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ και 2013/34/ΕΕ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Grade B
mapped from publisher markup. A grade says how a document's structure was obtained, not how reliable the law is.
Address https://gelex.eu/eli/EU/directive/2025/2@2024-11-27/el
Contents
- Preamble
- Άρθρο 1 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ
- 1) iv)
- 2) α)
- 3) α)
- α)
- 5) α)
- i)
- ii)
- 6) θ)
- 7) στ)
- 9) α)
- 11)
- 12)
- 5. α)
- 13)
- Άρθρο 29α Κριτήρια προσδιορισμού των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων
- 1. α)
- i)
- ii)
- iii)
- iv)
- v)
- vi)
- vii)
- viii)
- ix)
- 3. α)
- Άρθρο 29β Διαδικασία ταξινόμησης για τις επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια
- 2. α)
- 3. α)
- Άρθρο 29γ Χρήση μέτρων αναλογικότητας από επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις
- 2. α)
- Άρθρο 29δ Χρήση μέτρων αναλογικότητας από επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις
- 1. α)
- Άρθρο 29ε Παρακολούθηση της χρήσης μέτρων αναλογικότητας
- 15) α)
- 5α. α)
- 9. α)
- 12. α)
- 16)
- Άρθρο 35α Εξαιρέσεις και περιορισμοί που αποφασίζονται από τις εποπτικές αρχές ως προς την υποβολή ποσοτικής τακτικής εποπτικής αναφοράς
- 1. α)
- 2. α)
- 3. α)
- i)
- ii)
- 4. α)
- 5. α)
- 6. α)
- Άρθρο 35β Προθεσμίες υποβολής εκθέσεων
- 17) α)
- 18) α)
- ε)
- 20) α)
- 2α. α)
- 21)
- 22) α)
- i)
- ii)
- 1)
- pt_1 i)
- 2) γ)
- 2γ. α)
- 23) α)
- δ)
- ε)
- στ)
- 1α. α)
- 2α. α)
- 5. α)
- i)
- ii)
- 24)
- Άρθρο 45α Ανάλυση σεναρίων για την κλιματική αλλαγή
- 2. α)
- 25)
- Άρθρο 51 Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα
- 1α. α)
- 1β. α)
- i)
- ii)
- iii)
- iv)
- v)
- vi)
- 1γ. α)
- 3. α)
- 4. α)
- 8. α)
- 26)
- Άρθρο 51α Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: απαιτήσεις λογιστικού ελέγχου
- 27) α)
- ε)
- στ)
- 28)
- 30) α)
- 36) α)
- 37)
- 38) α)
- 39)
- Άρθρο 77α Παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου
- 1. α)
- 2. α)
- 41) α)
- 1. α)
- 1γ. α)
- 3. α)
- 4. α)
- 42) α)
- i)
- ii)
- iii)
- 44) α)
- i)
- ii)
- i)
- ii)
- iii)
- iv)
- iii)
- 1α. α)
- i)
- ii)
- 2. α)
- i)
- ii)
- 46)
- 47)
- 48)
- Άρθρο 105α Μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές
- 1. α)
- 5. α)
- 49)
- 50)
- Άρθρο 109 Απλουστεύσεις στην τυποποιημένη μέθοδο
- 1. α)
- 51) α)
- i)
- ii)
- 3. i)
- 52)
- 53)
- 5. α)
- i)
- ii)
- 54) α)
- 56)
- Άρθρο 136α Επιδείνωση της κατάστασης φερεγγυότητας
- 2. α)
- 57) α)
- 58)
- Άρθρο 139 Μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις
- 59)
- Άρθρο 141 Εποπτικές εξουσίες σε περίπτωση επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης
- 60)
- 61) ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIα Μακροπροληπτικά εργαλεία
- Άρθρο 144α Διαχείριση κινδύνου ρευστότητας
- Άρθρο 144β Εποπτικές εξουσίες για την αποκατάσταση ευπαθειών ρευστότητας σε εξαιρετικές περιστάσεις
- 3. α)
- 8. α)
- Άρθρο 144γ Εποπτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής θέσης των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα
- 2. α)
- Άρθρο 144δ Εφαρμογή πρόσθετων μακροπροληπτικών εργαλείων
- 1. α)
- 62) α)
- γ)
- 63)
- Άρθρο 149 Μεταβολές στη φύση των κινδύνων ή στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις
- 64) Ειδοποίηση, σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες και πλατφόρμες συνεργασίας.
- 65)
- 66)
- Άρθρο 152αα Σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες
- 1. α)
- Άρθρο 152αβ Ενισχυμένη εποπτική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες
- 1. α)
- 2. α)
- 67) α)
- 68)
- Άρθρο 153 Χρονοδιάγραμμα και γλώσσα των αιτημάτων παροχής πληροφοριών
- 69) α)
- i)
- ii)
- iii)
- i)
- ii)
- iii)
- iv)
- i)
- ii)
- iii)
- iv)
- v)
- vi)
- v)
- 4. α)
- 70) α)
- 2. α)
- 71)
- Άρθρο 213α Χρήση μέτρων αναλογικότητας σε επίπεδο ομίλου
- 1. α)
- i)
- ii)
- iii)
- 4. α)
- 6. α)
- Άρθρο 213β Εμπόδια στην εποπτεία ομίλου
- 1. α)
- i)
- ii)
- iii)
- 72) α)
- α)
- β)
- γ)
- 6. α)
- 73) α)
- 74) α)
- δ)
- 75) α)
- 76) α) Ενδιάμεσες εταιρείες χαρτοφυλακίου
- 78)
- Άρθρο 228 Μεταχείριση συγκεκριμένων συνδεδεμένων επιχειρήσεων από άλλους χρηματοοικονομικούς τομείς
- 1. α)
- 2. α)
- 3. α)
- i)
- ii)
- 80)
- Άρθρο 229α Απλουστευμένοι υπολογισμοί
- 81) α)
- 1. α)
- i)
- ii)
- 83) α)
- β)
- i)
- ii)
- 84)
- Άρθρο 233α Συνδυασμός των μεθόδων 1 και 2
- 1. α)
- i)
- ii)
- iii)
- Άρθρο 233β Μακροπρόθεσμες μετοχές σε επίπεδο ομίλου
- α)
- β)
- 85)
- Άρθρο 234 Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τις τεχνικές αρχές και μεθόδους των άρθρων 220 έως 229, για την απλουστευμένη προσέγγιση του άρθρου 229α και για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 233α
- α)
- β)
- γ)
- 87) α)
- 88) α)
- 89) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙα Μακροπροληπτικοί κανόνες σε επίπεδο ομίλου
- Άρθρο 246α Διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας σε επίπεδο ομίλου
- Άρθρο 246β Άλλοι μακροπροληπτικοί κανόνες
- 91)
- 92) α)
- β)
- 93)
- Άρθρο 256β Τακτική εποπτική αναφορά ομίλου
- 2. α)
- Άρθρο 256γ Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: Απαίτηση ελέγχου
- 94)
- Άρθρο 257 Απαιτήσεις ικανότητας και ήθους για τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά μια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή ασκούν άλλα καίρια καθήκοντα
- 95) α)
- 2β. α)
- 96) α)
- 1. α)
- 2. α)
- 3. α)
- 97)
- 99) α)
- α)
- γ)
- 100) α)
- i)
- ii)
- 101)
- 102)
- Άρθρο 304γ Έκθεση όσον αφορά τον κίνδυνο βιωσιμότητας
- Άρθρο 304δ Επανεξέταση όσον αφορά τον διαχωρισμό δραστηριοτήτων του κλάδου ζωής και του κλάδου ζημιών και τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας
- Άρθρο 304ε Παράταση των προθεσμιών σε εξαιρετικές περιστάσεις
- 2. α)
- 105) α)
- 106) α)
- 1α. α)
- γ)
- 107) α)
- 1α. α)
- γ)
- 109)
- Άρθρο 2 Τροποποίηση της οδηγίας 2013/34/ΕΕ
- 6. α)
- Άρθρο 3 Τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ
- 3. α)
- Άρθρο 4 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
- Άρθρο 5 Έναρξη ισχύος
- Άρθρο 6 Αποδέκτες
- ANNEX
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1 και τα άρθρα 62 και 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου έχει θεσπίσει κανόνες προληπτικής εποπτείας για τον ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό τομέα που βασίζονται περισσότερο στον κίνδυνο και είναι πιο εναρμονισμένοι. Ορισμένες από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας υπόκεινται σε ρήτρες επανεξέτασης. Η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας έχει συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης και έχει καταστήσει τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πιο ανθεκτικές σε διάφορους κινδύνους. Καίτοι ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη, η εν λόγω οδηγία δεν αντιμετωπίζει όλες τις εντοπισθείσες αδυναμίες που επηρεάζουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
(2) Η πανδημία της COVID-19 έχει προκαλέσει τεράστια κοινωνικοοικονομική ζημία και έχει καταστήσει επιτακτική την ανάγκη για βιώσιμη, δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς ανάκαμψη της οικονομίας της Ένωσης. Ομοίως, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη. Η εξέλιξη αυτή έχει προσδώσει ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα στις εργασίες σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την εδραίωση μιας οικονομίας στην υπηρεσία των ανθρώπων και την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ο ασφαλιστικός και αντασφαλιστικός τομέας μπορεί να παρέχει ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και μπορεί να καταστήσει την οικονομία ανθεκτικότερη παρέχοντας προστασία έναντι ευρέος φάσματος κινδύνων. Με αυτόν τον διττό ρόλο, ο τομέας διαθέτει σημαντικές δυνατότητες συμβολής στην επίτευξη των προτεραιοτήτων της Ένωσης.
(3) Όπως υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Σεπτεμβρίου 2020 με τίτλο Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις, η παροχή κινήτρων στους θεσμικούς επενδυτές, ιδίως στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, για την υλοποίηση πιο μακροπρόθεσμων επενδύσεων θα έχει καθοριστική σημασία για τη στήριξη της επανεξισορρόπησης στον τομέα των επιχειρήσεων. Για να διευκολυνθεί η συνεισφορά των ασφαλιστών στη χρηματοδότηση της οικονομικής ανάκαμψης της Ένωσης, το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να προσαρμοστεί, ώστε να λαμβάνεται καλύτερα υπόψη ο μακροπρόθεσμος χαρακτήρας των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας βάσει της τυποποιημένης μεθόδου, θα πρέπει να διευκολύνεται η δυνατότητα χρήσης ευνοϊκότερης τυπικής παραμέτρου για μετοχικές επενδύσεις που κατέχονται με μακροπρόθεσμη προοπτική, υπό την προϋπόθεση ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται με άρτια και αξιόπιστα κριτήρια, τα οποία διαφυλάσσουν την προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να αποσκοπούν στην διασφάλιση της δυνατότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αποφεύγουν την αναγκαστική πώληση μετοχών που προορίζονται να κατέχονται μακροπρόθεσμα, μεταξύ άλλων υπό ακραίες συνθήκες αγοράς. Δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν ευρύ φάσμα εργαλείων διαχείρισης κινδύνου για την αποφυγή τέτοιων αναγκαστικών πωλήσεων, τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να αναγνωρίζουν αυτήν την ποικιλία και να μην απαιτούν τη νομική ή συμβατική οριοθέτηση των μακροπρόθεσμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μπορούν να επωφεληθούν από την ευνοϊκότερη τυπική παράμετρο για επενδύσεις σε μετοχές. Επιπροσθέτως, η διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να δεσμεύεται για μια ελάχιστη περίοδο διακράτησης των μετοχών στις οποίες επενδύει η επιχείρηση μέσω γραπτών ασφαλιστηρίων συμβολαίων και να αποδεικνύει την ικανότητα της επιχείρησης να διατηρεί τις εν λόγω μετοχές κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου διακράτησης.
(4) Χάρη στις προσαρμογές που λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τον μακροπρόθεσμο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων ασφάλισης, ενδέχεται να αυξηθεί το ελεύθερα διαθέσιμο κεφάλαιο ως αποτέλεσμα της μείωσης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο να μην κατευθύνουν το αποδεσμευμένο κεφάλαιο προς διανομές μετοχών ή πριμ διαχείρισης, αλλά θα πρέπει να προσπαθούν να κατευθύνουν το αποδεσμευμένο κεφάλαιο προς παραγωγικές επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, προκειμένου να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη και τους ευρύτερους στόχους πολιτικής της Ένωσης.
(5) Ασφαλιστές και αντασφαλιστές έχουν την ελευθερία να επενδύουν οπουδήποτε στον κόσμο, χωρίς να περιορίζονται στην Ένωση. Οι επενδύσεις σε τρίτες χώρες μπορούν επίσης να συμβάλουν στις γενικές πολιτικές αναπτυξιακής βοήθειας της Ένωσης ή των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επενδυτική πολιτική τους αντικατοπτρίζει τους στόχους του επικαιροποιημένου ενωσιακού καταλόγου μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου.
(6) Στην ανακοίνωσή της της 11ης Δεκεμβρίου 2019 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να ενσωματώσει καλύτερα στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης τη διαχείριση των κινδύνων για το κλίμα και το περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αποτελεί τη νέα αναπτυξιακή στρατηγική της Ένωσης, η οποία αποσκοπεί στον μετασχηματισμό της Ένωσης σε μια οικονομία σύγχρονη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και ανταγωνιστική, στην οποία έως το 2050 θα έχουν μηδενιστεί οι καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Θα συμβάλει στην επίτευξη του στόχου της οικοδόμησης μιας οικονομίας στην υπηρεσία των πολιτών, ενισχύοντας την κοινωνική οικονομία της αγοράς της Ένωσης, βοηθώντας να διασφαλιστεί ότι θα είναι έτοιμη για το μέλλον και ότι θα προσφέρει σταθερότητα, απασχόληση, ανάπτυξη και επενδύσεις. Στην πρότασή της της 4ης Μαρτίου 2020 για ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να καταστεί δεσμευτικός ο στόχος για κλιματική ουδετερότητα και ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή στην Ένωση έως το 2050. Η εν λόγω πρόταση εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο και άρχισε να ισχύει στις 29 Ιουλίου 2021. Η φιλοδοξία της Επιτροπής να διασφαλίσει τον παγκόσμιο ηγετικό ρόλο της Ένωσης στην πορεία προς το 2050 επαναλαμβάνεται στην έκθεση στρατηγικών προβλέψεων 2021, στην οποία η οικοδόμηση ανθεκτικών οικονομικών και χρηματοοικονομικών συστημάτων, ικανών να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του μέλλοντος, προσδιορίζεται ως στρατηγικός τομέας δράσης.
(7) Το πλαίσιο βιώσιμης χρηματοδότησης της ΕΕ θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και οι κανονιστικές διατάξεις για το περιβάλλον θα πρέπει να συμπληρωθούν από ένα πλαίσιο βιώσιμης χρηματοδότησης το οποίο θα διοχετεύει τη χρηματοδότηση σε επενδύσεις που μειώνουν την έκθεση στους κινδύνους για το κλίμα και το περιβάλλον. Στην ανακοίνωσή της της 6ης Ιουλίου 2021 με τίτλο Στρατηγική χρηματοδότησης της μετάβασης προς τη βιώσιμη οικονομία, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να προτείνει τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ για τη συνεπή ενσωμάτωση των κινδύνων για τη βιωσιμότητα στη διαχείριση κινδύνων από τους ασφαλιστές, απαιτώντας από τους ασφαλιστές ανάλυση σεναρίων για την κλιματική αλλαγή.
(8) Πρόσφατα προτάθηκαν και εκδόθηκαν διάφορες νομοθετικές πράξεις για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας οι οποίες συμβάλλουν στη βιωσιμότητα, ιδίως σε σχέση με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας, συμπεριλαμβανομένων του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2464 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και μιας οδηγίας σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την εταιρική βιωσιμότητα και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937, τα οποία επηρεάζουν όλα τον ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό τομέα.
(9) Η περαιτέρω ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ασφαλίσεων της Ένωσης αποτελεί βασικό στόχο της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας. Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ασφαλίσεων αυξάνει τον ανταγωνισμό και τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικών προϊόντων σε όλα τα κράτη μέλη προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Οι αδυναμίες των ασφαλίσεων στην εσωτερική αγορά ασφαλίσεων της Ένωσης μετά την εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ τονίζουν την ανάγκη για μεγαλύτερη συνοχή και σύγκλιση της εποπτείας σε ολόκληρη την Ένωση. Η εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στο πλαίσιο της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και του δικαιώματος εγκατάστασης θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω, χωρίς να υπονομεύεται ο στόχος της περαιτέρω ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ασφαλίσεων, ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής προστασία των καταναλωτών και να διαφυλάσσεται ο θεμιτός ανταγωνισμός σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά.
(10) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ εξαιρεί ορισμένες επιχειρήσεις από το πεδίο εφαρμογής της, λόγω του μεγέθους τους. Μετά τα πρώτα έτη εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν εφαρμόζεται αδικαιολόγητα σε επιχειρήσεις μειωμένου μεγέθους, είναι σκόπιμο να επανεξεταστούν οι εν λόγω εξαιρέσεις με την αύξηση αυτών των ορίων, ώστε να μην υπόκεινται στην εν λόγω οδηγία μικρές επιχειρήσεις που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Όπως συμβαίνει ήδη με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από αυτά τα αυξημένα όρια θα πρέπει να έχουν την επιλογή να διατηρούν ή να ζητούν άδεια βάσει της εν λόγω οδηγίας, ώστε να επωφελούνται από την ενιαία άδεια που προβλέπεται σε αυτήν, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σε διατάξεις που είναι παρόμοιες ή πανομοιότυπες με εκείνες που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.
(11) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητα βοήθειας, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας. Σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση, η βοήθεια πρέπει να συνδέεται με ατύχημα ή βλάβη οδικού οχήματος που συμβαίνει στο έδαφος του κράτους μέλους της παρέχουσας την κάλυψη επιχείρησης. Η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε να συνεπάγεται ότι η απαίτηση χορήγησης άδειας ασφαλιστή εφαρμόζεται στους παρέχοντες βοήθεια σε οδικά οχήματα σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης που συμβαίνει σε διασυνοριακό επίπεδο και θα μπορούσε να διακόψει αδικαιολόγητα τη βοήθεια. Για τον λόγο αυτόν, είναι σκόπιμο να επανεξεταστεί η προϋπόθεση αυτή. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να επεκταθεί σε ατυχήματα ή βλάβες οδικού οχήματος που θα μπορούσαν να συμβούν περιστασιακά σε γειτονική χώρα του κράτους μέλους της επιχείρησης που παρέχει την κάλυψη.
(12) Οι πληροφορίες σχετικά με τυχόν αιτήσεις χορήγησης άδειας για την ανάληψη επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ένα κράτος μέλος και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των εν λόγω αιτήσεων θα μπορούσαν να παρέχουν ουσιώδεις πληροφορίες για την αξιολόγηση των αιτήσεων σε άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η οικεία εποπτική αρχή θα πρέπει να ενημερώνεται από τον αιτούντα σχετικά με προηγούμενες απορρίψεις ή ανακλήσεις αιτήσεων άδειας σε άλλο κράτος μέλος.
(13) Πριν από τη χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική επιχείρηση επιχείρησης εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος ή που θα τελεί υπό τον έλεγχο του ίδιου νομικού ή φυσικού προσώπου με άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια θα πρέπει να διαβουλεύεται με τις εποπτικές αρχές των εκάστοτε ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Λαμβανομένων υπόψη των αυξημένων δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών ομίλων στα διάφορα κράτη μέλη, είναι αναγκαία η προώθηση της συγκλίνουσας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών, ιδίως πριν από τη χορήγηση αδειών. Επομένως, όταν πρέπει να ζητηθεί η γνώμη περισσότερων εποπτικών αρχών, κάθε ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία χορήγησης άδειας μελλοντικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου κοινή αξιολόγηση της αίτησης για τη χορήγηση άδειας. Η απόφαση για τη χορήγηση της άδειας παραμένει στην αρμοδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής στο οποίο η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ζητεί τη χορήγηση άδειας. Ωστόσο, κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα της κοινής αξιολόγησης.
(14) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Για τη διευκόλυνση της αναλογικής εφαρμογής της οδηγίας σε επιχειρήσεις μικρότερες και λιγότερο πολύπλοκες από τη μέση επιχείρηση, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υπόκεινται σε δυσανάλογα επαχθείς απαιτήσεις, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν κριτήρια βάσει κινδύνου που επιτρέπουν τον προσδιορισμό τους.
(15) Οι επιχειρήσεις που συμμορφώνονται με τα κριτήρια βάσει κινδύνου θα πρέπει να μπορούν να ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις σύμφωνα με μια απλή διαδικασία κοινοποίησης. Εάν, εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος μετά την εν λόγω κοινοποίηση, η εποπτική αρχή δεν αντιταχθεί στην ταξινόμηση για δεόντως αιτιολογημένους λόγους που συνδέονται με την αξιολόγηση των σχετικών κριτηρίων, η εν λόγω επιχείρηση θα πρέπει να θεωρείται μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση. Μετά την ταξινόμησή της ως μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης, καταρχήν, η επιχείρηση θα πρέπει να επωφελείται αυτομάτως από προσδιορισμένα μέτρα αναλογικότητας όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων, τη δημοσιοποίηση, τη διακυβέρνηση, την αναθεώρηση γραπτώς τεκμηριωμένων πολιτικών, τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, την εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας και τα σχέδια διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.
(16) Κατά παρέκκλιση από το αυτόματο όφελος που αποκομίζεται από τα μέτρα αναλογικότητας, όταν οι εποπτικές αρχές έχουν σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά το προφίλ κινδύνου μιας μεμονωμένης μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης, θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να μην χρησιμοποιεί ένα ή περισσότερα μέτρα αναλογικότητας. Η εξουσία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται πλέον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όταν υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης, όταν το προφίλ κινδύνου μιας επιχείρησης μεταβάλλεται ουσιωδώς ή όταν το σύστημα διακυβέρνησης μιας επιχείρησης είναι αναποτελεσματικό.
(17) Είναι σκόπιμο τα μέτρα αναλογικότητας να είναι επίσης διαθέσιμα σε επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, αλλά για τις οποίες ορισμένες από τις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι υπερβολικά δαπανηρές και πολύπλοκες, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που ενέχει η επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα χρήσης μέτρων αναλογικότητας βάσει κατά περίπτωση ανάλυσης και κατόπιν προηγούμενης έγκρισης από τις εποπτικές αρχές τους.
(18) Η ορθή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έχει καίρια σημασία για την αποφυγή υπερβολικής επιβάρυνσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτόν, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις στις εποπτικές αρχές τους μόνο όταν υπάρχει αλλαγή στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων αναλογικότητας που εφαρμόζουν.
(19) Οι εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες καλύπτουν μόνο κινδύνους που συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκουν παρουσιάζουν ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό ορισμένων απαιτήσεων, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας, τις δημοσιοποιήσεις και τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις της Επιτροπής για την περαιτέρω εξειδίκευση των κανόνων σχετικά με τις εν λόγω απαιτήσεις. Επιπλέον, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από τα μέτρα αναλογικότητας, όταν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
(20) Είναι σημαντικό οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διατηρούν υγιή χρηματοοικονομική θέση. Για τον σκοπό αυτόν, η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει την άσκηση χρηματοοικονομικής εποπτείας ως προς την κατάσταση φερεγγυότητας μιας επιχείρησης, τη σύσταση τεχνικών προβλέψεων, τα στοιχεία του ενεργητικού της και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά της. Ωστόσο, το σύστημα διακυβέρνησης μιας επιχείρησης αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για την διασφάλιση της διατήρησης της οικονομικής ευρωστίας της επιχείρησης. Για τον σκοπό αυτόν, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να υποχρεούνται να προβαίνουν σε τακτικές επανεξετάσεις του συστήματος διακυβέρνησης στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(21) Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν από κάθε εποπτευόμενη ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση και τους ομίλους τους, τουλάχιστον ανά τριετία, τακτική περιγραφική έκθεση με πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τις επιδόσεις, το σύστημα διακυβέρνησης, το προφίλ κινδύνου, τη διαχείριση των κεφαλαίων και άλλες σχετικές πληροφορίες για τους σκοπούς της φερεγγυότητας. Για λόγους απλούστευσης της εν λόγω απαίτησης υποβολής εκθέσεων για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς ομίλους, θα πρέπει να είναι δυνατή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η υποβολή των πληροφοριών της τακτικής εποπτικής αναφοράς σχετικά με τον όμιλο και τις θυγατρικές του με συγκεντρωτικό τρόπο για ολόκληρο τον όμιλο.
(22) Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι δίνεται προτεραιότητα στις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις όταν οι εποπτικές αρχές χορηγούν εξαιρέσεις και περιορισμούς ως προς την υποβολή εκθέσεων. Για το συγκεκριμένο είδος οντότητας, η διαδικασία κοινοποίησης που εφαρμόζεται για την ταξινόμησή της ως μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι υπάρχει αρκετή βεβαιότητα όσον αφορά τη χρήση εξαιρέσεων και περιορισμών ως προς την υποβολή εκθέσεων.
(23) Οι προθεσμίες υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης θα πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια στην οδηγία 2009/138/ΕΚ. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι εξαιρετικές περιστάσεις, όπως καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα της υγείας, φυσικές καταστροφές και άλλα ακραία συμβάντα, θα μπορούσαν να καταστήσουν αδύνατες την υποβολή τέτοιων εκθέσεων και τις δημοσιοποιήσεις από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντός των καθορισμένων προθεσμιών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να παρατείνει τις προθεσμίες υπό αυτές τις περιστάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ), η οποία συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(24) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει ότι οι εποπτικές αρχές πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον κάθε νέο πρόσωπο που έχει ορισθεί για να αναλάβει τη διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή για να ασκήσει βασικά καθήκοντα πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους. Ωστόσο, τα πρόσωπα που διοικούν την επιχείρηση ή ασκούν βασικά καθήκοντα θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους σε συνεχή βάση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα, όπως, κατά περίπτωση, να απομακρύνουν το οικείο πρόσωπο από τη σχετική θέση.
(25) Δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές δραστηριότητες θα μπορούσαν να ενεργοποιούν ή να αυξάνουν τους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ενσωματώνουν μακροπροληπτικές παραμέτρους και ανάλυση στις οικείες δραστηριότητες ασφάλισης, επενδυτικές δραστηριότητες και δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνων. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση της πιθανής συμπεριφοράς άλλων συμμετεχόντων στην αγορά, μακροοικονομικών κινδύνων, όπως σημείων κάμψης στον πιστωτικό κύκλο ή μειωμένης ρευστότητας στην αγορά, ή υπερβολικών συγκεντρώσεων σε επίπεδο αγοράς σε ορισμένα είδη στοιχείων ενεργητικού, αντισυμβαλλομένων ή τομέων.
(26) Όταν ζητείται από την εθνική εποπτική αρχή, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να συνεκτιμούν κάθε σχετική μακροπροληπτική πληροφορία που παρέχεται από τις εποπτικές αρχές στο πλαίσιο της εκτίμησης ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας που διενεργούν. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των εν λόγω πρόσθετων μακροπροληπτικών απαιτήσεων, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία να προσδιορίζουν τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι εποπτικές αρχές κατά τον προσδιορισμό των επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζεται το μέτρο. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αναλύουν τα αποτελέσματα της εκτίμησης ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις οποίες ζητείται να λαμβάνουν υπόψη μακροπροληπτικές παραμέτρους εντός της δικαιοδοσίας τους, να τις συγκεντρώνουν και να παρέχουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις μελλοντικές τους εκτιμήσεις ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας, ιδίως όσον αφορά τους μακροπροληπτικούς κινδύνους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, όταν αναθέτουν μακροπροληπτική εντολή σε αρχή ή φορέα, τα αποτελέσματα και οι διαπιστώσεις των μακροπροληπτικών αξιολογήσεων από τις εποπτικές αρχές κοινοποιούνται στην εν λόγω αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.
(27) Σε ευθυγράμμιση με τις βασικές ασφαλιστικές αρχές που εκδόθηκαν από τη Διεθνή Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών το 2011, οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να αναλύουν τις εξελίξεις στην αγορά και τις χρηματοοικονομικές εξελίξεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές αγορές και θα πρέπει να χρησιμοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες κατά την εποπτεία μεμονωμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που προέρχονται και τα στοιχεία που αντλούνται από άλλες εποπτικές αρχές.
(28) Οι φορείς ή αρχές με μακροπροληπτική εντολή είναι αρμόδιες για τη μακροπροληπτική πολιτική για την εθνική ασφαλιστική και αντασφαλιστική αγορά τους. Η μακροπροληπτική πολιτική μπορεί να ασκείται από την εποπτική αρχή ή από άλλη αρχή ή φορέα που έχει επιφορτιστεί με το εν λόγω καθήκον.
(29) Ο άρτιος συντονισμός μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρμόδιων φορέων και αρχών με μακροπροληπτική εντολή είναι σημαντικός για τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την ανάλυση πιθανών κινδύνων για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και για τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην αποτελεσματική και κατάλληλη αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων. Η συνεργασία μεταξύ των αρχών θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στην αποφυγή κάθε μορφής αλληλεπικαλυπτόμενων ή ασυνεπών ενεργειών.
(30) Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και των φορολογικών αρχών δεν θα πρέπει να παρεμποδίζεται. Οι ανταλλαγές αυτές θα πρέπει να συνάδουν με το εθνικό δίκαιο και, σε περίπτωση που οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συμφωνία της οικείας αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται.
(31) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ επιβάλλει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποχρέωση να διενεργούν, ως αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής τους, περιοδική εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας. Ορισμένοι κίνδυνοι, όπως οι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή, είναι δύσκολο να εκφραστούν ποσοτικώς ή να υλοποιηθούν σε περίοδο μεγαλύτερη από εκείνη που χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να ληφθούν καλύτερα υπόψη στην εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας. Σε περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν σημαντική έκθεση σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να υποχρεούνται να διενεργούν, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και στο πλαίσιο της εκτίμησης ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας, αναλύσεις των επιπτώσεων μακροπρόθεσμων σεναρίων κινδύνου από την κλιματική αλλαγή στις δραστηριότητές τους. Οι αναλύσεις αυτές θα πρέπει να είναι αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, ενώ η αξιολόγηση της σημαντικότητας της έκθεσης σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή θα πρέπει να απαιτείται από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να απαιτούνται μακροπρόθεσμες αναλύσεις σεναρίων για την κλιματική αλλαγή.
(32) Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αναπτύσσουν και να παρακολουθούν την εφαρμογή ειδικών σχεδίων για την αντιμετώπιση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που απορρέουν από τους παράγοντες βιωσιμότητας. Όταν ένας όμιλος υποχρεούται να καταρτίσει τέτοιο σχέδιο σε επίπεδο ομίλου, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι αίρεται η απαίτηση κατάρτισης σχεδίων σε ατομικό επίπεδο για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές θυγατρικές του ομίλου, εάν όλες οι σχετικές πτυχές των εν λόγω θυγατρικών αντικατοπτρίζονται στο σχέδιο σε επίπεδο ομίλου.
(33) Βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ απαιτείται η δημοσιοποίηση ουσιωδών πληροφοριών, τουλάχιστον ετησίως, μέσω της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση. Η εν λόγω έκθεση απευθύνεται στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους δικαιούχους, αφενός, και τους αναλυτές και άλλους επαγγελματίες της αγοράς, αφετέρου. Για την αντιμετώπιση των αναγκών και των προσδοκιών αυτών των δύο διαφορετικών ομάδων, το περιεχόμενο της έκθεσης θα πρέπει να διαιρείται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, το οποίο απευθύνεται κυρίως στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους δικαιούχους, θα πρέπει να περιέχει τις βασικές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες, τις επιδόσεις, τη διαχείριση των κεφαλαίων και το προφίλ κινδύνου. Το δεύτερο μέρος, το οποίο απευθύνεται σε επαγγελματίες της αγοράς, θα πρέπει να περιέχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την επιχειρηματική δραστηριότητα και το σύστημα διακυβέρνησης, συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις και άλλες υποχρεώσεις, την κατάσταση φερεγγυότητας, καθώς και άλλα στοιχεία που είναι συναφή για ειδικευμένους αναλυτές.
(34) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης σύμφωνα με τις διακυμάνσεις των πιστωτικών περιθωρίων των στοιχείων ενεργητικού τους κατόπιν εποπτικής έγκρισης (προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης) ή σύμφωνα με τη μέση διακύμανση των πιστωτικών περιθωρίων των στοιχείων ενεργητικού που κατέχουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε συγκεκριμένο νόμισμα ή συγκεκριμένη χώρα (προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας). Το μέρος της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που απευθύνεται στους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους θα πρέπει να περιέχει μόνο τις πληροφορίες που αναμένεται να είναι συναφείς για τη λήψη αποφάσεων από τον μέσο κάτοχο ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχο. Παρότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούν τις επιπτώσεις της μη εφαρμογής της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης, της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας και των μεταβατικών μέτρων για τα επιτόκια άνευ κινδύνου και τις τεχνικές προβλέψεις για τις χρηματοοικονομικές τους θέσεις, η εν λόγω δημοσιοποίηση δεν θα πρέπει να θεωρείται συναφής για τη λήψη αποφάσεων από τον μέσο κάτοχο ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχο. Ως εκ τούτου, η εν λόγω δημοσιοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο μέρος της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που απευθύνεται σε επαγγελματίες της αγοράς και όχι στο μέρος που απευθύνεται στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους δικαιούχους.
(35) Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθείς για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για τον σκοπό αυτό, στην οδηγία 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να συμπεριληφθούν ορισμένες απλουστεύσεις και μέτρα αναλογικότητας, ιδίως όταν δεν θέτουν σε κίνδυνο την αναγνωσιμότητα των στοιχείων που παρέχουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, η οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας σύμφωνα με τα απλουστευμένα πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για τις ΜΜΕ που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία.
(36) Για τη διασφάλιση του υψηλότερου βαθμού ακρίβειας των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται, μερικά στοιχεία της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο. Η εν λόγω απαίτηση ελέγχου θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον τον ισολογισμό που αξιολογείται σύμφωνα με τα κριτήρια αποτίμησης που καθορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ.
(37) Δεδομένου ότι οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν αναμένεται να είναι σημαντικές για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί εξαίρεση από την απαίτηση ελέγχου της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ομοίως, λόγω του ιδιαίτερου προφίλ κινδύνου και της ιδιαιτερότητας των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, είναι σκόπιμο να μην τους επιβάλλεται η απαίτηση ελέγχου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη που ήδη εφαρμόζουν απαιτήσεις ελέγχου σε όλες τις επιχειρήσεις ή σε στοιχεία της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση εκτός του ισολογισμού, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις εν λόγω απαιτήσεις.
(38) Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απαίτηση ελέγχου, αν και επωφελής, θα συνιστούσε πρόσθετη επιβάρυνση για κάθε επιχείρηση. Επομένως, οι προθεσμίες ετήσιας υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς ομίλους, θα πρέπει να παραταθούν, ώστε να τους δίνεται επαρκής χρόνος για την κατάρτιση των ελεγμένων εκθέσεων.
(39) Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΑΕΣ σχετικά με την υποβολή εκθέσεων για σκοπούς χρηματοοικονομικής σταθερότητας θεσπίζουν ήδη κριτήρια για τον προσδιορισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι σημαντικές για τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών συστημάτων στην Ένωση.
(40) Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι μέθοδοι υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων των συμβάσεων με δικαιώματα προαίρεσης και εγγυήσεις είναι ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζει η ασφαλιστική επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες απλουστεύσεις.
(41) Το κόστος κεφαλαίου θα πρέπει να μειωθεί σε σύγκριση με το επίπεδο που είχε καθοριστεί κατά τον χρόνο έκδοσης της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδόθηκαν δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, διατηρώντας παράλληλα επαρκές επίπεδο σύνεσης και προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου. Επιπλέον, ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη χρονική εξάρτηση των κινδύνων και να μειώνει το ποσό του περιθωρίου κινδύνου, ιδίως για μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις, μειώνοντας έτσι την ευαισθησία του περιθωρίου κινδύνου στις μεταβολές των επιτοκίων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εισαχθεί ένα εκθετικό και χρονικά εξαρτώμενο στοιχείο.
(42) Σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ, το ποσό των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων απαιτείται να καθορίζεται για τους σκοπούς του υπολογισμού του περιθωρίου κινδύνου και το επιτόκιο κόστους κεφαλαίου να ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, πάνω από το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου, το οποίο θα επιβαρυνθεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με την κατοχή του εν λόγω ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων. Η οδηγία 2009/138/ΕΚ απαιτεί επίσης περιοδική επανεξέταση του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου. Για τον σκοπό αυτόν, οι επανεξετάσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου εξακολουθεί να βασίζεται στον κίνδυνο και δεν υπερβαίνει το 5 %.
(43) Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου θα πρέπει να εξισορροπεί τη χρήση πληροφοριών που προέρχονται από σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα με την ικανότητα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντισταθμίζουν τα επιτόκια που προέρχονται από χρηματοοικονομικά μέσα. Ειδικότερα, είναι πιθανό μικρότερες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μην έχουν την ικανότητα να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο επιτοκίου με άλλα μέσα εκτός από ομόλογα, δάνεια ή παρόμοια στοιχεία ενεργητικού με σταθερές ταμειακές ροές. Επομένως, η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου θα πρέπει να προκύπτει με παρέκταση για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές ομολόγων δεν διαθέτουν πλέον βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Ωστόσο, η μέθοδος παρέκτασης θα πρέπει να χρησιμοποιεί πληροφορίες που συνάγονται από σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα εκτός των ομολόγων, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες από αγορές με βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές ομολόγων δεν διαθέτουν πλέον βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για τη διασφάλιση της βεβαιότητας και της εναρμονισμένης εφαρμογής, με την διασφάλιση ταυτόχρονα της δυνατότητας έγκαιρης αντίδρασης σε μεταβολές των συνθηκών της αγοράς, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται η νέα μέθοδος παρέκτασης. Υπό το πρίσμα των τρεχουσών συνθηκών της αγοράς, το σημείο εκκίνησης για την παρέκταση για το ευρώ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας θα πρέπει να παραμείνει στο ίδιο επίπεδο με εκείνο της 31ης Δεκεμβρίου 2023, δηλαδή με ληκτότητα 20 ετών.
(44) Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση φερεγγυότητας, ιδίως για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής με μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξη των υφιστάμενων ασφαλιστικών δραστηριοτήτων και να καταστεί δυνατή η ομαλή μετάβαση στη νέα μέθοδο παρέκτασης, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ένας μηχανισμός σταδιακής εφαρμογής. Ένας τέτοιος μηχανισμός σταδιακής εφαρμογής θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή της διατάραξης της αγοράς και να παρέχει διαφανή πορεία προς την τελική μέθοδο παρέκτασης.
(45) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, η οποία αποσκοπεί στον μετριασμό της επίδρασης των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων και βασίζεται σε χαρτοφυλάκια αναφοράς για τα σχετικά νομίσματα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και, στην περίπτωση του ευρώ, στα χαρτοφυλάκια αναφοράς για τις εθνικές ασφαλιστικές αγορές. Η χρήση ενιαίας προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας για ολόκληρα νομίσματα ή χώρες μπορεί να συνεπάγεται οφέλη που βαίνουν πέραν της μείωσης των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων, ιδίως όταν η ευαισθησία των σχετικών στοιχείων ενεργητικού των εν λόγω ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις μεταβολές των πιστωτικών περιθωρίων είναι μικρότερη από την ευαισθησία της σχετικής βέλτιστης εκτίμησης στις μεταβολές των επιτοκίων. Για την αποφυγή των εν λόγω υπέρμετρων οφελών από την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας θα πρέπει να υπόκειται σε εποπτική έγκριση και ο υπολογισμός της θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε επιχείρησης που σχετίζονται με την ευαισθησία των στοιχείων ενεργητικού στα περιθώρια και με την ευαισθησία της βέλτιστης εκτίμησης των τεχνικών προβλέψεων στα επιτόκια. Επιπλέον, θα πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστες προϋποθέσεις για τη χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας ως πρόσθετης διασφάλισης. Τα κράτη μέλη, ορισμένα από τα οποία υποβάλλουν ήδη τη χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας σε διαδικασία εποπτικής έγκρισης, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν τους όρους έγκρισης, ώστε να περιλαμβάνουν αξιολόγηση σε σχέση με τις υποκείμενες παραδοχές της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας. Υπό το πρίσμα των πρόσθετων διασφαλίσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αθροίζουν αυξημένο ποσοστό 85 % του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που προκύπτει από τα αντιπροσωπευτικά χαρτοφυλάκια στη βασική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου.
(46) Όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επενδύει σε χρεωστικούς τίτλους καλύτερης πιστωτικής ποιότητας από τους χρεωστικούς τίτλους που περιλαμβάνονται στο αντιπροσωπευτικό χαρτοφυλάκιο για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας ενδέχεται να υπεραντισταθμίζει την απώλεια ιδίων κεφαλαίων που προκαλείται από τη διεύρυνση των πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων και ενδέχεται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη μεταβλητότητα των ιδίων κεφαλαίων. Προκειμένου να αντισταθμίζεται η τεχνητή μεταβλητότητα που προκαλείται από τις εν λόγω υπεραντισταθμίσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, στις περιπτώσεις αυτές, να μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τροποποίηση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, η οποία θα λαμβάνει υπόψη πληροφορίες σχετικά με τις ειδικές επενδύσεις της επιχείρησης σε χρεωστικούς τίτλους.
(47) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει ειδική ανά χώρα συνιστώσα της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, η οποία έχει ως στόχο την διασφάλιση της μείωσης των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων σε συγκεκριμένη χώρα. Ωστόσο, η ενεργοποίηση της ειδικής ανά χώρα συνιστώσας βασίζεται σε ένα απόλυτο και ένα σχετικό κατώτατο όριο σε σχέση με το προσαρμοσμένο βάσει κινδύνου περιθώριο της χώρας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα κατακρήμνισης και, κατά συνέπεια, να αυξήσει τη μεταβλητότητα των ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική μείωση των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων σε συγκεκριμένο κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ, η συνιστώσα της χώρας θα πρέπει να αντικατασταθεί από μακροοικονομική συνιστώσα, η οποία θα υπολογίζεται με βάση τις διαφορές μεταξύ του διορθωμένου βάσει κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου για το ευρώ και του διορθωμένου βάσει κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου για τη χώρα. Για την αποφυγή φαινομένων κατακρήμνισης, κατά τον υπολογισμό θα πρέπει να αποφεύγονται διακοπές όσον αφορά τις παραμέτρους εισόδου.
(48) Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις επενδυτικές πρακτικές των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό κριτηρίων επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού που πρέπει να περιλαμβάνονται στο δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, σε περίπτωση που η φύση των στοιχείων ενεργητικού θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλίνουσες πρακτικές όσον αφορά τα κριτήρια εφαρμογής και υπολογισμού της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης.
(49) Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της ίδιας μεταχείρισης σε όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπολογίζουν την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας ή για να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό του υπολογισμού των ειδικών για κάθε επιχείρηση στοιχείων της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας. Για νομίσματα εκτός του ευρώ, κατά τον υπολογισμό των ειδικών για κάθε νόμισμα στοιχείων της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα αντιστοίχισης των ταμειακών ροών μεταξύ ζευγών προσδεδεμένων νομισμάτων των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι μειώνει με συνέπεια τον συναλλαγματικό κίνδυνο.
(50) Για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, θα μπορούσε να επιτρέπεται στα ιδρύματα τα οποία ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων που υπόκεινται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου να μην αφαιρούν τις σημαντικές επενδύσεις τους σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένα κριτήρια. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν τη δυνατότητα διασφάλισης κατάλληλων ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των χρηματοοικονομικών ομίλων με δεσπόζουσες τις τραπεζικές εργασίες και των χρηματοοικονομικών ομίλων με δεσπόζουσες τις ασφαλιστικές εργασίες. Επομένως, θα πρέπει να επιτρέπεται επίσης στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, υπό παρόμοιες προϋποθέσεις, να μην αφαιρούν από τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τις συμμετοχές τους σε πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Ειδικότερα, σε ομίλους που περιλαμβάνουν τόσο την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση όσο και το συνδεδεμένο ίδρυμα θα πρέπει να εφαρμόζεται είτε η εποπτεία ομίλου σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ είτε η συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ. Επιπλέον, η συμμετοχή στο ίδρυμα θα πρέπει να είναι μετοχική επένδυση στρατηγικού χαρακτήρα για την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι ικανοποιημένες ως προς το επίπεδο της ενοποιημένης διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνων και του εσωτερικού ελέγχου αναφορικά με τις οντότητες οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου ή της συμπληρωματικής εποπτείας.
(51) Τα υφιστάμενα όρια που επιβάλλονται σε επίπεδο συμμετρικής προσαρμογής περιορίζουν τις δυνατότητες της εν λόγω προσαρμογής όσον αφορά τον μετριασμό ενδεχόμενων φιλοκυκλικών επιπτώσεων στο χρηματοοικονομικό σύστημα και την αποφυγή καταστάσεων στην οποία οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται αδικαιολόγητα να αντλούν πρόσθετα κεφάλαια ή να πωλούν τις επενδύσεις τους ως αποτέλεσμα πρόσκαιρων δυσμενών διακυμάνσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές, όπως αυτές που προκλήθηκαν λόγω της πανδημίας της COVID-19. Κατά συνέπεια, η συμμετρική προσαρμογή θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να δίνεται η δυνατότητα μεγαλύτερων μεταβολών στην τυποποιημένη κεφαλαιακή επιβάρυνση λόγω μετοχών και να μετριάζονται περαιτέρω οι επιπτώσεις απότομων αυξήσεων ή μειώσεων στα χρηματιστήρια αξιών.
(52) Για την ενίσχυση της αναλογικότητας στο πλαίσιο των ποσοτικών απαιτήσεων, θα πρέπει να παρέχεται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις η δυνατότητα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για επουσιώδεις κινδύνους στην τυποποιημένη μέθοδο με απλουστευμένη προσέγγιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η εν λόγω απλουστευμένη προσέγγιση θα πρέπει να παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προβαίνουν σε εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για επουσιώδη κίνδυνο βάσει κατάλληλου δείκτη όγκου, ο οποίος διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου. Η εν λόγω προσέγγιση θα πρέπει να βασίζεται σε κοινούς κανόνες και να υπόκειται σε κοινά κριτήρια για τον εντοπισμό επουσιωδών κινδύνων.
(53) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης οφείλουν να προσδιορίζουν, να οργανώνουν και να διαχειρίζονται το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων χωριστά από τα άλλα μέρη της επιχείρησης και, συνεπώς, δεν τους επιτρέπεται να αναλαμβάνουν κινδύνους που προκύπτουν σε άλλα μέρη της επιχείρησης χρησιμοποιώντας το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού. Ωστόσο, η χωριστή διαχείριση του χαρτοφυλακίου δεν συνεπάγεται αύξηση της συσχέτισης μεταξύ των κινδύνων του εν λόγω χαρτοφυλακίου και των κινδύνων της υπόλοιπης επιχείρησης. Επομένως, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητάς τους με βάση την παραδοχή πλήρους διαφοροποίησης μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων του χαρτοφυλακίου και της υπόλοιπης επιχείρησης, εκτός εάν τα χαρτοφυλάκια στοιχείων ενεργητικού που καλύπτουν την αντίστοιχη βέλτιστη εκτίμηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων αποτελούν κεφάλαιο κλειστής διάρθρωσης.
(54) Η ανάγκη να λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη τα εξαιρετικά χαμηλά και αρνητικά επιτόκια στην εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχει προκύψει λόγω των όσων παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια στις αγορές. Αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί μέσω αναβαθμονόμησης της υποενότητας κινδύνου επιτοκίου, ώστε να αντικατοπτρίζεται η ύπαρξη περιβάλλοντος αρνητικών αποδόσεων. Ταυτόχρονα, η μεθοδολογία που θα χρησιμοποιηθεί δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μη ρεαλιστικά μεγάλες μειώσεις στο ρευστό τμήμα της καμπύλης και αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί με την πρόβλεψη ρητού κατώτατου ορίου που θα αντιπροσωπεύει χαμηλότερο όριο αρνητικών επιτοκίων. Ακολουθώντας τη δυναμική των επιτοκίων, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει τη θέσπιση κατώτατου ορίου εξαρτώμενου από όρους και όχι σταθερού, στον βαθμό που τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς επιτρέπουν αξιόπιστη βαθμονόμηση βάσει κινδύνου της εν λόγω εξάρτησης από τους όρους.
(55) Η Επιτροπή έχει ομαδοποιήσει όλες τις εξουσιοδοτήσεις που προβλέπονται βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής. Η προσέγγιση αυτή έχει λειτουργήσει ικανοποιητικά για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας και έχει καταστήσει ευκολότερη τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό. Ως εκ τούτου, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις στο πλαίσιο των υφιστάμενων εξουσιοδοτήσεων, καθώς και η εφαρμογή των νέων εξουσιοδοτήσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν αποκλειστικά ως τροποποιητικές πράξεις του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35. Όταν οι τροποποιήσεις αυτές πρόκειται να ομαδοποιηθούν στο μέλλον σε μία ή περισσότερες τροποποιητικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, η Επιτροπή, σύμφωνα με την παράγραφο 31 της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων για την προετοιμασία των εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, αναφέρει επίσης ποιες εξουσιοδοτήσεις θεωρούνται ουσιαστικά συνδεδεμένες, για τις οποίες η Επιτροπή αναμένεται να παράσχει αντικειμενικές αιτιολογήσεις με βάση την ουσιαστική σύνδεση μεταξύ δύο ή περισσότερων εξουσιοδοτήσεων.
(56) Στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, είναι σημαντικό οι εποπτικές αρχές να έχουν τη δυνατότητα σύγκρισης των πληροφοριών μεταξύ των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εποπτεύουν. Τα μερικά και πλήρη εσωτερικά υποδείγματα παρέχουν τη δυνατότητα καλύτερης αποτύπωσης του μεμονωμένου κινδύνου μιας επιχείρησης και η οδηγία 2009/138/ΕΚ παρέχει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιούν για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων χωρίς περιορισμούς που απορρέουν από την τυποποιημένη μέθοδο. Οι εποπτικές αρχές θα επωφελούνταν επίσης από την πρόσβαση σε εκτιμήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, προκειμένου να πραγματοποιούν συγκρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων και να πραγματοποιούν συγκρίσεις για μια δεδομένη επιχείρηση με την πάροδο του χρόνου. Ως εκ τούτου, όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα θα πρέπει να υποβάλλουν τακτικά στις εποπτικές αρχές τους εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζεται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο. Μια τέτοια εκτίμηση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει δεόντως τις μεθόδους και τις υποκείμενες παραδοχές της τυποποιημένης μεθόδου, ώστε να διευκολύνεται η ορθή εποπτική αξιολόγηση. Προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της εκτίμησης, θα πρέπει να τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν πληροφορίες που προκύπτουν από τις σχετικές απλουστεύσεις στην τυποποιημένη μέθοδο που ορίζεται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ και στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει της εν λόγω οδηγίας. Όταν χρησιμοποιείται μια τέτοια απλουστευμένη προσέγγιση για τον καθορισμό της εκτίμησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι υποκείμενες παραδοχές θα πρέπει να εξηγούνται σαφώς κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις εποπτικές αρχές.
(57) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητάς τους με εσωτερικό υπόδειγμα που υπόκειται σε εποπτική έγκριση. Όταν εφαρμόζεται εσωτερικό υπόδειγμα, η εν λόγω οδηγία δεν εμποδίζει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λαμβάνει υπόψη στο εσωτερικό της υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας. Δεδομένου ότι η χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας μπορεί να συνεπάγεται οφέλη που βαίνουν πέραν της μείωσης των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, τα εν λόγω υπέρμετρα οφέλη μπορούν επίσης να στρεβλώσουν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όταν η επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας λαμβάνεται υπόψη στο εσωτερικό υπόδειγμα. Προκειμένου να αποφευχθεί η στρέβλωση αυτή, θα πρέπει να οριστεί κατώτατο όριο για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όταν οι εποπτικές αρχές επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, σε επίπεδο κάτω από το οποίο αναμένεται να προκύψουν οφέλη από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τα οποία βαίνουν πέραν της μείωσης των υπερβολικών πιστωτικών περιθωρίων των ομολόγων.
(58) Θα πρέπει να παρέχονται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κίνητρα για την οικοδόμηση ανθεκτικότητας σε καταστάσεις κρίσης. Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συνεκτιμούν στο εσωτερικό τους υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, συνεκτιμώντας επίσης την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας, η συνεκτίμηση αυτή θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τυχόν κίνητρα για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε καταστάσεις κρίσης. Επομένως, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα πιθανή προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας.
(59) Λαμβανομένων υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν συναφείς μακροπροληπτικές πληροφορίες σχετικά με την επενδυτική στρατηγική των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, να τις αναλύουν μαζί με άλλες συναφείς πληροφορίες που μπορεί να είναι διαθέσιμες από άλλες πηγές της αγοράς και να ενσωματώνουν μια μακροπροληπτική προοπτική στην εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει την εποπτεία των κινδύνων που σχετίζονται με συγκεκριμένους πιστωτικούς κύκλους, περιόδους οικονομικής κάμψης και συλλογική συμπεριφορά ή συμπεριφορά αγέλης στις επενδύσεις.
(60) Είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής θέσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή οι παραβιάσεις των κανονιστικών απαιτήσεων από τις εν λόγω επιχειρήσεις και να προλαμβάνεται η κλιμάκωση των προβλημάτων. Κατά συνέπεια, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν προληπτικά μέτρα. Οι εν λόγω προληπτικές εξουσίες θα πρέπει, ωστόσο, να συνάδουν με την κλίμακα παρέμβασης και τις εποπτικές εξουσίες που προβλέπονται ήδη στην οδηγία 2009/138/ΕΚ για παρόμοιες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών εξουσιών που προβλέπονται στη διαδικασία εποπτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 36 της εν λόγω οδηγίας. Οι εν λόγω προληπτικές εξουσίες δεν θα πρέπει να οδηγούν σε νέα προκαθορισμένη ενεργοποίηση παρέμβασης πριν από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, που προβλέπεται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 4 της εν λόγω οδηγίας. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κάθε κατάσταση μεμονωμένα και να αποφασίζουν σχετικά με την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων με βάση τις περιστάσεις, την κατάσταση της επιχείρησης και την εποπτική κρίση τους.
(61) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση σε όλα τα κράτη μέλη των αποφάσεων που αφορούν την εξυγίανση ή την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η εν λόγω οδηγία διασφαλίζει ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού και οι υποχρεώσεις της επιχείρησης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία βρίσκονται, αντιμετωπίζονται με μια ενιαία διαδικασία στο κράτος μέλος καταγωγής και ότι οι πιστωτές στα κράτη μέλη υποδοχής αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι πιστωτές στο κράτος μέλος καταγωγής. Προκειμένου να επιτυγχάνεται αποτελεσματική εξυγίανση, οι διατάξεις σχετικά με την εξυγίανση και την εκκαθάριση που προβλέπονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να εφαρμόζονται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων εξυγίανσης, τόσο όταν τα εν λόγω εργαλεία εφαρμόζονται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όσο και όταν εφαρμόζονται σε άλλες οντότητες που καλύπτονται από το καθεστώς εξυγίανσης. Επομένως, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.
(62) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει παράταση της περιόδου ανάκαμψης σε περιπτώσεις παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας όταν η ΕΑΑΕΣ έχει δηλώσει την ύπαρξη έκτακτων αντίξοων καταστάσεων. Οι δηλώσεις μπορούν να υποβάλλονται κατόπιν αιτήματος των εθνικών εποπτικών αρχών, οι οποίες υποχρεούνται να ζητούν τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) το οποίο ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά περίπτωση, πριν από την υποβολή του αιτήματος. Η διαβούλευση με το ΕΣΣΚ με αποκεντρωμένο τρόπο από τις εθνικές εποπτικές αρχές είναι λιγότερο αποτελεσματική από τη διαβούλευση με το ΕΣΣΚ σε κεντρικό επίπεδο από την ΕΑΑΕΣ. Για τη διασφάλιση της αποδοτικότητας της διαδικασίας, η διαβούλευση με το ΕΣΣΚ πριν από τη δήλωση της ύπαρξης έκτακτων αντίξοων καταστάσεων θα πρέπει να πραγματοποιείται από την ΕΑΑΕΣ, και όχι από τις εθνικές εποπτικές αρχές, όταν η φύση της κατάστασης επιτρέπει την εν λόγω προηγούμενη διαβούλευση.
(63) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ επιβάλλει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποχρέωση να ενημερώνουν αμέσως την οικεία εποπτική αρχή όταν διαπιστώνουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή κινδύνου μη συμμόρφωσης κατά τους επόμενους τρεις μήνες με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν προσδιορίζει πότε μπορεί να διαπιστωθεί η περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή κινδύνου μη συμμόρφωσης κατά τους επόμενους τρεις μήνες και οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να καθυστερήσουν να ενημερώσουν τις εποπτικές αρχές έως το τέλος του αντίστοιχου τριμήνου, όταν πραγματοποιείται ο υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που πρέπει να υποβληθεί επισήμως στην εποπτική αρχή. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν εγκαίρως τις πληροφορίες και έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως τις εποπτικές αρχές για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή κινδύνου μη συμμόρφωσης, ακόμη και όταν οι περιπτώσεις αυτές διαπιστώνονται βάσει εκτιμήσεων ή υπολογισμών μεταξύ δύο ημερομηνιών επίσημων υπολογισμών των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά το αντίστοιχο τρίμηνο.
(64) Η προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων αποτελεί γενικό στόχο του πλαισίου προληπτικής εποπτείας, τον οποίο θα πρέπει να επιδιώκουν οι εποπτικές αρχές σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις παραβιάσεων ή πιθανών παραβιάσεων των απαιτήσεων από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάκληση της άδειας. Ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιδιώκεται πριν και μετά την ανάκληση της άδειας, θα πρέπει δε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν νομικές συνέπειες για τους ασφαλισμένους που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ανάκληση αυτή.
(65) Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν εργαλεία για την πρόληψη της επέλευσης κινδύνων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στις ασφαλιστικές αγορές, τον περιορισμό φιλοκυκλικών συμπεριφορών από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τον μετριασμό των αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων στο χρηματοοικονομικό σύστημα και στην πραγματική οικονομία.
(66) Οι πρόσφατες οικονομικές και χρηματοοικονομικές κρίσεις, ιδίως η κρίση που προκλήθηκε λόγω της πανδημίας της COVID-19, κατέδειξαν ότι η ορθή διαχείριση της ρευστότητας από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορεί να αποτρέψει κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Για τον λόγο αυτόν, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να ενισχύουν τη διαχείριση και τον σχεδιασμό της ρευστότητας, ιδίως στο πλαίσιο αντίξοων καταστάσεων που επηρεάζουν μεγάλο μέρος ή το σύνολο της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς.
(67) Όταν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με ιδιαίτερα ευάλωτα προφίλ, όπως οι επιχειρήσεις που έχουν ρευστές υποχρεώσεις, κατέχουν μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού ή έχουν ευπάθειες ρευστότητας, που μπορούν να επηρεάσουν τη συνολική χρηματοοικονομική σταθερότητα, δεν αποκαθιστούν δεόντως την κατάσταση, οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν για να ενισχύσουν τη θέση ρευστότητας των εν λόγω επιχειρήσεων.
(68) Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για τη διαφύλαξη της κατάστασης φερεγγυότητας συγκεκριμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως δυσμενείς οικονομικές καταστάσεις ή γεγονότα της αγοράς που επηρεάζουν μεγάλο μέρος ή το σύνολο της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου και η διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα περιορισμού ή αναστολής των διανομών σε μετόχους και άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης μιας συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πριν από την πραγματική παραβίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να ασκούνται κατά περίπτωση, να τηρούν κοινά κριτήρια βάσει κινδύνου και να μην υπονομεύουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(69) Δεδομένου ότι ο περιορισμός ή η αναστολή της διανομής μερισμάτων και άλλων συμμετοχών στα κέρδη θα επηρέαζε, ακόμη και σε προσωρινή βάση, τα δικαιώματα των μετόχων και άλλων πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας κατά τη λήψη των εν λόγω μέτρων. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι κανένα από τα μέτρα που θεσπίζονται δεν συνεπάγεται δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε άλλα κράτη μέλη ή στην Ένωση συνολικά. Ειδικότερα, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να περιορίζουν τις διανομές κεφαλαίου εντός ενός ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού ομίλου μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και όταν αυτό δικαιολογείται δεόντως για τη διαφύλαξη της σταθερότητας της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς και του χρηματοοικονομικού συστήματος στο σύνολό του.
(70) Σε εξαιρετικές περιστάσεις, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους ρευστότητας. Ως εκ τούτου, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να αναστέλλουν προσωρινά τα δικαιώματα εξαγοράς των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής των εν λόγω επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν τέτοιους σημαντικούς κινδύνους ρευστότητας, για σύντομο χρονικό διάστημα και μόνο ως μέτρο έσχατης ανάγκης. Ένα τέτοιο έκτακτο μέτρο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με σκοπό τη διατήρηση της συλλογικής προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, δηλαδή της προστασίας όλων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενδέχεται να επηρεάζονται έμμεσα από τέτοιους κινδύνους.
(71) Οι πρόσφατες παραλείψεις ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο ανέδειξαν την ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης των εποπτικών αρχών σχετικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι εν λόγω επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να κοινοποιούν στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους κάθε σημαντική μεταβολή που επηρεάζει το προφίλ κινδύνου τους σε σχέση με τις τρέχουσες διασυνοριακές ασφαλιστικές τους δραστηριότητες και οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών υποδοχής.
(72) Βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η ΕΑΑΕΣ έχει την εξουσία να δημιουργεί και να συντονίζει πλατφόρμες συνεργασίας για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών εποπτικών αρχών όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εκτελεί, ή προτίθεται να εκτελέσει, δραστηριότητες που βασίζονται στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή στο δικαίωμα εγκατάστασης. Ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας των εποπτικών ζητημάτων που εξετάζονται στο πλαίσιο των εν λόγω πλατφορμών, σε αρκετές περιπτώσεις, οι εποπτικές αρχές δεν κατορθώνουν να καταλήξουν σε κοινή άποψη σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης ζητημάτων που αφορούν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε διασυνοριακή βάση. Σε περίπτωση που οι εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στις πλατφόρμες συνεργασίας δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία για θέματα που αφορούν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε διασυνοριακή βάση, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να έχει την εξουσία να επιλύει τη διαφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(73) Θα πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής που χορήγησε άδεια σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και των εποπτικών αρχών των κρατών μελών στα οποία η εν λόγω επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες με την ίδρυση υποκαταστημάτων ή με την παροχή υπηρεσιών, ώστε να προλαμβάνονται καλύτερα πιθανά προβλήματα που επηρεάζουν τα δικαιώματα των καταναλωτών και να ενισχύεται η προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτή η ενισχυμένη συνεργασία είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν ασκούνται σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, αναμένεται δε να αυξήσει τη διαφάνεια και την τακτική υποχρεωτική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών. Η ανταλλαγή αυτή θα πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωτική και να περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες που προέρχονται από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ιδίως όσον αφορά την έκβαση της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης που σχετίζεται με τη διασυνοριακή δραστηριότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης. Για να διασφαλιστεί η ομαλή πρόσβαση και η αποτελεσματική ανταλλαγή των διαθέσιμων εποπτικών δεδομένων, των εκθέσεων σχετικά με τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και άλλων σχετικών πληροφοριών σε σχέση με επιχειρήσεις που ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για περιορισμό του διοικητικού φόρτου, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ψηφιακά εργαλεία ανταλλαγής πληροφοριών. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πληροφορίες θα μπορούσαν να διοχετεύονται μέσω των υφιστάμενων εργαλείων ψηφιακής συνεργασίας που έχει θέσει σε εφαρμογή η ΕΑΑΕΣ.
(74) Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την κατάσταση φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες στην επικράτειά του, θα πρέπει να έχει την εξουσία να ζητεί τη διενέργεια κοινής επιτόπιας επιθεώρησης με την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να συντονίζει την κοινή επιτόπια επιθεώρηση και θα πρέπει να καλεί όλες τις σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές, καθώς και την ΕΑΑΕΣ. Όλες οι εμπλεκόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να συμφωνούν σχετικά με τους στόχους της επιτόπιας επιθεώρησης πριν από τη διεξαγωγή της. Έως το τέλος της επιθεώρησης, θα πρέπει επίσης να διαμορφώσουν κοινή άποψη σχετικά με τα αναγκαία εποπτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να ενημερώνει όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην επιτόπια επιθεώρηση. Όταν οι εποπτικές αρχές διαφωνούν ως προς την αναγκαιότητα διενέργειας κοινής επιτόπιας επιθεώρησης, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να έχει την εξουσία να επιλύει τη διαφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(75) Βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να παρέχουν εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να ληφθούν μόνο με την υποβολή σχετικού αιτήματος στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση δεν διασφαλίζει την πρόσβαση στις πληροφορίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ως εκ τούτου, οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ζητούν απευθείας πληροφορίες από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όταν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν παρέχει τις πληροφορίες εγκαίρως. Η εν λόγω εξουσία δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εκούσια διαβίβαση πληροφοριών από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής.
(76) Για να προσδιοριστεί μια μητρική εταιρεία ως ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, πρέπει ειδικότερα να έχει ως κύρια δραστηριότητα την απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας. Επί του παρόντος, οι εποπτικές αρχές ερμηνεύουν διαφορετικά την έννοια του όρου αποκλειστικά ή κυρίως στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, ο ορισμός της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου θα πρέπει να τροποποιηθεί και να αποσαφηνιστεί, λαμβανομένων υπόψη παρόμοιων τροποποιήσεων στον ορισμό της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τον τραπεζικό τομέα. Ειδικότερα, για να ταξινομηθεί μια επιχείρηση ως ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, θα πρέπει η κύρια δραστηριότητά της να συνδέεται με την απόκτηση και κατοχή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, την παροχή επικουρικών υπηρεσιών σε συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή την άσκηση άλλων μη ρυθμιζόμενων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να κρίνουν εάν πληρούται ένα τέτοιο κριτήριο, ανεξάρτητα από τον δεδηλωμένο εταιρικό σκοπό ή το αντικείμενο της ίδιας της επιχείρησης.
(77) Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντός ομίλου που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο α), β) ή γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι συμμετοχές σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα τηρούνται μέσω ενδιάμεσης μη ρυθμιζόμενης εταιρείας χαρτοφυλακίου. Ακόμη και αν αυτή η ενδιάμεση μη ρυθμιζόμενη εταιρεία χαρτοφυλακίου δεν διαθέτει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση της οποίας η έδρα βρίσκεται στην Ένωση, είναι σημαντικό να μπορεί να αντιμετωπίζεται με παρόμοιο τρόπο με ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και να περιλαμβάνεται στους υπολογισμούς φερεγγυότητας του ομίλου. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εισαχθεί ορισμός των εταιρειών χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, ώστε να μπορούν οι όμιλοι να λαμβάνουν υπόψη τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις τρίτων χωρών κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.
(78) Σε ορισμένες περιπτώσεις, πολλές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν εκ των πραγμάτων όμιλο και συμπεριφέρονται ως τέτοιος, μολονότι δεν πληρούν τα κριτήρια του ορισμού του ομίλου κατά το άρθρο 212 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Κατά συνέπεια, ο τίτλος III της εν λόγω οδηγίας δεν ισχύει για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτού του είδους. Στις περιπτώσεις αυτές, ιδίως για τους οριζόντιους ομίλους χωρίς κεφαλαιακούς δεσμούς μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων, οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να έχουν την εξουσία να προσδιορίζουν την ύπαρξη ομίλου. Θα πρέπει επίσης να καθοριστούν αντικειμενικά κριτήρια για τον εν λόγω προσδιορισμό. Ελλείψει αλλαγών στις ιδιαιτερότητες των ομίλων, αναμένεται ότι οι όμιλοι που υπόκεινται ήδη σε εποπτεία ομίλου θα συνεχίσουν να υπόκεινται στην εν λόγω εποπτεία.
(79) Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί όμιλοι είναι ελεύθεροι να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τις ειδικές εσωτερικές ρυθμίσεις, την κατανομή των καθηκόντων και την οργανωτική δομή εντός του ομίλου, κατά την κρίση τους, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την οδηγία 2009/138/ΕΚ. Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις, οι εν λόγω ρυθμίσεις και οργανωτικές δομές μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική εποπτεία του ομίλου. Επομένως, οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να έχουν την εξουσία — σε εξαιρετικές περιστάσεις και μετά από διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ και με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές — να απαιτούν αλλαγές στις εν λόγω ρυθμίσεις ή οργανωτικές δομές. Οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να αιτιολογούν δεόντως τις αποφάσεις τους και να διευκρινίζουν τον λόγο για τον οποίο οι υφιστάμενες ρυθμίσεις ή δομές παρακωλύουν και θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική εποπτεία του ομίλου.
(80) Οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα μπορούσαν να αποφασίσουν να εξαιρέσουν μια επιχείρηση από την εποπτεία του ομίλου, ιδίως εάν η εν λόγω επιχείρηση θεωρείται αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας του ομίλου. Η ΕΑΑΕΣ έχει παρατηρήσει αποκλίνουσες ερμηνείες ως προς το κριτήριο της αμελητέας σημασίας και έχει επισημάνει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εν λόγω εξαιρέσεις οδηγούν στην πλήρη απαλλαγή από την εποπτεία του ομίλου ή στην εποπτεία σε επίπεδο ενδιάμεσης μητρικής εταιρείας. Επομένως, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ότι οι αποφάσεις εξαίρεσης που θα οδηγούσαν στην πλήρη απαλλαγή από την εποπτεία του ομίλου ή στην εποπτεία σε επίπεδο ενδιάμεσης μητρικής εταιρείας θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις και ότι οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να διαβουλεύονται με την ΕΑΑΕΣ πριν από τη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν κριτήρια ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς το τι θα πρέπει να θεωρείται αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας του ομίλου.
(81) Οι αποφάσεις για τη μη υπαγωγή μιας επιχείρησης στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου μπορεί να βασίζονται σε διάφορες διατάξεις που περιέχονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ. Ως εκ τούτου, οι τροποποιήσεις του άρθρου 214 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας που αποσκοπούν στον προσδιορισμό της έννοιας της αμελητέας σημασίας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν την υφιστάμενη πιθανή βάση για τη λήψη αποφάσεων αποκλεισμού από την εποπτεία ομίλου κατά το στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου, όταν το κράτος μέλος έχει μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 214 της εν λόγω οδηγίας κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει τον αποκλεισμό της τελικής μητρικής επιχείρησης, εφόσον η τελευταία έχει όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: εξακολουθεί να υπόκειται στην εποπτεία της εποπτικής αρχής κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, δεν διαθέτει άδεια για την ανάληψη δραστηριοτήτων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δεν παρέχει στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές θυγατρικές του ομίλου επικουρικές υπηρεσίες, απαγορεύει ρητά στην επιχείρηση να ασκεί κεντρικό συντονισμό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών θυγατρικών της σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που περιορίζει αυστηρά το πεδίο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, και υπάρχει ενδιάμεση οντότητα εγκατεστημένη στο έδαφος κράτους μέλους που διαχειρίζεται ενεργά τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές θυγατρικές του ομίλου.
(82) Διαπιστώνεται έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τις μορφές επιχειρήσεων ως προς τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος 2, δηλαδή μια μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης που ορίζεται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου, κατάσταση που είναι επιζήμια για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφή τρόπο οι επιχειρήσεις που μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου μέσω της μεθόδου 2. Η μέθοδος 2 θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, στις επιχειρήσεις που ανήκουν σε άλλους χρηματοοικονομικούς τομείς, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, στις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και σε άλλες μητρικές επιχειρήσεις των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας.
(83) Σε ορισμένους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς ομίλους, η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση, εκτός από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αποκτά και κατέχει συμμετοχές σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, εάν οι εν λόγω ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις δεν κατέχουν συμμετοχή σε μία τουλάχιστον ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση που έχει την έδρα της στην Ένωση, δεν αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου για τους σκοπούς του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, μολονότι η φύση των κινδύνων τους είναι πολύ παρόμοια. Επομένως, οι κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε οι εν λόγω εταιρείες χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται και οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου για τους σκοπούς του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου.
(84) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ και ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 προβλέπουν τέσσερις μεθόδους συμπερίληψης στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου επιχειρήσεων που ανήκουν σε άλλους χρηματοοικονομικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων 1 και 2 που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ. Αυτό οδηγεί σε ασυνεπείς εποπτικές προσεγγίσεις και άνισους όρους ανταγωνισμού, και δημιουργεί περιττή πολυπλοκότητα. Επομένως, οι κανόνες θα πρέπει να απλουστευθούν, ώστε οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε άλλους χρηματοοικονομικούς τομείς να συμβάλλουν πάντα στη φερεγγυότητα του ομίλου με τη χρήση των σχετικών τομεακών κανόνων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι εν λόγω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει απλώς να αθροίζονται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακές απαιτήσεις του τμήματος ασφάλισης και αντασφάλισης του ομίλου.
(85) Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, στις συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχονται περιορισμένες δυνατότητες χρήσης απλουστευμένων υπολογισμών για τους σκοπούς του προσδιορισμού της φερεγγυότητας του ομίλου τους όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, δηλαδή η μέθοδος της λογιστικής ενοποίησης. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί δυσανάλογη επιβάρυνση, ιδίως όταν οι όμιλοι κατέχουν συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις πολύ μικρού μεγέθους. Ως εκ τούτου, με την επιφύλαξη προηγούμενης εποπτικής έγκρισης, οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώνουν στη φερεγγυότητα του ομίλου τους συνδεδεμένες επιχειρήσεις μη σημαντικού μεγέθους χρησιμοποιώντας απλουστευμένες προσεγγίσεις.
(86) Δεν είναι σαφής ο τρόπος που η έννοια των βαρών, που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ταξινόμηση στοιχείων ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες, εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που δεν έχουν κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και δικαιούχους ως άμεσους πελάτες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστα κριτήρια, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός περιπτώσεων στις οποίες ένα στοιχείο ιδίων κεφαλαίων που έχει εκδοθεί από ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι ελεύθερο βαρών.
(87) Το εύρος των επιχειρήσεων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου θα πρέπει να συνάδει με το εύρος των επιχειρήσεων που συνεισφέρουν στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τα οποία είναι διαθέσιμα για την κάλυψη των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου. Επομένως, κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας που έχουν συμπεριληφθεί μέσω της μεθόδου 1.
(88) Η μέθοδος υπολογισμού των ελάχιστων ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστάσεις στις οποίες το εν λόγω ελάχιστο όριο προσεγγίζει τις ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, ή ακόμη και ισούται με αυτές. Όταν, στις περιπτώσεις αυτές, ένας όμιλος δεν συμμορφώνεται με τις ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, αλλά εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, οι οποίες υπολογίζονται με βάση ενοποιημένα δεδομένα, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τις διαθέσιμες εξουσίες μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου.
(89) Για τους σκοπούς του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τούτο συνεπάγεται τον υπολογισμό των θεωρητικών κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι υπολογισμοί αυτοί δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνονται ως απαίτηση συμμόρφωσης των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών με τις εν λόγω θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις σε μεμονωμένο επίπεδο.
(90) Δεν υπάρχει καμία νομική διάταξη που να ορίζει τον τρόπο υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου όταν χρησιμοποιείται συνδυασμός της μεθόδου 1 και της μεθόδου 2. Αυτό οδηγεί σε αντιφατικές πρακτικές και αβεβαιότητες, ιδίως σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού της συνεισφοράς των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου που περιλαμβάνονται μέσω της μεθόδου 2. Επομένως, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να υπολογίζεται η φερεγγυότητα του ομίλου όταν χρησιμοποιείται συνδυασμός μεθόδων. Για τον σκοπό αυτόν, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου δεν θα πρέπει να αγνοείται κανένας ουσιώδης κίνδυνος απορρέων από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθούν σημαντικές αυξήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων και να διατηρηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς ομίλους σε παγκόσμιο επίπεδο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, για τους σκοπούς του υπολογισμού των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, δεν πρέπει να εφαρμόζεται κεφαλαιακή επιβάρυνση μετοχικού κινδύνου σε συμμετοχές αυτού του είδους. Για τον ίδιο λόγο, η κεφαλαιακή επιβάρυνση συναλλαγματικού κινδύνου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην αξία των συμμετοχών που υπερβαίνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τη διαφοροποίηση μεταξύ του εν λόγω συναλλαγματικού κινδύνου και άλλων κινδύνων στους οποίους βασίζεται ο υπολογισμός των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.
(91) Επί του παρόντος, οι αρχές εποπτείας του ομίλου μπορούν να καθορίζουν όρια πάνω από τα οποία οι συναλλαγές στο πλαίσιο ομίλου και οι συγκεντρώσεις κινδύνου θεωρούνται σημαντικές με βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις τεχνικές προβλέψεις ή και τα δύο. Ωστόσο, άλλα ποσοτικά ή ποιοτικά κριτήρια βάσει κινδύνου, για παράδειγμα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, θα μπορούσαν να είναι εξίσου κατάλληλα για τον καθορισμό των ορίων. Επομένως, οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία κατά τον προσδιορισμό σημαντικής ενδοομιλικής συναλλαγής ή σημαντικής συγκέντρωσης κινδύνου.
(92) Οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών μπορούν να είναι μητρικές επιχειρήσεις ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών ομίλων. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή της εποπτείας του ομίλου απαιτείται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης των εν λόγω εταιρειών χαρτοφυλακίου. Δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ελέγχονται από τις εν λόγω εταιρείες χαρτοφυλακίου δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις εποπτείας του ομίλου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εποπτείας του ομίλου διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσίες εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση των ομίλων με την οδηγία 2009/138/ΕΚ. Ως εκ τούτου, όπως και στην περίπτωση των τροποποιήσεων της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που θεσπίστηκαν με την οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα, οι αρχές εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν ένα ελάχιστο σύνολο εξουσιών επί των εταιρειών χαρτοφυλακίου, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εποπτικών εξουσιών που ισχύουν για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τους σκοπούς της εποπτείας του ομίλου.
(93) Για τους σκοπούς της προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, όλοι οι ασφαλιστικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, ανεξάρτητα από την τοποθεσία της έδρας της τελικής μητρικής τους επιχείρησης, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα κατά την εφαρμογή της εποπτείας του ομίλου δυνάμει του τίτλου III της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανήκουν σε όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα η οποία δεν θεωρείται ισοδύναμη ή προσωρινά ισοδύναμη σύμφωνα με το άρθρο 260 της εν λόγω οδηγίας, η άσκηση εποπτείας σε επίπεδο ομίλου είναι πιο δύσκολη. Οι αρχές εποπτείας του ομίλου ενδέχεται να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις λεγόμενες άλλες μεθόδους σύμφωνα με το άρθρο 262 της εν λόγω οδηγίας στους εν λόγω ομίλους. Ωστόσο, οι μέθοδοι αυτές δεν είναι σαφώς καθορισμένες και οι στόχοι που θα πρέπει να επιτύχουν οι εν λόγω άλλες μέθοδοι είναι αβέβαιοι. Εάν δεν αντιμετωπιστεί, το εν λόγω ζήτημα θα μπορούσε να έχει ανεπιθύμητες επιπτώσεις στους ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ ομίλων των οποίων η τελική μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και ομίλων των οποίων η τελική μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε μη ισοδύναμη τρίτη χώρα. Επομένως, ο σκοπός των άλλων μεθόδων θα πρέπει να επεξηγείται περαιτέρω, συμπεριλαμβανομένης μιας ελάχιστης δέσμης μέτρων που θα πρέπει να εξετάζουν οι αρχές εποπτείας του ομίλου. Ειδικότερα, οι μέθοδοι αυτές θα πρέπει να εγγυώνται το ίδιο επίπεδο προστασίας για όλους τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ένωση, ανεξάρτητα από την τοποθεσία της έδρας της τελικής μητρικής επιχείρησης του ομίλου στον οποίο ανήκουν οι εν λόγω ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
(94) Με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/981 της Επιτροπής θεσπίστηκε καθεστώς προτιμησιακής μεταχείρισης για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές. Η υποενότητα μετοχικού κινδύνου βασιζόμενη στη διάρκεια, η οποία αποσκοπεί επίσης στην αποτύπωση του χαμηλότερου κινδύνου επένδυσης σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα αλλά η χρήση της είναι πολύ περιορισμένη στην Ένωση, υπόκειται σε κριτήρια τα οποία είναι αυστηρότερα από τα κριτήρια που εφαρμόζονται στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές. Επομένως, φαίνεται ότι η νέα κατηγορία προληπτικής εποπτείας των μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε μετοχές εξαλείφει την ανάγκη της υφιστάμενης υποενότητας μετοχικού κινδύνου βασιζόμενης στη διάρκεια. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει λόγος να διατηρηθούν δύο διακριτές προτιμησιακές μεταχειρίσεις που έχουν τον ίδιο στόχο επιβράβευσης των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, η υποενότητα μετοχικού κινδύνου βασιζόμενη στη διάρκεια θα πρέπει να απαλειφθεί. Ωστόσο, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εν λόγω απαλοιφή να επισύρει δυσμενείς επιπτώσεις, θα πρέπει να προβλεφθεί ρήτρα αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος όσον αφορά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν επί του παρόντος την υποενότητα μετοχικού κινδύνου βασιζόμενη στη διάρκεια.
(95) Για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για το περιβάλλον και το κλίμα απαιτείται η διοχέτευση μεγάλων επενδυτικών ποσών από τον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ άλλων από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, σε βιώσιμες επενδύσεις. Οι διατάξεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την υλοποίηση βιώσιμων επενδύσεων από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αλλά θα πρέπει να αποτυπώνουν τον πλήρη κίνδυνο των επενδύσεων σε δραστηριότητες που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί αν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία για τις αποκλίσεις ως προς τους κινδύνους μεταξύ των περιβαλλοντικά ή κοινωνικά επιβλαβών και άλλων επενδύσεων επαρκούν ώστε να δικαιολογήσουν διαφοροποιημένη προληπτική αντιμετώπιση. Για τη διασφάλιση κατάλληλης αξιολόγησης των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να παρακολουθεί και να υποβάλει έως την 1η Μαρτίου 2025 έκθεση σχετικά με τα στοιχεία που αφορούν το προφίλ κινδύνου των περιβαλλοντικά ή κοινωνικά επιβλαβών επενδύσεων. Κατά περίπτωση, η έκθεση της ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να παρέχει συμβουλές σχετικά με αλλαγές στην οδηγία 2009/138/ΕΚ και στις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει της εν λόγω οδηγίας. Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διερευνήσει επίσης κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν υπόψη ορισμένοι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι εκτός από εκείνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, και με ποιον τρόπο. Για παράδειγμα, εάν υπάρχουν στοιχεία, η ΕΑΑΕΣ θα μπορούσε να αναλύσει την ανάγκη επέκτασης και σε άλλους περιβαλλοντικούς κινδύνους των αναλύσεων σεναρίων που καθιερώνονται με την παρούσα οδηγία στο πλαίσιο κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
(96) Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των φυσικών καταστροφών, αμφότερες οι οποίες είναι πιθανό να αυξηθούν περαιτέρω λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της ρύπανσης. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε επίσης να μεταβάλει την έκθεση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε κίνδυνο φυσικών καταστροφών και να καταστήσει άκυρες τις τυπικές παραμέτρους για τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών που καθορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/35. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν παρατεταμένες αποκλίσεις μεταξύ των τυπικών παραμέτρων για τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών και της πραγματικής έκθεσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τέτοιους κινδύνους, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά το πεδίο εφαρμογής της ενότητας κινδύνου φυσικών καταστροφών και τις βαθμονομήσεις των τυπικών παραμέτρων της. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία από τις επιστημονικές γνώσεις για το κλίμα και, σε περίπτωση που διαπιστώνονται αποκλίσεις, θα πρέπει να υποβάλλει σχετική γνώμη στην Επιτροπή.
(97) Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 308β παράγραφος 12 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια με το τραπεζικό πλαίσιο και η εφαρμογή ισότιμων όρων όσον αφορά τη μεταχείριση ανοιγμάτων έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε κράτους μέλους. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να θεσπιστεί ρήτρα αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος για τα εν λόγω ανοίγματα, ώστε τα σχετικά ανοίγματα να εξαιρούνται από τις κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου και συγκέντρωσης της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανοίγματα προέκυψαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2023.
(98) Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί όμιλοι εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη χρήση του μεταβατικού μέτρου για τα επιτόκια άνευ κινδύνου και του μεταβατικού μέτρου για τις τεχνικές προβλέψεις. Μια τέτοια εξάρτηση ενδέχεται να είναι παραπλανητική για την πραγματική κατάσταση φερεγγυότητας του ομίλου. Επομένως, οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί όμιλοι θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις επιπτώσεις που έχει στην κατάσταση φερεγγυότητάς τους η παραδοχή ότι τα ίδια κεφάλαια που προκύπτουν από τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα δεν είναι διαθέσιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν επίσης την εξουσία να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε η χρήση των μέτρων να αποτυπώνει δεόντως τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου. Ωστόσο, τα εν λόγω μέτρα δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τη χρήση τους από συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό των μεμονωμένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητάς τους.
(99) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει μεταβατικά μέτρα για τα επιτόκια άνευ κινδύνου και για τις τεχνικές προβλέψεις που υπόκεινται σε εποπτική έγκριση και εφαρμόζονται σε συμβάσεις που δημιουργούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που είχαν συναφθεί πριν από το 2016. Μολονότι τα μεταβατικά μέτρα θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία όσο το δυνατόν συντομότερα, η εφαρμογή των μεταβατικών μέτρων που εγκρίθηκαν για πρώτη φορά μετά το 2016 είναι πιθανό να επιβραδύνει την πορεία συμμόρφωσης με την εν λόγω οδηγία. Συνεπώς, η εν λόγω έγκριση της χρήσης αυτών των μεταβατικών μέτρων θα πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις στις οποίες μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπόκειται για πρώτη φορά στους κανόνες της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή εάν μια επιχείρηση έχει αποδεχτεί χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων και η μεταβιβάζουσα επιχείρηση έθεσε σε εφαρμογή, πριν από τη μεταβίβαση, μεταβατικό μέτρο για τις υποχρεώσεις που αφορούν το εν λόγω χαρτοφυλάκιο.
(100) Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς και να συμπληρώνονται ορισμένες λεπτομερείς τεχνικές πτυχές της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) όσον αφορά τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων και ομίλων, την αντιμετώπιση του κινδύνου που ενέχουν τα κρυπτοστοιχεία στην υποενότητα κινδύνου αγοράς, διευκρινίσεις σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, τα κριτήρια περιορισμένης εποπτικής αναφοράς για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τη συνετή προσδιοριστική αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης, την εφαρμογή της απλουστευμένης προσέγγισης για τον σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην τακτική εποπτική αναφορά του ομίλου, και την παράταση των προθεσμιών υποβολής εκθέσεων σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
(101) Για να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι εποπτικές αρχές για τον προσδιορισμό της σχέσης μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος ομίλου. Η Επιτροπή θα πρέπει να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία με την έκδοση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων καταρτιζόμενων από την ΕΑΑΕΣ, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, καταρτισμένα από την ΕΑΑΕΣ, σχετικά με συγκεκριμένα μεθοδολογικά στοιχεία που συνδέονται με τη συνετή προσδιοριστική αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής, μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(102) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η παροχή κινήτρων στους ασφαλιστές ώστε να συμβάλουν στη μακροπρόθεσμη βιώσιμη χρηματοδότηση της οικονομίας, η ενίσχυση της ευαισθησίας ως προς τους κινδύνους, ο μετριασμός της υπερβολικής βραχυπρόθεσμης αστάθειας των θέσεων φερεγγυότητας των ασφαλιστών, η βελτίωση της ποιότητας, της συνέπειας και του συντονισμού της εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ένωση και η βελτίωση της προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου και των δικαιούχων, καθώς και η καλύτερη αντιμετώπιση της δυνητικής συσσώρευσης συστημικού κινδύνου στον ασφαλιστικό τομέα, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
(103) Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέστη τρίτη χώρα την 1η Φεβρουαρίου 2020 και το δίκαιο της Ένωσης έπαυσε να ισχύει για το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού από τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Δεδομένου ότι η οδηγία 2009/138/ΕΚ περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις που αφορούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συγκεκριμένων κρατών μελών, όπου οι εν λόγω διατάξεις αφορούν ειδικά το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν καταστεί παρωχημένες και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαλειφθούν.
(104) Οι βαθμονομήσεις που χρησιμοποιούνται για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή βασίζονται συχνά σε δεδομένα που επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπερίληψη δεδομένων από την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εκ τούτου, όλες οι βαθμονομήσεις που εισάγονται για τους υπολογισμούς των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων θα πρέπει να επανεξεταστούν για να προσδιοριστεί κατά πόσον εξαρτώνται αδικαιολόγητα από δεδομένα από την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου και, κατά περίπτωση, τα εν λόγω δεδομένα θα πρέπει να διαγραφούν από τα σχετικά σύνολα δεδομένων, εκτός εάν δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα δεδομένα.
(105) Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η προληπτική αντιμετώπιση των επενδύσεων σε τιτλοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της απλής, διαφανούς και τυποποιημένης τιτλοποίησης (STS), αντικατοπτρίζει δεόντως τους πραγματικούς κινδύνους και ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που συνδέονται με τις εν λόγω επενδύσεις είναι προσανατολισμένες στον κίνδυνο. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα των υφιστάμενων βαθμονομήσεων για επενδύσεις σε τιτλοποίηση που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς και τη συνέπειά τους με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν για επενδύσεις σε άλλους τίτλους σταθερού εισοδήματος. Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση, και κατά περίπτωση, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ισχύουν για τις επενδύσεις σε τιτλοποίηση. Οι τροποποιήσεις αυτές, οι οποίες θα πρέπει να βασίζονται στον κίνδυνο και να ερείδονται σε αποδεικτικά στοιχεία, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη θέσπιση ενός αναλυτικότερου συνόλου παραγόντων κινδύνου ανάλογα με την κατάταξη των τμημάτων τιτλοποίησης ή διαφοροποιώντας τους διάφορους τύπους τιτλοποίησης μη STS ανάλογα με τους κινδύνους τους.
(106) Επομένως, η οδηγία 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ
Η οδηγία 2009/138/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
1) Στο άρθρο 2 παράγραφος 3, το στοιχείο α) σημείο iv) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1) iv)
των τύπων της permanent health insurance (διαρκούς ασφάλισης ασθενείας), μη ακυρώσιμης, που ασκούνται σήμερα στην Ιρλανδία·.
2) Στο άρθρο 4 παράγραφος 1, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
2) α)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα της επιχείρησης από ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 15000000 EUR·
β)
οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76, δεν υπερβαίνουν τα 50000000 EUR·
γ)
αν η επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα 50000000 EUR·.
3) Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:
3) α)
στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
α)
η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος, όταν το ατύχημα ή η βλάβη συμβαίνει στο έδαφος του κράτους μέλους του παρέχοντος την κάλυψη, ή γειτονικών χωρών·
β)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2. Όσον αφορά τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημεία i) και ii), η προϋπόθεση ότι το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στο έδαφος του κράτους μέλους του παρέχοντος την κάλυψη δεν ισχύει, εφόσον ο δικαιούχος είναι μέλος του οργανισμού που παρέχει την κάλυψη, και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται μετά από απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, από ανάλογο οργανισμό του συγκεκριμένου κράτους βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας.
γ)
η παράγραφος 3 διαγράφεται.
4) Στο άρθρο 8, το σημείο 3) διαγράφεται·
5) Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:
5) α)
στο σημείο 7), το στοιχείο β) διαγράφεται·
β)
παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:
10α) μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση: ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, περιλαμβανομένης εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 29α και έχει ταξινομηθεί ως τέτοια σύμφωνα με το άρθρο 29β·
10β) μικρός και μη πολύπλοκος όμιλος: όμιλος που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 213α και έχει ταξινομηθεί ως τέτοιος από την αρχή εποπτείας του ομίλου δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου·
10γ) νόμιμος ελεγκτής: νόμιμος ελεγκτής κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
10δ) ελεγκτικό γραφείο: ελεγκτικό γραφείο κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 3) της οδηγίας 2006/43/ΕΚ·
γ)
τα σημεία 15) και 16) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
15) μητρική επιχείρηση: μητρική επιχείρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή επιχείρηση την οποία οι εποπτικές αρχές θεωρούν μητρική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 2 ή το άρθρο 214 παράγραφος 5 ή 6 της παρούσας οδηγίας·
16) θυγατρική επιχείρηση: θυγατρική επιχείρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της, ή επιχείρηση την οποία οι εποπτικές αρχές πρέπει να θεωρούν θυγατρική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 2 ή το άρθρο 214 παράγραφος 5 ή 6 της παρούσας οδηγίας·
δ)
στο σημείο 18), οι λέξεις άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
ε)
το σημείο 19) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
19) συναλλαγή στο πλαίσιο ομίλου: οποιαδήποτε συναλλαγή μέσω της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, και έναντι πληρωμής ή μη·
στ)
το σημείο 22) τροποποιείται ως εξής:
i)
στο στοιχείο α), οι λέξεις άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ·
ii)
στο στοιχείο β) σημείο i), οι λέξεις οδηγία 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγία 2014/65/ΕΕ·
ζ)
το σημείο 25) τροποποιείται ως εξής:
i)
στο στοιχείο α), οι λέξεις άρθρου 4 σημεία 1), 5) και 21) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1), 18) και 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ·
ii)
στο στοιχείο γ), οι λέξεις οδηγίας 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
η)
το σημείο 27) τροποποιείται ως εξής:
i)
στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
ii)
καθαρό ύψος κύκλου εργασιών, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 5) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, 13600000 EUR·
ii)
στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις οδηγία 83/349/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγία 2013/34/ΕΕ·
θ)
προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:
41) ρυθμιζόμενη επιχείρηση: ρυθμιζόμενη οντότητα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 4) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, ή ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 6 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341·
42) κρυπτοστοιχείο: κρυπτοστοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
43) μέτρο αναλογικότητας: κάθε μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 5α, στο άρθρο 41, στο άρθρο 45 παράγραφος 1β, στο άρθρο 45 παράγραφος 5, στο άρθρο 45α παράγραφος 5, στο άρθρο 51 παράγραφος 6, στο άρθρο 51α παράγραφος 1, στο άρθρο 77 παράγραφος 8 και στο άρθρο 144α παράγραφος 4 ή κάθε μέτρο που προβλέπεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και εφαρμόζεται ρητά σε μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 29γ·
44) κίνδυνος βιωσιμότητας: γεγονός ή περίσταση στον περιβαλλοντικό ή κοινωνικό τομέα ή στον τομέα της διακυβέρνησης που, εάν επέλθει, θα μπορούσε να έχει πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στην αξία της επένδυσης ή στην αξία του στοιχείου παθητικού·
45) παράγοντες βιωσιμότητας: οι παράγοντες αειφορίας όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 24) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
6) Στο άρθρο 18 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
6) θ)
να αναφέρουν αν έχει απορριφθεί ή ανακληθεί σε άλλο κράτος μέλος αίτηση για χορήγηση άδειας ανάληψης δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης ή ανάληψης της δραστηριότητας άλλης ρυθμιζόμενης επιχείρησης ή διανομέα ασφάλισης, καθώς και τους λόγους της απόρριψης ή της ανάκλησης·.
7) Στο άρθρο 23 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
7) στ)
τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες και, όταν οι άδειες ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης χορηγούνται σε επίπεδο γεωγραφικών περιοχών εντός τρίτων χωρών, τις σχετικές γεωγραφικές περιοχές των εν λόγω τρίτων χωρών όπου σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
8) Στο άρθρο 24 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις οδηγίας 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
9) Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:
9) α)
το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Το αυτό προβλέπεται και για τις περιπτώσεις που οι εποπτικές αρχές δεν αποφαίνονται επί αιτήσεως αδείας εντός έξι μηνών ή, σε περίπτωση κοινής αξιολόγησης δυνάμει του άρθρου 26 παράγραφος 4, εντός οκτώ μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής της. ·
β)
προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Κάθε άρνηση χορήγησης άδειας, συμπεριλαμβανομένων του προσδιορισμού της αιτούσας επιχείρησης και της αιτιολόγησης της άρνησης χορήγησης άδειας, κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ), η οποία συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η ΕΑΑΕΣ τηρεί επικαιροποιημένη βάση δεδομένων με τις εν λόγω πληροφορίες και παρέχει στις εποπτικές αρχές πρόσβαση στη βάση δεδομένων.
10) Στο άρθρο 25α, οι λέξεις Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1) αντικαθίστανται από τη λέξη ΕΑΑΕΣ.
11) Στο άρθρο 26, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
11)
4. Εάν πρέπει να ζητηθεί η γνώμη περισσότερων εποπτικών αρχών δυνάμει της παραγράφου 1, κάθε ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής, από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης η οποία ζητεί τη χορήγηση άδειας να αξιολογήσουν από κοινού την αίτηση χορήγησης άδειας. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης που ζητεί τη χορήγηση άδειας λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματα της κοινής αξιολόγησης κατά τη λήψη της τελικής της απόφασης..
12) Στο άρθρο 29, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: ·
12)
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των ενυπαρχόντων κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ιδίως δε προκειμένου για επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
4. Στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και στα ρυθμιστικά και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδει η Επιτροπή λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, με την οποία διασφαλίζεται η αναλογική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως σε σχέση με τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις. Στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβάλλει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού και στις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού διασφαλίζεται η αναλογική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως σε σχέση με τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
5. Η Επιτροπή συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 301α, στις οποίες καθορίζονται:
5. α)
τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 29α παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της προσέγγισης για τον υπολογισμό του αθροίσματος που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο iv), στο στοιχείο β) σημείο v) και στο στοιχείο γ) σημείο vii) αυτής·
β)
η μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιείται, όταν επιχειρήσεις ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις· και
γ)
οι όροι χορήγησης ή ανάκλησης εποπτικής έγκρισης για μέτρα αναλογικότητας που πρέπει να χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 29δ.
13) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
13)
Άρθρο 29α Κριτήρια προσδιορισμού των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 29β, εάν οι επιχειρήσεις πληρούν, επί δύο συνεχή οικονομικά έτη ακριβώς πριν από την εν λόγω ταξινόμηση, τα ακόλουθα κριτήρια: Τα κριτήρια που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημεία ii) και v), στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημεία ii) και vi) και στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημεία v) και viii) δεν εφαρμόζονται στις εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ούτε στις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ταξινομούνται επίσης ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, όταν δεν συμμορφώνονται με τα κριτήρια που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν αμφότερα τα ακόλουθα κριτήρια:
1. α)
για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες του κλάδου ζωής και για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες τόσο του κλάδου ζωής όσο και του κλάδου ζημιών, των οποίων οι τεχνικές προβλέψεις που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζωής αντιπροσωπεύουν το 20 % ή περισσότερο των συνολικών τεχνικών προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76, και των οποίων τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζημιών αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 40 % των συνολικών ετήσιων εγγεγραμμένων μεικτών ασφαλίστρων, πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
η υποενότητα κίνδυνος επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) δεν υπερβαίνει το 5 % των τεχνικών προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76·
ii)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από αναληφθείσες δραστηριότητες σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο η επιχείρηση έλαβε την άδειά της σύμφωνα με το άρθρο 14, είναι χαμηλότερα από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
1) 20000000 EUR·
2) το 10 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
iii)
οι τεχνικές προβλέψεις από δραστηριότητες του κλάδου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76, δεν υπερβαίνουν το 1000000000 EUR·
iv)
το άθροισμα των κατωτέρω δεν υπερβαίνει το 20 % των συνολικών επενδύσεων:
1) του συνόλου της ενότητας για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5·
2) του μέρους της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 6, το οποίο αντιστοιχεί σε ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις, παράγωγα, απαιτήσεις από διαμεσολαβητές και άλλα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού που δεν καλύπτονται από την υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου·
3) κάθε κεφαλαιακής απαίτησης που εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία που δεν καλύπτονται από τις ενότητες για τον κίνδυνο αγοράς και κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου·
v)
η αντασφάλιση που έχει γίνει αποδεκτή από την επιχείρηση δεν υπερβαίνει το 50 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
vi)
τηρούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·
β)
για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες του κλάδου ζημιών και για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες τόσο του κλάδου ζωής όσο και του κλάδου ζημιών, των οποίων τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζημιών αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 40 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων τους από ασφάλιστρα, και για τις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζωής αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 20 % των συνολικών τεχνικών τους προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76, πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
ο μέσος συνδυασμένος δείκτης για δραστηριότητες του κλάδου ζημιών, μετά την αφαίρεση των αντασφαλίσεων, των τριών τελευταίων ετών είναι μικρότερος από 100 %·
ii)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από αναληφθείσες δραστηριότητες σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο η επιχείρηση έλαβε την άδειά της σύμφωνα με το άρθρο 14, είναι χαμηλότερα από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
1) 20000000 EUR·
2) το 10 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
iii)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από δραστηριότητες του κλάδου ζημιών δεν υπερβαίνουν τα 100000000 EUR·
iv)
το άθροισμα των ετήσιων εγγεγραμμένων μεικτών ασφαλίστρων των κατηγοριών 5 έως 7, 11, 12, 14 και 15 του μέρους Α του παραρτήματος Ι δεν υπερβαίνει το 30 % των συνολικών ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων για τις δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών·
v)
το άθροισμα των κατωτέρω δεν υπερβαίνει το 20 % των συνολικών επενδύσεων:
1) του συνόλου της ενότητας για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5·
2) του μέρους της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 6, το οποίο αντιστοιχεί σε ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις, παράγωγα, απαιτήσεις από διαμεσολαβητές και άλλα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού που δεν καλύπτονται από την υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου·
3) κάθε κεφαλαιακής απαίτησης που εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία που δεν καλύπτονται από τις ενότητες για τον κίνδυνο αγοράς και κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου·
vi)
η αντασφάλιση που έχει γίνει αποδεκτή από την επιχείρηση δεν υπερβαίνει το 50 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
vii)
τηρούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·
γ)
για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες τόσο του κλάδου ζωής όσο και του κλάδου ζημιών, των οποίων οι τεχνικές προβλέψεις που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζωής αντιπροσωπεύουν το 20 % ή περισσότερο των συνολικών τεχνικών τους προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 76, και των οποίων τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα που αφορούν τις δραστηριότητες του κλάδου ζημιών αντιπροσωπεύουν το 40 % ή περισσότερο των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων τους από ασφάλιστρα, πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
η υποενότητα κίνδυνος επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) δεν υπερβαίνει το 5 % των τεχνικών προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76·
ii)
ο μέσος συνδυασμένος δείκτης για δραστηριότητες του κλάδου ζημιών, μετά την αφαίρεση των αντασφαλίσεων, των τριών τελευταίων ετών είναι μικρότερος από 100 %·
iii)
οι τεχνικές προβλέψεις από δραστηριότητες του κλάδου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 76, δεν υπερβαίνουν το 1000000000 EUR·
iv)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από δραστηριότητες του κλάδου ζημιών δεν υπερβαίνουν τα 100000000 EUR·
v)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από αναληφθείσες δραστηριότητες σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο η επιχείρηση έλαβε την άδειά της σύμφωνα με το άρθρο 14, είναι χαμηλότερα από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
1) 20000000 EUR·
2) το 10 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
vi)
το άθροισμα των ετήσιων εγγεγραμμένων μεικτών ασφαλίστρων των κατηγοριών 5 έως 7, 11, 12, 14 και 15 του μέρους Α του παραρτήματος Ι δεν υπερβαίνει το 30 % των συνολικών ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων για τις δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών·
vii)
το άθροισμα των κατωτέρω δεν υπερβαίνει το 20 % των συνολικών επενδύσεων:
1) του συνόλου της ενότητας για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5·
2) του μέρους της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 6, το οποίο αντιστοιχεί σε ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις, παράγωγα, απαιτήσεις από διαμεσολαβητές και άλλα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού που δεν καλύπτονται από την υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου·
3) κάθε κεφαλαιακής απαίτησης που εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία που δεν καλύπτονται από τις ενότητες για τον κίνδυνο αγοράς και κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου·
viii)
η αντασφάλιση που έχει γίνει αποδεκτή από την επιχείρηση δεν υπερβαίνει το 50 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της από ασφάλιστρα·
ix)
τηρούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.
α)
οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι ένα από τα ακόλουθα:
i)
νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση ή η εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση,
ii)
φυσικά πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του εν λόγω ομίλου, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα που καλύπτει τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα παραμένει κάτω του 5 % των τεχνικών προβλέψεων·
β)
οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή της εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.
2. Για επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 εντός των δύο τελευταίων οικονομικών ετών, η συμμόρφωση προς τα κριτήρια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αξιολογείται σε σχέση με το τελευταίο οικονομικό έτος πριν από την ταξινόμηση ή, εάν η άδεια αποκτήθηκε εντός των τελευταίων 12 μηνών, η συμμόρφωση προς τα κριτήρια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αξιολογείται σε σχέση με το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 23.
3. Οι ακόλουθες επιχειρήσεις δεν ταξινομούνται ποτέ ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις:
3. α)
επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν εγκεκριμένο μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις για πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 3·
β)
επιχειρήσεις που είναι μητρικές επιχειρήσεις χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 14) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ ή ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 212 της παρούσας οδηγίας, στις οποίες εφαρμόζεται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν ο όμιλος ταξινομείται ως μικρός και μη πολύπλοκος όμιλος·
γ)
επιχειρήσεις που είναι μητρικές επιχειρήσεις επιχείρησης εκ των αναφερομένων στο άρθρο 228 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)·
δ)
επιχειρήσεις που διαχειρίζονται συλλογικά κεφάλαια συνταξιοδοτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία iii) και iv), όταν η αξία των στοιχείων ενεργητικού των συλλογικών κεφαλαίων συνταξιοδοτήσεως υπερβαίνει το 1000000000 EUR.
Άρθρο 29β Διαδικασία ταξινόμησης για τις επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που συμμορφώνονται με τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 29α μπορούν να κοινοποιούν την εν λόγω συμμόρφωση στην εποπτική αρχή προκειμένου να ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
2. Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υποβάλλεται από την επιχείρηση στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους που χορήγησε την προηγούμενη άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 14. Η εν λόγω κοινοποίηση περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:
2. α)
αποδεικτικά στοιχεία της συμμόρφωσης με όλα τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 29α που ισχύουν για την εν λόγω επιχείρηση·
β)
δήλωση ότι η επιχείρηση δεν σχεδιάζει καμία στρατηγική αλλαγή που θα επέφερε μη συμμόρφωση με οποιαδήποτε από τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 29α εντός των επόμενων τριών ετών·
γ)
προσδιορισμό των μέτρων αναλογικότητας που η επιχείρηση προτίθεται να εφαρμόσει, ιδίως εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί η απλούστευση της βέλτιστης εκτίμησης και αν η επιχείρηση σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει την απλουστευμένη μέθοδο για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 77 παράγραφος 8.
3. Η εποπτική αρχή μπορεί να αντιτεθεί στην ταξινόμηση επιχείρησης ως μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης εντός δύο μηνών από την παραλαβή της πλήρους κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 για λόγους που συνδέονται αποκλειστικά με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
3. α)
μη συμμόρφωση με τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 29α·
β)
μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, αξιολογούμενη χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε από τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 77α παράγραφος 2, στο άρθρο 308γ, στο άρθρο 308δ ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο·
γ)
η επιχείρηση αντιπροσωπεύει πάνω από το 5 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής ή, κατά περίπτωση, της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζημιών σύμφωνα με το άρθρο 35α παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης.
4. Κάθε απόφαση της εποπτικής αρχής να αντιτεθεί στην ταξινόμηση επιχείρησης ως μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης αιτιολογείται και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση γραπτώς. Ελλείψει τέτοιας απόφασης, η επιχείρηση ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από τη λήξη της δίμηνης περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Εάν, πριν από τη λήξη της δίμηνης περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η εποπτική αρχή έχει εκδώσει απόφαση που επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση με τα κριτήρια, η επιχείρηση ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από την ημερομηνία της εν λόγω απόφασης.
5. Όσον αφορά τα αιτήματα που λαμβάνονται από τις εποπτικές αρχές κατά τους πρώτους έξι μήνες από τις 30 Ιανουαρίου 2027, η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 παρατείνεται σε τέσσερις μήνες.
6. Μια επιχείρηση ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση για όσο χρόνο δεν έχει παύσει να ισχύει η ταξινόμηση αυτή σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Σε περίπτωση που μια μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση δεν συμμορφώνεται πλέον με κανένα από τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 29α παράγραφος 1, ενημερώνει αμελλητί την εποπτική αρχή. Εάν η εν λόγω μη συμμόρφωση εξακολουθεί να υφίσταται ακατάπαυστα επί δύο συνεχή έτη, η επιχείρηση ενημερώνει την εποπτική αρχή σχετικά και παύει να ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από το επόμενο οικονομικό έτος. Όταν μια επιχείρηση που έχει ταξινομηθεί ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια εξαίρεσης που απαριθμούνται στο άρθρο 29α παράγραφος 3, ενημερώνει αμελλητί την εποπτική αρχή και παύει να ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από το επόμενο οικονομικό έτος.
Άρθρο 29γ Χρήση μέτρων αναλογικότητας από επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν όλα τα μέτρα αναλογικότητας.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν η εποπτική αρχή έχει σοβαρές ανησυχίες σε σχέση με το προφίλ κινδύνου μιας μικρής και μη πολύπλοκης επιχείρησης, η εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση να αποφύγει τη χρήση ενός ή περισσότερων μέτρων αναλογικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα αιτιολογείται δεόντως και γραπτώς, με αναφορά στις συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης. Θεωρείται ότι υπάρχει σοβαρή ανησυχία όταν:
2. α)
δεν πληρούνται πλέον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης στο επόμενο τρίμηνο αξιολογούμενος, κατά περίπτωση, χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε από τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 77α παράγραφος 2, στο άρθρο 308γ, στο άρθρο 308δ ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο·
β)
το σύστημα διακυβέρνησης της επιχείρησης δεν είναι αποτελεσματικό κατά την έννοια του άρθρου 41· ή
γ)
σημαντικές αλλαγές στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρή μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 29α παράγραφος 1.
Άρθρο 29δ Χρήση μέτρων αναλογικότητας από επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο τα μέτρα αναλογικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 35 παράγραφος 5α, στο άρθρο 41, στο άρθρο 45 παράγραφοι 1β και 5, στο άρθρο 77 παράγραφος 8 και στο άρθρο 144α παράγραφος 4, καθώς και τα μέτρα αναλογικότητας όπως προβλέπονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και τα οποία ικανοποιούν τη διπλή συνθήκη να εφαρμόζονται ρητά σε μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 29γ και να συνάδουν με τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, με προηγούμενη έγκριση της εποπτικής αρχής. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει γραπτή αίτηση έγκρισης στην εποπτική αρχή. Η αίτηση περιλαμβάνει:
1. α)
κατάλογο των μέτρων αναλογικότητας που προτίθεται να χρησιμοποιήσει και τους λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η χρήση τους σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στις δραστηριότητες της επιχείρησης·
β)
κάθε άλλη σημαντική πληροφορία σχετικά με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης·
γ)
δήλωση ότι η επιχείρηση δεν σχεδιάζει καμία στρατηγική αλλαγή που θα είχε αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης εντός των επόμενων τριών ετών.
2. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, η εποπτική αρχή αξιολογεί την αίτηση και ενημερώνει την επιχείρηση για την έγκριση ή την απόρριψή της, καθώς και για τα μέτρα αναλογικότητας των οποίων έχει εγκρίνει τη χρήση. Εάν η εποπτική αρχή εγκρίνει τη χρήση μέτρων αναλογικότητας υπό ορισμένους όρους ή προϋποθέσεις, η απόφαση έγκρισης περιέχει αιτιολόγηση αυτών των όρων και προϋποθέσεων. Απόφαση της εποπτικής αρχής να αντιτεθεί στη χρήση ενός ή περισσότερων από τα μέτρα αναλογικότητας που περιλαμβάνονται στην αίτηση γνωστοποιείται γραπτώς και αιτιολογείται. Τα εν λόγω μέτρα συνδέονται με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης.
3. Η εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Η αναφερόμενη στην εν λόγω παράγραφο χρονική περίοδος αναστέλλεται για το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης αίτησης των εποπτικών αρχών για πληροφορίες και της ημερομηνίας παραλαβής της σχετικής απάντησης από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Τυχόν περαιτέρω αιτήσεις της εποπτικής αρχής δεν προσμετρώνται για αναστολή της περιόδου αξιολόγησης.
4. Όσον αφορά τις αιτήσεις που λαμβάνονται από τις εποπτικές αρχές πριν από τις 31 Ιουλίου 2027, η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ορίζεται σε τέσσερις μήνες.
5. Η έγκριση της χρήσης μέτρων αναλογικότητας μπορεί να τροποποιηθεί ή να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, εάν έχει μεταβληθεί το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Κάθε απόφαση της εποπτικής αρχής να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την εν λόγω έγκριση αιτιολογείται και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση γραπτώς.
Άρθρο 29ε Παρακολούθηση της χρήσης μέτρων αναλογικότητας
1. Εντός ενός έτους από την ταξινόμησή τους ως μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στις εποπτικές τους αρχές πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα αναλογικότητας που χρησιμοποιούν ως μέρος των αναφερόμενων στο άρθρο 35 παρεχόμενων πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας. Όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις προτίθενται να τροποποιήσουν τον κατάλογο των μέτρων αναλογικότητας που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, ενημερώνουν αμέσως τις εποπτικές αρχές τους σχετικά.
2. Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν μέτρα αναλογικότητας δυνάμει του άρθρου 29δ αποφασίζουν να σταματήσουν τη χρήση τέτοιων μέτρων, ενημερώνουν τις εποπτικές αρχές τους σχετικά.
3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν μέτρα αναλογικότητας τα οποία αντιστοιχούν σε υφιστάμενα μέτρα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας έως τις 28 Ιανουαρίου 2025 μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα χωρίς να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 29β, 29γ και 29δ, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα οικονομικά έτη..
14) Στο άρθρο 30 παράγραφος 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, του συστήματος διακυβέρνησής της, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες ή τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος καταγωγής, δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπισθεί σε ενωσιακό επίπεδο..
15) Το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:
15) α)
στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της εποπτείας που καθορίζονται στα άρθρα 27 και 28, καθώς και τις γενικές αρχές εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 29, ιδίως δε την αρχή της αναλογικότητας. ·
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
5α. Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτούμενες πληροφορίες των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τις αρχές που καθορίζονται στην παράγραφο 4, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τακτική εποπτική αναφορά η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τις επιδόσεις της επιχείρησης, το σύστημα διακυβέρνησης, το προφίλ κινδύνου, την αποτίμηση για τους σκοπούς της φερεγγυότητας και τη διαχείριση κεφαλαίων κατά την περίοδο αναφοράς. Η συχνότητα της τακτικής εποπτικής αναφοράς είναι η ακόλουθη: Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου στοιχείο β), εάν κριθεί αναγκαίο, μια εποπτική αρχή μπορεί να απαιτεί από τις εποπτευόμενες επιχειρήσεις να υποβάλλουν εκθέσεις συχνότερα.
5α. α)
για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, κάθε τρία έτη, ή, εφόσον το επιτρέπει η εποπτική αρχή, έως κάθε πέντε έτη·
β)
για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων, κάθε τρία έτη.
γ)
οι παράγραφοι 6, 7 και 8 διαγράφονται·
δ)
η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
9. Η Επιτροπή συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 301α στις οποίες καθορίζονται:
9. α)
οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου·
β)
τα κριτήρια περιορισμένης εποπτικής αναφοράς για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων αυτών των συγκεκριμένων μορφών επιχειρήσεων, με σκοπό τη διασφάλιση, στον κατάλληλο βαθμό, της σύγκλισης των εποπτικών αναφορών.
ε)
στην παράγραφο 10, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Για την διασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων τακτικής εποπτικής αναφοράς σε σχέση με τα υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στις εποπτικές αρχές τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, συμπεριλαμβανομένων των ορίων βάσει κινδύνου που καθορίζουν την ενεργοποίηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων, κατά περίπτωση, ή τυχόν εξαίρεσης συγκεκριμένων πληροφοριών για ορισμένες μορφές επιχειρήσεων, όπως οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων των συγκεκριμένων μορφών επιχειρήσεων. Η ΕΑΑΕΣ αναπτύσσει λύσεις τεχνολογίας των πληροφοριών (ΤΠ), συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων για την υποβολή εκθέσεων και οδηγιών για την υποβολή εκθέσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. ·
στ)
η παράγραφος 11 διαγράφεται·
ζ)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
12. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με πιθανά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων νομοθετικών αλλαγών, για την ανάπτυξη ολοκληρωμένης συλλογής δεδομένων με σκοπό: Η ΕΑΑΕΣ δίνει προτεραιότητα στις πληροφορίες σχετικά με τους τομείς των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και της υποβολής αναφορών για συμβάσεις παραγώγων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτές τις δραστηριότητες. Κατά την εκπόνηση της έκθεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΑΕΣ συνεργάζεται στενά με τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και, κατά περίπτωση, με τη συμμετοχή των εθνικών αρμόδιων αρχών..
12. α)
να μειωθούν οι τομείς που παρουσιάζουν αλληλεπικαλύψεις και ασυνέπειες μεταξύ των πλαισίων υποβολής εκθέσεων στον ασφαλιστικό τομέα και σε άλλους τομείς του χρηματοοικονομικού κλάδου·
β)
να βελτιωθεί η τυποποίηση των δεδομένων και η αποτελεσματική ανταλλαγή και χρήση δεδομένων που έχουν ήδη υποβληθεί σε οποιοδήποτε ενωσιακό πλαίσιο υποβολής εκθέσεων από οποιαδήποτε σχετική ενωσιακή ή εθνική αρμόδια αρχή· και
γ)
να μειωθούν τα κόστη συμμόρφωσης.
16) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
16)
Άρθρο 35α Εξαιρέσεις και περιορισμοί που αποφασίζονται από τις εποπτικές αρχές ως προς την υποβολή ποσοτικής τακτικής εποπτικής αναφοράς
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 129 παράγραφος 4, όταν οι προκαθορισμένες περίοδοι του άρθρου 35 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) είναι μικρότερες του ενός έτους, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να περιορίζουν την υποβολή τακτικής εποπτικής αναφοράς, εφόσον: Ο εν λόγω περιορισμός της τακτικής εποπτικής αναφοράς προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις οι οποίες, συλλογικά, δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και ζημιών ενός κράτους μέλους αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζημιών βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα. Κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τους εν λόγω περιορισμούς, οι εποπτικές αρχές δίνουν προτεραιότητα στις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
1. α)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης·
β)
οι πληροφορίες υποβάλλονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.
2. Οι οικείες εποπτικές αρχές μπορούν να περιορίζουν την υποβολή τακτικής εποπτικής αναφοράς ή να εξαιρούν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο, εφόσον: Η εξαίρεση από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις οι οποίες, συλλογικά, δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων ζωής και ζημιών ενός κράτους μέλους αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο του κλάδου ζημιών βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα. Κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τους εν λόγω περιορισμούς ή εξαιρέσεις, οι εποπτικές αρχές δίνουν προτεραιότητα στις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις.
2. α)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης·
β)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εποπτεία της επιχείρησης·
γ)
η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών συστημάτων στην Ένωση· και
δ)
η επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες όποτε της ζητείται.
3. Οι εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξαιρούνται από την υποβολή τακτικής εποπτικής αναφοράς ανά στοιχείο όταν οι προκαθορισμένες περίοδοι του άρθρου 35 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) είναι μικρότερες του ενός έτους, υπό τον όρο ότι πληρούν αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
3. α)
οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι ένα από τα ακόλουθα:
i)
νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση ή η εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση,
ii)
φυσικά πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του ομίλου, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα που καλύπτει τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα παραμένει κάτω του 5 % των τεχνικών προβλέψεων·
β)
οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή της εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.
4. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, οι εποπτικές αρχές εξετάζουν αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα εξής:
4. α)
τους κινδύνους αγοράς που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης·
β)
το επίπεδο των συγκεντρώσεων κινδύνου·
γ)
τις πιθανές επιπτώσεις της διαχείρισης των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης στη χρηματοοικονομική σταθερότητα·
δ)
τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας και την τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 5.
5. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που δεν ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, οι εποπτικές αρχές εξετάζουν αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον την παράγραφο 4 στοιχεία α) έως δ), καθώς και τα ακόλουθα:
5. α)
τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης·
β)
τη διακύμανση των απαιτήσεων και των παροχών που καλύπτει η επιχείρηση·
γ)
τον συνολικό αριθμό των κατηγοριών ασφαλίσεων ζωής και ζημιών για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας·
δ)
την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης·
ε)
το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις·
στ)
το αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση ή εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει.
6. Για τη διασφάλιση της συνεκτικής και συνεπούς εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, προκειμένου να προσδιοριστούν περαιτέρω τα εξής:
6. α)
οι μέθοδοι καθορισμού των μεριδίων αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου·
β)
η διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιείται από τις εποπτικές αρχές για την ενημέρωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σχετικά με κάθε περιορισμό ή εξαίρεση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 35β Προθεσμίες υποβολής εκθέσεων
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφοι 1 έως 4 σε ετήσια ή λιγότερο συχνή βάση εντός 16 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφοι 1 έως 4 σε τριμηνιαία βάση εντός πέντε εβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμήνου.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές την τακτική εποπτική αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 5α εντός 18 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης..
17) Στο άρθρο 36 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
17) α)
το σύστημα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων ικανότητας και ήθους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42, και της εκτίμησης ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας, κατά τα οριζόμενα στο κεφάλαιο IV τμήμα 2·.
18) Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:
18) α)
στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
ε)
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει ένα από τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 308γ και 308δ και πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
i)
η επιχείρηση δεν θα πληρούσε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας χωρίς την εφαρμογή του μεταβατικού μέτρου·
ii)
η επιχείρηση δεν υπέβαλε στην εποπτική αρχή είτε το αρχικό σχέδιο σταδιακής εφαρμογής εντός της απαιτούμενης περιόδου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 308ε δεύτερο εδάφιο, είτε την απαιτούμενη ετήσια έκθεση, κατά τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου.
β)
στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Στις περιπτώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ) και ε), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους ουσιώδεις κινδύνους που απορρέουν από την παρέκκλιση και από τη μη συμμόρφωση, αντίστοιχα, που αναφέρονται στα εν λόγω στοιχεία..
19) Στο άρθρο 40 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης απολαμβάνουν διαρκούς καλής φήμης και διαθέτουν συλλογικά επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων πρέπει να μην έχουν καταδικαστεί για σοβαρά ή για κατ’ εξακολούθηση αδικήματα σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή άλλα αδικήματα που θα έθεταν υπό αμφισβήτηση την καλή τους φήμη, τουλάχιστον κατά τα δέκα έτη που προηγούνται του έτους κατά το οποίο ασκούν ή πρόκειται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στην επιχείρηση..
20) Το άρθρο 41 τροποποιείται ως εξής:
20) α)
στην παράγραφο 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Το σύστημα διακυβέρνησης υπόκειται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση. Η εν λόγω εσωτερική επανεξέταση περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας της σύνθεσης, της αποτελεσματικότητας και της εσωτερικής διακυβέρνησης του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου, λαμβανομένης υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν πολιτική για την προώθηση της ποικιλομορφίας στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού επιμέρους ποσοτικών στόχων για την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων. Η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια της ποικιλομορφίας οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου. ·
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
2α. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ορίζουν διαφορετικά πρόσωπα για την άσκηση των βασικών καθηκόντων που αφορούν τη διαχείριση κινδύνων, την αναλογιστική λειτουργία, τη συμμόρφωση και τον εσωτερικό λογιστικό έλεγχο, καθένα δε από τα εν λόγω βασικά καθήκοντα να ασκείται ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα καθήκοντα, ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Σε περίπτωση που επιχείρηση έχει ταξινομηθεί ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση, δυνάμει του άρθρου 29β, ή σε περίπτωση που επιχείρηση έχει λάβει προηγούμενη εποπτική έγκριση, δυνάμει του άρθρου 29δ, τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την άσκηση των βασικών καθηκόντων που αφορούν τη διαχείριση κινδύνων, την αναλογιστική λειτουργία και τη συμμόρφωση μπορούν επίσης να ασκούν οποιοδήποτε άλλο βασικό καθήκον πλην του εσωτερικού λογιστικού ελέγχου ή οποιοδήποτε άλλο καθήκον ή να είναι μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
2α. α)
διασφαλίζεται η ορθή διαχείριση ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων·
β)
ο συνδυασμός καθηκόντων ή ο συνδυασμός καθήκοντος με την ιδιότητα μέλους του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου δεν διαταράσσει την ικανότητα του προσώπου να ασκεί τις αρμοδιότητές του.
γ)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν καταγεγραμμένες πολιτικές σε σχέση, τουλάχιστον, με τη διαχείριση κινδύνων, τον εσωτερικό έλεγχο, τον εσωτερικό λογιστικό έλεγχο, τις αποδοχές και, κατά περίπτωση, την εξωτερική ανάθεση. Μεριμνούν για την εφαρμογή των πολιτικών αυτών. Οι εν λόγω καταγεγραμμένες πολιτικές επανεξετάζονται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση. Υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και προσαρμόζονται σε κάθε σημαντική αλλαγή του εκάστοτε συστήματος ή τομέα. Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις μπορούν να διενεργούν λιγότερο συχνή επανεξέταση, τουλάχιστον ανά πενταετία, εκτός εάν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει των ειδικών περιστάσεων της εν λόγω επιχείρησης, ότι απαιτείται συχνότερη επανεξέταση..
21) Στο άρθρο 42, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
21)
2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν στην εποπτική αρχή τυχόν αλλαγές στην ταυτότητα των προσώπων που διοικούν πραγματικά την επιχείρηση ή είναι υπεύθυνα για άλλα βασικά καθήκοντα, παράλληλα με τους λόγους για τις αλλαγές, καθώς και όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να αξιολογηθεί αν τα νέα πρόσωπα που έχουν ορισθεί για να αναλάβουν τη διοίκηση της επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους.
3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την εποπτική αρχή τους εάν οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή έχει αντικατασταθεί για τον λόγο αυτόν.
4. Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο το οποίο διοικεί πραγματικά την επιχείρηση ή ασκεί άλλα βασικά καθήκοντα δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1, οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να απαιτούν από την ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση να απομακρύνει το εν λόγω πρόσωπο από τη συγκεκριμένη θέση..
22) Το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:
22) α)
η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)
το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ε)
διαχείριση λειτουργικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνοασφάλειας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
ii)
προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Εάν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, στα σχέδια ρευστότητάς τους λαμβάνεται υπόψη η χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας και αξιολογείται αν ενδέχεται να προκύψουν περιορισμοί ρευστότητας οι οποίοι δεν συνάδουν με τη χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τον βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα κατά την εκτίμηση των κινδύνων βιωσιμότητας. Για τους σκοπούς της εκτίμησης που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο, οι εποπτικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνων, διαθέτουν στρατηγικές, πολιτικές, διεργασίες και συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των κινδύνων βιωσιμότητας βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. ·
β)
η παράγραφος 2α τροποποιείται ως εξής:
i)
το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:
1) το στοιχείο β) τροποποιείται ως εξής:
το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1)
pt_1 i)
την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο β)·
το σημείο iii) διαγράφεται·
2) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2) γ)
όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους σε μεταβολές των οικονομικών συνθηκών που θα επηρέαζαν το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφος 3.
ii)
το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, η καταγεγραμμένη πολιτική διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 3 λαμβάνει υπόψη την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας. ·
γ)
παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:
2β. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναπτύσσουν ειδικά σχέδια που περιλαμβάνουν ποσοτικοποιήσιμους στόχους και διαδικασίες, και παρακολουθούν την εφαρμογή τους, με στόχο την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που προκύπτουν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα από παράγοντες βιωσιμότητας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν από τη διαδικασία προσαρμογής και από τις τάσεις μετάβασης στο πλαίσιο των συναφών κανονιστικών στόχων και νομικών πράξεων της Ένωσης και των κρατών μελών όσον αφορά παράγοντες βιωσιμότητας, ειδικότερα δε αυτών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Οι ποσοτικοποιήσιμοι στόχοι και διαδικασίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων βιωσιμότητας οι οποίοι περιλαμβάνονται στα σχέδια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου λαμβάνουν υπόψη τις τελευταίες εκθέσεις και τα μέτρα που υπαγορεύει η Ευρωπαϊκή Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή, ιδίως σε σχέση με την επίτευξη των κλιματικών στόχων της Ένωσης. Όταν η επιχείρηση δημοσιοποιεί πληροφορίες για θέματα βιωσιμότητας σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, τα σχέδια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου συνάδουν με τα σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 19α ή στο άρθρο 29α της εν λόγω οδηγίας και, ειδικότερα, περιλαμβάνουν δράσεις όσον αφορά το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική της επιχείρησης οι οποίες είναι συνεκτικές και στα δύο σχέδια. Κατά περίπτωση, οι μεθοδολογίες και οι παραδοχές στις οποίες στηρίζονται οι στόχοι, οι δεσμεύσεις και οι στρατηγικές αποφάσεις που δημοσιοποιούνται από τις επιχειρήσεις συνάδουν με τις μεθοδολογίες και τις παραδοχές που περιλαμβάνονται στα σχέδια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Οι στόχοι, οι διαδικασίες και οι δράσεις για την αντιμετώπιση των κινδύνων βιωσιμότητας που περιλαμβάνονται στα σχέδια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου είναι ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων βιωσιμότητας του επιχειρηματικού μοντέλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 3.
2γ. Προκειμένου να διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό: Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία, για την συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
2γ. α)
των ελάχιστων προτύπων και των μεθοδολογιών αναφοράς για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των κινδύνων βιωσιμότητας·
β)
των στοιχείων που πρέπει να καλύπτονται από τα σχέδια που καταρτίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2β και 2ε του παρόντος άρθρου, τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και ενδιάμεσους ποσοτικοποιήσιμους στόχους και ορόσημα, προκειμένου να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από παράγοντες βιωσιμότητας, καθώς και τις διασυνδέσεις με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45 και 45α·
γ)
εποπτικών προσεγγίσεων σε σχέση με τα σχέδια, τους ποσοτικοποιήσιμους στόχους και τις διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2β και 2ε·
δ)
των στοιχείων των σχεδίων που αναφέρονται στις παραγράφους 2β και 2ε του παρόντος άρθρου που πρέπει να δημοσιοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ποσοτικοποιήσιμων στόχων, σύμφωνα με το άρθρο 51.
2δ. Η επιχείρηση δημοσιοποιεί σε ετήσια βάση τους ποσοτικοποιήσιμους στόχους που περιλαμβάνονται στα σχέδια που αναφέρονται στις παραγράφους 2β και 2ε.
2ε. Όταν μια συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση υποχρεούται να καταρτίσει σχέδιο σύμφωνα με την παράγραφο 2β του παρόντος άρθρου σε επίπεδο ομίλου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές θυγατρικές που καλύπτονται από το εν λόγω σχέδιο και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) εξαιρούνται από την κατάρτιση σχεδίου σε ατομικό επίπεδο σύμφωνα με την παράγραφο 2β του παρόντος άρθρου.
23) Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής:
23) α)
στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία: ·
δ)
εξέταση και ανάλυση της μακροοικονομικής κατάστασης και των πιθανών μακροοικονομικών εξελίξεων και των εξελίξεων στις χρηματοοικονομικές αγορές·
ε)
κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της εποπτικής αρχής, εξέταση και ανάλυση:
i)
των μακροπροληπτικών ανησυχιών που ενδέχεται να επηρεάζουν το ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου, τα εγκεκριμένα περιθώρια ανοχής κινδύνου, την επιχειρηματική στρατηγική, τις δραστηριότητες ασφάλισης ή τις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς και των συνολικών αναγκών φερεγγυότητας της επιχείρησης που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
ii)
των δραστηριοτήτων της επιχείρησης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν τις μακροοικονομικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές και έχουν τη δυνατότητα να μετατραπούν σε πηγές συστημικού κινδύνου·
στ)
τη συνολική ικανότητα της επιχείρησης για διακανονισμό των οικονομικών υποχρεώσεών της έναντι των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων και άλλων αντισυμβαλλομένων, όταν οι εν λόγω υποχρεώσεις καθίστανται απαιτητές, ακόμη και υπό ακραίες συνθήκες.
β)
παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι: ·
1α. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία δ) και ε), οι μακροοικονομικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τα εξής: Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο i), οι μακροπροληπτικές ανησυχίες περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, εύλογα δυσμενή μελλοντικά σενάρια και κινδύνους που σχετίζονται με τον πιστωτικό κύκλο και την οικονομική ύφεση, τη συμπεριφορά αγέλης σε επενδύσεις ή συγκεντρώσεις υπερβολικών ανοιγμάτων σε τομεακό επίπεδο.
1α. α)
το επίπεδο των επιτοκίων και των πιστωτικών περιθωρίων·
β)
το επίπεδο των δεικτών των χρηματοοικονομικών αγορών·
γ)
τον πληθωρισμό·
δ)
τη διασυνδεσιμότητα με άλλους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές·
ε)
την κλιματική αλλαγή, πανδημίες, άλλα συμβάντα μαζικής κλίμακας και λοιπές καταστροφές που ενδέχεται να επηρεάζουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
1β. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ανάλυση που απαιτείται βάσει του στοιχείου δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είναι ανάλογη προς τη φύση των κινδύνων, καθώς και προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει προηγούμενη εποπτική έγκριση, δυνάμει του άρθρου 29δ, δεν υποχρεούνται να διενεργούν την ανάλυση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
γ)
η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2α. Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 77β, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 77α παράγραφος 2, στα άρθρα 308γ και 308δ ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 111 παράγραφος 2α, διεξάγει την αξιολόγηση συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η απαίτηση αξιολόγησης για τον μηχανισμό σταδιακής εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 77α δεν ισχύει για νόμισμα για το οποίο ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
2α. α)
το μερίδιο των μελλοντικών ταμειακών ροών που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα σε σχέση με όλες τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν υπερβαίνει το 5 %·
β)
όσον αφορά τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα, το μερίδιο των μελλοντικών ταμειακών ροών που αφορούν ληκτότητες για τις οποίες η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση σε σχέση με όλες τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν υπερβαίνει το 10 %.
2β. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, η εκτίμηση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει, επιπλέον, τον βαθμό στον οποίο το προφίλ κινδύνου της σχετικής επιχείρησης αποκλίνει από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας.
δ)
η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
5. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ετησίως και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ κινδύνου τους. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να διενεργούν την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τουλάχιστον ανά διετία και χωρίς καθυστέρηση μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ κινδύνου τους, εκτός εάν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει των ειδικών συνθηκών της επιχείρησης, ότι απαιτείται συχνότερη εκτίμηση, όταν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: Η εξαίρεση από την ετήσια εκτίμηση δεν εμποδίζει την επιχείρηση να εντοπίζει, να υπολογίζει, να διαχειρίζεται, να παρακολουθεί και να αναφέρει κινδύνους σε συνεχή βάση.
5. α)
η επιχείρηση ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση·
β)
η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση ή εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι είτε νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση ή η εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση είτε φυσικά πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του εν λόγω ομίλου και η επιχειρηματική δραστηριότητα που καλύπτει φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του ομίλου παραμένει κάτω του 5 % των τεχνικών προβλέψεων·
ii)
οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή της εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.
ε)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
8. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία δ) και ε), σε περίπτωση που έχει δοθεί μακροπροληπτική εντολή σε αρχές πλην των εποπτικών αρχών, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές κοινοποιούν τα πορίσματα των μακροπροληπτικών τους αξιολογήσεων όσον αφορά την εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, στους σχετικούς εθνικούς φορείς και αρχές που διαθέτουν μακροπροληπτική εντολή. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται με οποιουσδήποτε εθνικούς φορείς και αρχές που διαθέτουν μακροπροληπτική εντολή, με σκοπό την ανάλυση των αποτελεσμάτων και, κατά περίπτωση, τον εντοπισμό τυχόν μακροπροληπτικών ανησυχιών ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων μπορούν να επηρεάσουν τις μακροοικονομικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές κοινοποιούν στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τυχόν μακροπροληπτικές ανησυχίες και παραμέτρους εισόδου που έχουν σημασία για την εκτίμηση.
9. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την υποβολή αιτήματος διενέργειας οποιασδήποτε από τις αναλύσεις που αναφέρονται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), η εποπτική αρχή εξετάζει αν οποιαδήποτε από τις εν λόγω αναλύσεις διενεργείται σε επίπεδο ομίλου από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, και καλύπτει τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω θυγατρικής επιχείρησης. Οι εθνικές εποπτικές αρχές κοινοποιούν σε ετήσια βάση τόσο στην ΕΑΑΕΣ όσο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τον κατάλογο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και τον κατάλογο των ομίλων για τους οποίους ζητούν τα πρόσθετα μακροπροληπτικά μέτρα.
24) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
24)
Άρθρο 45α Ανάλυση σεναρίων για την κλιματική αλλαγή
1. Για τους σκοπούς του εντοπισμού και της εκτίμησης των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 2, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αξιολογεί επίσης αν παρουσιάζει σημαντική έκθεση σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή. Στην εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, η επιχείρηση αποδεικνύει τη σημαντικότητα της έκθεσής της στους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή.
2. Εάν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρουσιάζει σημαντική έκθεση σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, η επιχείρηση προσδιορίζει τουλάχιστον δύο μακροπρόθεσμα σενάρια για την κλιματική αλλαγή, μεταξύ των οποίων τα ακόλουθα:
2. α)
ένα μακροπρόθεσμο σενάριο για την κλιματική αλλαγή, στο οποίο η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη παραμένει κάτω από δύο βαθμούς Κελσίου·
β)
ένα μακροπρόθεσμο σενάριο για την κλιματική αλλαγή, στο οποίο η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη είναι σημαντικά μεγαλύτερη από δύο βαθμούς Κελσίου.
3. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, η εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 περιέχει ανάλυση των επιπτώσεων των μακροπρόθεσμων σεναρίων για την κλιματική αλλαγή, τα οποία προσδιορίζονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, στις δραστηριότητες της επιχείρησης. Τα εν λόγω χρονικά διαστήματα είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή που είναι εγγενείς στις δραστηριότητες της επιχείρησης, αλλά δεν υπερβαίνουν τα τρία έτη.
4. Τα μακροπρόθεσμα σενάρια για την κλιματική αλλαγή που αναφέρονται στην παράγραφο 2 επανεξετάζονται τουλάχιστον ανά τριετία και επικαιροποιούνται εφόσον απαιτείται. Κατά την επανεξέταση των μακροπρόθεσμων σεναρίων για την κλιματική αλλαγή, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τις επιδόσεις των εργαλείων και των αρχών που χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενα σενάρια για την κλιματική αλλαγή, προκειμένου να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητά τους.
5. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2, 3 και 4, οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να προσδιορίζουν σενάρια για την κλιματική αλλαγή ούτε να διενεργούν εκτίμηση των επιπτώσεών τους στις δραστηριότητες της επιχείρησης..
25) Το άρθρο 51 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
25)
Άρθρο 51 Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα
1. Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που απαιτούνται κατά το άρθρο 35 παράγραφος 3 και τις αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση. Η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση αποτελείται από δύο μέρη που προσδιορίζονται σαφώς και δημοσιοποιούνται από κοινού. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει πληροφορίες που αφορούν ειδικά τους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τους δικαιούχους, ενώ το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει πληροφορίες που αφορούν επαγγελματίες της αγοράς.
1α. Το μέρος της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αφορούν τους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τους δικαιούχους περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
1α. α)
σύντομη περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης·
β)
σύντομη περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων και του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, μεταξύ άλλων σε σχέση με τους κινδύνους βιωσιμότητας· και
γ)
δήλωση σχετικά με το αν η επιχείρηση δημοσιοποιεί τα σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 19α ή στο άρθρο 29α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ.
1β. Το μέρος της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αφορούν επαγγελματίες της αγοράς περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες, είτε αυτούσιες είτε με παραπομπές σε πληροφορίες αντίστοιχες ως προς τη φύση και την έκταση, που δημοσιοποιούνται δυνάμει άλλων νομικών ή κανονιστικών απαιτήσεων:
1β. α)
περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης·
β)
περιγραφή του συστήματος διακυβέρνησης·
γ)
περιγραφή, χωριστά για τα στοιχεία του ενεργητικού, τις τεχνικές προβλέψεις και τις λοιπές υποχρεώσεις των βάσεων και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για την αποτίμησή τους·
δ)
περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων και του προφίλ κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των ακολούθων:
i)
της διάρθρωσης και του ύψους των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και της ποιότητάς τους·
ii)
των ποσών των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων·
iii)
για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν σημασία για τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών συστημάτων στην Ένωση, πληροφοριών σχετικά με την ευαισθησία στον κίνδυνο·
iv)
της επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 304 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·
v)
πληροφοριών που επιτρέπουν την ορθή κατανόηση των κυριότερων διαφορών μεταξύ των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος και εκείνων του εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιείται από την επιχείρηση για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·
vi)
του ποσού τυχόν μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τυχόν σημαντικής μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ακόμα και αν στη συνέχεια επιλύθηκε το ζήτημα, με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, καθώς και των ενδεχόμενων ληφθέντων μέτρων αποκατάστασης·
ε)
ένδειξη του αν η επιχείρηση έχει σημαντική έκθεση σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή μετά την εκτίμηση σημαντικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 45α παράγραφος 1 και, κατά περίπτωση, αν έχει θέσει σε εφαρμογή τυχόν δράσεις·
στ)
δήλωση σχετικά με το αν η επιχείρηση δημοσιοποιεί τα σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 19α ή στο άρθρο 29α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
ζ)
τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 2γ στοιχείο δ).
1γ. Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 77β, η περιγραφή που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1β του παρόντος άρθρου και στα σημεία i) και ii) του στοιχείου δ) της παραγράφου 1β του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει επίσης περιγραφή της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του χαρτοφυλακίου των υποχρεώσεων και των δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού στα οποία εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, καθώς και ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων που θα είχε στη χρηματοοικονομική θέση της επιχείρησης τυχόν μηδενισμός της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης. Η περιγραφή που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1β του παρόντος άρθρου και στα σημεία i) και ii) του στοιχείου δ) της παραγράφου 1β του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει επίσης δήλωση σχετικά με το αν η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ χρησιμοποιείται από την επιχείρηση και, σε περίπτωση που χρησιμοποιείται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, δημοσιοποιούνται οι ακόλουθες πληροφορίες:
1γ. α)
ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων που θα είχε στη χρηματοοικονομική θέση της επιχείρησης τυχόν μηδενισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας·
β)
για κάθε σχετικό νόμισμα ή, κατά περίπτωση, σχετική χώρα, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 77δ και οι αντίστοιχες βέλτιστες εκτιμήσεις για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.
2. Η περιγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1β στοιχείο δ) σημείο i) περιλαμβάνει ανάλυση πιθανών σημαντικών μεταβολών σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς και επεξήγηση ενδεχόμενων σοβαρών διαφορών σε σχέση με την αξία των εν λόγω στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις, καθώς και σύντομη περιγραφή της δυνατότητας μεταφοράς κεφαλαίων. Η δημοσιοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρεται στο σημείο ii) του στοιχείου δ) της παραγράφου 1β του παρόντος άρθρου εμφανίζει χωριστά το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητες 2 και 3 και οποιεσδήποτε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 37 ή τον αντίκτυπο των ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 110, παράλληλα με συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγησή τους από την οικεία εποπτική αρχή. Η δημοσιοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από ένδειξη ότι το τελικό τους ύψος εξακολουθεί να υπόκειται σε εποπτική αξιολόγηση.
3. Οι εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να δημοσιοποιούν το μέρος που αφορά κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων και δικαιούχους και υποχρεούνται μόνο να περιλαμβάνουν στο μέρος που αφορά επαγγελματίες της αγοράς τα απαιτούμενα ποσοτικά στοιχεία βάσει των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 56, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
3. α)
οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι είτε νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση είτε φυσικά πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του εν λόγω ομίλου και η επιχειρηματική δραστηριότητα που καλύπτει φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του ομίλου παραμένει κάτω του 5 % των τεχνικών προβλέψεων·
β)
οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.
4. Οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να δημοσιοποιούν το μέρος που αφορά κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων και δικαιούχους και υποχρεούνται μόνο να περιλαμβάνουν στο μέρος που αφορά επαγγελματίες της αγοράς τα απαιτούμενα ποσοτικά στοιχεία βάσει των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 56, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
4. α)
οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι είτε νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση είτε φυσικά πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του εν λόγω ομίλου και η επιχειρηματική δραστηριότητα που καλύπτει φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι επιλέξιμα για κάλυψη από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του ομίλου παραμένει κάτω του 5 % των τεχνικών προβλέψεων·
β)
οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων·
γ)
τα ισχύοντα δάνεια με τη μητρική εταιρεία ή οποιαδήποτε εταιρεία του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της συγκέντρωσης ρευστών διαθεσίμων του ομίλου, δεν υπερβαίνουν το 20 % του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που κατέχει η εξαρτημένη επιχείρηση αντασφάλισης· και
δ)
η μέγιστη ζημία που προκύπτει από τις ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσδιοριστικής αποτίμησης χωρίς τη χρήση στοχαστικών μεθόδων.
5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να επιλέγουν να μη δημοσιοποιούν το μέρος της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αφορά τους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων και τους δικαιούχους.
6. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου, οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις μπορούν να δημοσιοποιούν μόνο τα απαιτούμενα ποσοτικά στοιχεία βάσει των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 56 στο τμήμα της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που περιλαμβάνει πληροφορίες οι οποίες αφορούν επαγγελματίες της αγοράς, υπό τον όρο ότι δημοσιοποιούν ανά τριετία πλήρη έκθεση που περιέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται στο παρόν άρθρο.
7. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν και να υποβάλλουν στην εποπτική αρχή τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ετήσια ή λιγότερο συχνή βάση εντός 18 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης.
8. Στο πλαίσιο της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις επιπτώσεις της χρήσης, προς τον σκοπό του καθορισμού των τεχνικών προβλέψεων που προβλέπονται στο άρθρο 77, της διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που καθορίζεται χωρίς την εφαρμογή του μεταβατικού μέτρου για την παρέκταση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77ε παράγραφος 1 στοιχείο αα), αντί της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η απαίτηση δημοσιοποίησης δεν ισχύει για νόμισμα για το οποίο ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
8. α)
το μερίδιο των μελλοντικών ταμειακών ροών που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα σε σχέση με όλες τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν υπερβαίνει το 5 %·
β)
όσον αφορά τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα, το μερίδιο των μελλοντικών ταμειακών ροών που αφορούν ληκτότητες για τις οποίες η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση σε σχέση με όλες τις μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν υπερβαίνει το 10 %..
26) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
26)
Άρθρο 51α Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: απαιτήσεις λογιστικού ελέγχου
1. Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων και των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ο ισολογισμός που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1 ή ο ισολογισμός που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της ενιαίας έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 256 παράγραφος 2 στοιχείο β) υπόκειται σε λογιστικό έλεγχο.
2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 29γ, τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν το εύρος της απαίτησης λογιστικού ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε άλλα στοιχεία της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση.
4. Ο λογιστικός έλεγχος διενεργείται από νόμιμο ελεγκτή ή από ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα δυνάμει του άρθρου 26 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία, κατά την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος, συμμορφώνονται με τα καθήκοντα των ελεγκτών που καθορίζονται στο άρθρο 72 της παρούσας οδηγίας.
5. Στα κράτη μέλη όπου στις 28 Ιανουαρίου 2025 οι εγγεγραμμένοι αναλογιστές εξουσιοδοτούνται, δυνάμει του εθνικού δικαίου, να ελέγχουν τις τεχνικές προβλέψεις, τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλίσεις και τα συναφή στοιχεία, οι εν λόγω εγγεγραμμένοι αναλογιστές μπορούν να συνεχίσουν να διενεργούν τέτοιους λογιστικούς ελέγχους, υπό την προϋπόθεση ότι ενεργούν σύμφωνα με δεσμευτικά πρότυπα που διασφαλίζουν λογιστικό έλεγχο υψηλής ποιότητας και καλύπτουν τουλάχιστον τον τομέα της ελεγκτικής πρακτικής, της ανεξαρτησίας και των εσωτερικών ελέγχων ποιότητας κατά τη διενέργεια των εν λόγω λογιστικών ελέγχων, και σε συμμόρφωση με τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 72.
6. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην εποπτική αρχή, μαζί με την έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, χωριστή έκθεση, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής της φύσης και των αποτελεσμάτων του λογιστικού ελέγχου, η οποία καταρτίζεται από τον νόμιμο ελεγκτή ή από το ελεγκτικό γραφείο..
27) Το άρθρο 52 τροποποιείται ως εξής:
27) α)
στην παράγραφο 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία: ·
ε)
τον συνολικό αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, με ξεχωριστά δεδομένα για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και τις υπόλοιπες, που χρησιμοποιούν απλουστεύσεις ή μέτρα αναλογικότητας και τον αριθμό των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν ειδικά μέτρα αναλογικότητας·
στ)
τον αριθμό των ομίλων, με ξεχωριστά δεδομένα για τους μικρούς και μη πολύπλοκους ομίλους και τους υπόλοιπους ομίλους, που χρησιμοποιούν απλουστεύσεις ή μέτρα αναλογικότητας και τον αριθμό των ομίλων που χρησιμοποιούν ειδικά μέτρα αναλογικότητας.
β)
στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
στ)
για κάθε κράτος μέλος, τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και τον αριθμό των ομίλων, με ξεχωριστά δεδομένα για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις ή ομίλους, αντιστοίχως, και τις λοιπές επιχειρήσεις ή ομίλους, που χρησιμοποιούν απλουστεύσεις ή μέτρα αναλογικότητας, και τον αριθμό των επιχειρήσεων ή των ομίλων που χρησιμοποιούν ειδικές απλουστεύσεις και άλλα μέτρα αναλογικότητας.
γ)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
3. Η ΕΑΑΕΣ παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις πληροφορίες της παραγράφου 2, μαζί με έκθεση στην οποία περιγράφεται ο βαθμός εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των εποπτικών αρχών στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρήση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων και τη χρήση μέτρων αναλογικότητας.
4. Η ΕΑΑΕΣ προβαίνει σε εκτίμηση των επιπτώσεων της εφαρμογής των κριτηρίων του άρθρου 29α παράγραφος 1 για τον προσδιορισμό μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων, καθώς και των κριτηρίων του άρθρου 213α παράγραφος 1 για τον προσδιορισμό μικρών και μη πολύπλοκων ομίλων, τουλάχιστον σε σχέση με τους στόχους της προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων, της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και των ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της έως τις 31 Ιανουαρίου 2030. Κατά περίπτωση, η έκθεση εξετάζει τη δυνατότητα τροποποίησης των εν λόγω κριτηρίων..
28) Στο άρθρο 53, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
28)
4. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1α στοιχείο β) και στο άρθρο 51 παράγραφος 1β στοιχεία δ) και ε)..
29) Στο άρθρο 56, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Η ΕΑΑΕΣ αναπτύσσει λύσεις ΤΠ για τις διαδικασίες, τους μορφότυπους και τα υποδείγματα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, μεταξύ άλλων για οδηγίες..
30) Στο άρθρο 58 παράγραφος 3, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
30) α)
είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ένωσης· ή
β)
είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της παρούσας οδηγίας, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
31) Στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο α), οι λέξεις άρθρου 1α σημείο 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.
32) Στο άρθρο 62 πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 57 είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της ορθής και συνετής διαχείρισης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης, στην οποία κατέχεται ειδική συμμετοχή, επιδιώκεται απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή αύξησή της, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση..
33) Στο άρθρο 63 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις οδηγίας 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
34) Στο άρθρο 64, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τις εποπτικές αρχές να δημοσιεύουν τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας ή το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή να διαβιβάζουν τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΑΕΣ προκειμένου να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης..
35) Στο άρθρο 68 παράγραφος 1, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο: Το άρθρο 64 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 67 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και των φορολογικών αρχών στο ίδιο κράτος μέλος, στον βαθμό που η ανταλλαγή αυτή επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο. Όταν οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συμφωνία της αρχής από την οποία προέρχονται..
36) Στο άρθρο 70, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
36) α)
στο στοιχείο α), οι λέξεις Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αντικαθίστανται από τη λέξη ΕΚΤ,
β)
στο στοιχείο γ), οι λέξεις Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1) αντικαθίστανται από τη λέξη ΕΣΣΚ.
37) Στο άρθρο 72 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
37)
1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ, τα οποία διενεργούν σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τον υποχρεωτικό έλεγχο στον οποίο αναφέρονται το άρθρο 34 ή 35 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή το άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή ασκούν οποιαδήποτε άλλα κατά νόμο καθήκοντα, υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμέσως στις εποπτικές αρχές κάθε πραγματικό περιστατικό ή απόφαση που αφορά την επιχείρηση αυτή, που περιέρχεται στη γνώση τους κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων και που είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα οποιοδήποτε από τα επόμενα:.
38) Το άρθρο 77 τροποποιείται ως εξής:
38) α)
στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χωριστά τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου, το περιθώριο κινδύνου υπολογίζεται με τον καθορισμό του κόστους παροχής ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ίσου προς τις χρονικά προσαρμοσμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που είναι αναγκαίες για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων καθ’ όλη τη διάρκειά τους. Η προσαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας συνίσταται σε ένα εκθετικό και εξαρτώμενο από τον χρόνο στοιχείο. ·
β)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
6. Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 θεωρείται ότι ισούται με 4,75 % την 30ή Ιανουαρίου 2027. Η περιοδική αναθεώρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο διενεργείται από την Επιτροπή το νωρίτερο την 31η Ιανουαρίου 2032.
7. Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά δικαιώματα προαίρεσης και εγγυήσεις, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης αποτυπώνουν δεόντως ότι η παρούσα αξία των ταμειακών ροών που προκύπτουν από τις εν λόγω συμβάσεις μπορεί να εξαρτάται τόσο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα μελλοντικών συμβάντων και εξελίξεων, όσο και από πιθανές αποκλίσεις του πραγματικού αποτελέσματος από το αναμενόμενο αποτέλεσμα στο πλαίσιο ορισμένων σεναρίων.
8. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 7, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ταξινομούνται ως μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει προηγούμενη εποπτική έγκριση μπορούν να χρησιμοποιούν συνετή προσδιοριστική αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης για υποχρεώσεις από ασφαλίσεις και αντασφαλίσεις ζωής με δικαιώματα προαίρεσης και εγγυήσεις που δεν θεωρούνται σημαντικές..
39) Το άρθρο 77α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
39)
Άρθρο 77α Παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου
1. Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 γίνεται με τη χρήση των πληροφοριών που συνάγονται από τα σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα και είναι συνεπής προς τις πληροφορίες αυτές. Κατά τον προσδιορισμό αυτόν, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για τις ληκτότητες πέρα από το πρώτο σημείο εξομάλυνσης, το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο. Το πρώτο σημείο εξομάλυνσης για ένα νόμισμα είναι η μεγαλύτερη ληκτότητα για την οποία πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Το παρεκτεταμένο τμήμα της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται σε προθεσμιακά επιτόκια που συγκλίνουν ομαλά από το εφαρμοστέο προθεσμιακό επιτόκιο στο πρώτο σημείο εξομάλυνσης προς ένα τελικό προθεσμιακό επιτόκιο (UFR). Το παρεκτεταμένο προθεσμιακό επιτόκιο ισούται με τον σταθμισμένο μέσο όρο ενός προθεσμιακού επιτοκίου ρευστότητας και του UFR. Το προθεσμιακό επιτόκιο ρευστότητας βασίζεται σε ένα προθεσμιακό επιτόκιο ή ένα σύνολο προθεσμιακών επιτοκίων σε σχέση με τις μεγαλύτερες ληκτότητες για τις οποίες μπορεί να παρατηρείται το σχετικό χρηματοοικονομικό μέσο σε μια αγορά με βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για ληκτότητες τουλάχιστον 40 ετών μετά το πρώτο σημείο εξομάλυνσης, ο συντελεστής στάθμισης του UFR είναι τουλάχιστον 77,5 %. Το παρεκτεταμένο τμήμα των σχετικών επιτοκίων άνευ κινδύνου λαμβάνει υπόψη πληροφορίες από χρηματοοικονομικά μέσα εκτός των ομολόγων, όταν οι αγορές των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια.
1. α)
οι αγορές χρηματοοικονομικών μέσων με την εν λόγω ληκτότητα διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια·
β)
το ποσοστό των ανεξόφλητων ομολόγων με την εν λόγω ληκτότητα, ή μεγαλύτερη, μεταξύ όλων των ανεξόφλητων ομολόγων στο συγκεκριμένο νόμισμα είναι επαρκώς υψηλό.
2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης από την εποπτική αρχή τους, να εφαρμόζουν τον μηχανισμό σταδιακής εφαρμογής που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο. Ο μηχανισμός σταδιακής εφαρμογής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποτελείται από τα ακόλουθα: Ο μηχανισμός σταδιακής εφαρμογής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν επηρεάζει τον καθορισμό του βάθους, της ρευστότητας και της διαφάνειας των χρηματοοικονομικών αγορών ούτε το πρώτο σημείο εξομάλυνσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δημοσιοποιούν, στο μέρος της έκθεσής τους για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση το οποίο συνίσταται σε πληροφορίες που αφορούν επαγγελματίες της αγοράς οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1β:
2. α)
την 30ή Ιανουαρίου 2027, οι παράμετροι για τον καθορισμό της ταχύτητας σύγκλισης των προθεσμιακών επιτοκίων προς το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο της παρέκτασης καθορίζονται κατά τρόπο τέτοιον ώστε η διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου να είναι αρκετά παρόμοια με τη διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου κατά την εν λόγω ημερομηνία, που καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες παρέκτασης που ισχύουν την 29η Ιανουαρίου 2027·
β)
οι παράμετροι που καθορίζουν την ταχύτητα σύγκλισης των προθεσμιακών επιτοκίων προς το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο της παρέκτασης μειώνονται γραμμικά στην αρχή κάθε ημερολογιακού έτους, έτσι ώστε οι τελικές παράμετροι της παρέκτασης να εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2032.
α)
το γεγονός ότι εφαρμόζουν τον μηχανισμό σταδιακής εφαρμογής για παρέκταση· και
β)
την ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων της μη εφαρμογής του μηχανισμού σταδιακής εφαρμογής στη χρηματοοικονομική τους θέση.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, την 28η Ιανουαρίου 2025, το πρώτο σημείο εξομάλυνσης για το ευρώ αντιστοιχεί σε ληκτότητα 20 ετών..
40) Στο άρθρο 77β παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο θ), μια ομαδική σύμβαση ζωής θεωρείται μία ενιαία σύμβαση..
41) Το άρθρο 77δ τροποποιείται ως εξής:
41) α)
οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μπορούν να εφαρμόζουν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι υπάρχει προηγούμενη έγκριση από τις εποπτικές αρχές, όταν πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. α)
η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για ένα δεδομένο νόμισμα εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης όλων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων της επιχείρησης στο εν λόγω νόμισμα, εάν η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των εν λόγω υποχρεώσεων δεν περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77β·
β)
η επιχείρηση μπορεί να πείσει την εποπτική αρχή ότι διαθέτει επαρκείς διαδικασίες για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
1α. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφάρμοσαν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 πριν από την 29η Ιανουαρίου 2026 μπορούν, χωρίς προηγούμενη έγκριση από την εποπτική αρχή, να συνεχίσουν να εφαρμόζουν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τις προϋποθέσεις για προηγούμενη έγκριση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου την 30ή Ιανουαρίου 2027.
1β. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση την υποχρέωση να διακόψει την εφαρμογή προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, εάν η επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για προηγούμενη έγκριση που ορίζει το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που η επιχείρηση αποκαθιστά τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω προϋποθέσεις, μπορεί να ζητήσει προηγούμενη έγκριση από τις εποπτικές αρχές για την εφαρμογή προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
1γ. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης από την εποπτική αρχή, να εφαρμόζουν ειδική για κάθε επιχείρηση προσαρμογή στο διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο του νομίσματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εφόσον: Η προσαρμογή αντιστοιχεί στο χαμηλότερο μεταξύ του 105 % και του λόγου του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που υπολογίζεται με βάση το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων της επιχείρησης σε χρεωστικούς τίτλους και του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που υπολογίζεται με βάση το χαρτοφυλάκιο αναφοράς για το σχετικό νόμισμα. Το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο με βάση το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων της επιχείρησης σε χρεωστικούς τίτλους υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο με βάση το χαρτοφυλάκιο αναφοράς για το σχετικό νόμισμα, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιούνται ειδικά ανά επιχείρηση δεδομένα σχετικά με τους συντελεστές στάθμισης και τη μέση διάρκεια των σχετικών υποκατηγοριών εντός του χαρτοφυλακίου επενδύσεων της επιχείρησης σε χρεωστικούς τίτλους για το σχετικό νόμισμα. Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δεν αυξάνεται κατά την προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παύουν αμέσως να εφαρμόζουν την προσαρμογή όταν αυξάνει το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο του νομίσματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 για δύο διαδοχικές τριμηνιαίες περιόδους αναφοράς.
1γ. α)
το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο υπερέβη το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο που υπολογίστηκε με βάση το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων της επιχείρησης σε χρεωστικούς τίτλους για τις τέσσερις τριμηνιαίες περιόδους αναφοράς πριν από την ημερομηνία αναφοράς· και
β)
οι πληροφορίες που είναι εγγενείς στα σχετικά στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης και οι οποίες υποβάλλονται από την επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφοι 1 έως 4 είναι επαρκούς ποιότητας, ώστε να επιτρέπουν άρτιο και αξιόπιστο υπολογισμό της εν λόγω προσαρμογής.
2. Για κάθε σχετικό νόμισμα, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα μπορούσε να επιτευχθεί από χαρτοφυλάκιο αναφοράς επενδύσεων σε χρεωστικούς τίτλους για το συγκεκριμένο νόμισμα και των επιτοκίων της διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα. Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς επενδύσεων σε χρεωστικούς τίτλους για ένα νόμισμα είναι αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού στο συγκεκριμένο νόμισμα στα οποία επενδύουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στο συγκεκριμένο νόμισμα.
3. Το ποσό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου για ένα νόμισμα υπολογίζεται ως εξής: VAcu= 85 % · CSSRcu · RCScu όπου: Η VAcu εφαρμόζεται μόνο στα σχετικά επιτόκια άνευ κινδύνου της διαχρονικής διάρθρωσης τα οποία δεν προκύπτουν από παρέκταση σύμφωνα με το άρθρο 77α. Όταν το παρεκτεταμένο τμήμα των σχετικών επιτοκίων άνευ κινδύνου λαμβάνει υπόψη πληροφορίες από χρηματοοικονομικά μέσα εκτός των ομολόγων κατά το άρθρο 77α παράγραφος 1, η VAcu εφαρμόζεται επίσης στα επιτόκια άνευ κινδύνου που προκύπτουν από τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα. Η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στα εν λόγω προσαρμοσμένα επιτόκια άνευ κινδύνου. Ο CSSRcu δεν μπορεί να είναι αρνητικός ούτε μεγαλύτερος από τη μονάδα. Λαμβάνει τιμές μικρότερες της μονάδας όταν η ευαισθησία των στοιχείων ενεργητικού μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε ένα νόμισμα στις μεταβολές των πιστωτικών περιθωρίων είναι μικρότερη από την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων της εν λόγω επιχείρησης στο συγκεκριμένο νόμισμα σε μεταβολές των επιτοκίων. Το RCScu υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και του τμήματος αυτού του πιστωτικού περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών ή του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή άλλου κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού. Το τμήμα του περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών, του μη αναμενόμενου πιστωτικού κινδύνου ή οποιουδήποτε άλλου κινδύνου υπολογίζεται ως ποσοστό των περιθωρίων. Το ποσοστό αυτό μειώνεται με την αύξηση των περιθωρίων και διαφοροποιεί τουλάχιστον τις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις: Η διόρθωση κινδύνου δεν υπερβαίνει ποτέ ένα κατάλληλο ποσοστό των μακροπρόθεσμων μέσων περιθωρίων. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος με νόμισμα προσδεδεμένο στο ευρώ, το οποίο πληροί τα λεπτομερή κριτήρια για τις προσαρμογές όσον αφορά νομίσματα προσδεδεμένα στο ευρώ με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας συναλλαγματικού κινδύνου, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ), κατά τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας των επιτοκίων άνευ κινδύνου για το προσδεδεμένο νόμισμα και της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας των επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ευρώ, επιτρέπεται να υπολογίζουν ενιαίο CSSRcu τόσο για το τοπικό τους νόμισμα όσο και για το ευρώ, λαμβάνοντας από κοινού υπόψη τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις που εκφράζονται σε ευρώ και στο τοπικό τους νόμισμα.
3. α)
VAcu: η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για κάθε σχετικό νόμισμα cu·
β)
CSSRcu: ο δείκτης ευαισθησίας ως προς το πιστωτικό περιθώριο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για το νόμισμα cu·
γ)
RCScu: το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο για το νόμισμα cu.
α)
όταν τα περιθώρια δεν υπερβαίνουν τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο τους·
β)
όταν τα περιθώρια υπερβαίνουν τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο τους, αλλά δεν υπερβαίνουν το διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου τους·
γ)
όταν τα περιθώρια υπερβαίνουν το διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου τους.
4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1γ, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για το ευρώ αυξάνεται μέσω προσαρμογής λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας. Η προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας υπολογίζεται ως εξής: VAEuro,macro= 85 %·CSSREuro·max(RCSco-1,3·RCSEuro;0)·ωco όπου: Ο CSSREuro υπολογίζεται ως δείκτης ευαισθησίας ως προς το πιστωτικό περιθώριο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για το ευρώ σύμφωνα με την παράγραφο 3. Το RCSco υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο για το ευρώ βάσει της παραγράφου 3, αλλά με βάση χαρτοφυλάκιο αναφοράς που είναι αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού στα οποία επενδύουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά του συγκεκριμένου κράτους σε ευρώ. Το RCSEuro υπολογίζεται ως το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο για το ευρώ σύμφωνα με την παράγραφο 3. Ο συντελεστής προσαρμογής χώρας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) υπολογίζεται ως εξής: ωco= max(min(((RCSco*-0,6 %)/0,3 %);1);0) όπου RCSco*: το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της χώρας co όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), πολλαπλασιαζόμενο επί το ποσοστό των επενδύσεων σε χρεωστικούς τίτλους σε σχέση με το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού που κατέχουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με άδεια στη χώρα co.
4. α)
VAEuro,macro: η προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας για μια χώρα co·
β)
CSSREuro: ο δείκτης ευαισθησίας ως προς το πιστωτικό περιθώριο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για το ευρώ·
γ)
RCSco: το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της χώρας co·
δ)
RCSEuro: το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο για το ευρώ·
ε)
ωco: ο συντελεστής προσαρμογής χώρας για χώρα co.
4α. Για τον υπολογισμό του περιθωρίου στο οποίο βασίζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, για κάθε νόμισμα και κάθε χώρα, το περιθώριο που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 4 είναι το σταθμισμένο ως προς την αξία άθροισμα της μέσης συναλλαγματικής διαφοράς για κρατικά ομόλογα και της μέσης συναλλαγματικής διαφοράς για ομόλογα εκτός των κρατικών ομολόγων, δάνεια και τιτλοποιήσεις. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, οι αντίστοιχοι συντελεστές στάθμισης είναι ο λόγος της αξίας των κρατικών ομολόγων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού για το εν λόγω νόμισμα ή την εν λόγω χώρα προς την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο αναφοράς, και ο λόγος της αξίας των ομολόγων πλην των κρατικών ομολόγων, δανείων και τιτλοποιήσεων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού για το εν λόγω νόμισμα ή την εν λόγω χώρα προς την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο αναφοράς..
42) Το άρθρο 77ε τροποποιείται ως εξής:
42) α)
η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)
παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία: ·
αα)
για τον σκοπό των δημοσιοποιήσεων δυνάμει του άρθρου 51 παράγραφος 8, μια σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης ή προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, η οποία καθορίζεται χωρίς την εφαρμογή του μηχανισμού σταδιακής εφαρμογής για την παρέκταση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 77α παράγραφος 2·
αβ)
το σύνολο των σεναρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη συνετή προσδιοριστική αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης όσον αφορά τις υποχρεώσεις από ασφαλίσεις και αντασφαλίσεις ζωής κατά το άρθρο 77 παράγραφος 8·
ii)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
γ)
για κάθε σχετικό νόμισμα και εθνική ασφαλιστική αγορά, ένα διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο όπως αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 3 και 4 αντίστοιχα·
iii)
προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
δ)
για κάθε σχετικό κράτος μέλος, το ποσοστό των επενδύσεων σε χρεωστικούς τίτλους σε σχέση με το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με άδεια στη χώρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφος 4.
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
1α. Για κάθε σχετικό νόμισμα και για κάθε ληκτότητα για την οποία οι αγορές των σχετικών χρηματοοικονομικών μέσων ή ομολόγων διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια, η ΕΑΑΕΣ καθορίζει και δημοσιεύει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, το ποσοστό των ομολόγων με την εν λόγω ληκτότητα, ή μεγαλύτερη, μεταξύ όλων των ομολόγων στο συγκεκριμένο νόμισμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77α παράγραφος 1.
γ)
στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Για να διασφαλίζονται ενιαίοι όροι υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων και των βασικών ιδίων κεφαλαίων, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό, για κάθε σχετικό νόμισμα, των τεχνικών πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και του πρώτου σημείου εξομάλυνσης δυνάμει του άρθρου 77α παράγραφος 1. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις μπορούν να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που δημοσιεύει η ΕΑΑΕΣ κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. ·
δ)
στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Όσον αφορά τα νομίσματα για τα οποία το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) δεν καθορίζεται στις εκτελεστικές πράξεις της παραγράφου 2, δεν εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης. Όσον αφορά τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, σε περίπτωση που το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) και το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) δεν καθορίζονται στις εκτελεστικές πράξεις της παραγράφου 2, στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δεν προστίθεται προσαρμογή λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας. ·
ε)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, δεν τροποποιείται πρώτο σημείο εξομάλυνσης για νόμισμα που ορίζεται σε εκτελεστική πράξη, εκτός εάν από την εκτίμηση των ποσοστών των ομολόγων με ληκτότητα μεγαλύτερη από μια δεδομένη ληκτότητα, ή ίση με αυτή, μεταξύ όλων των ομολόγων στο συγκεκριμένο νόμισμα προκύπτει διαφορετικό πρώτο σημείο εξομάλυνσης κατά το άρθρο 77α παράγραφος 1 και το ποσοστό που καθορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο iii) επί δύο τουλάχιστον συνεχή έτη..
44) Το άρθρο 86 τροποποιείται ως εξής:
44) α)
η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)
παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
αα)
τη συνετή προσδιοριστική αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 8, καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εν λόγω αποτίμηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης των τεχνικών προβλέψεων με δικαιώματα προαίρεσης και εγγυήσεις.
ii)
το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
τις μεθόδους, τις αρχές και τις τεχνικές καθορισμού της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, και ειδικότερα:
i)
τον μαθηματικό τύπο για την παρέκταση που αναφέρεται στο άρθρο 77α παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων που καθορίζουν την ταχύτητα σύγκλισης της παρέκτασης·
ii)
τη μέθοδο καθορισμού του βάθους, της ρευστότητας και της διαφάνειας των αγορών χρηματοοικονομικών μέσων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 77α παράγραφος 1·
iii)
τα σχετικά με το νόμισμα ποσοστά κάτω από τα οποία το μερίδιο των ομολόγων με ληκτότητα μεγαλύτερη από μια δεδομένη ληκτότητα, ή ίση με αυτή, μεταξύ όλων των ομολόγων θεωρούνται χαμηλά για τους σκοπούς του άρθρου 77α παράγραφος 1·
iv)
τον μηχανισμό σταδιακής εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 77α παράγραφος 2·
iii)
το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Η διόρθωση κινδύνου δεν υπερβαίνει ποτέ ένα κατάλληλο ποσοστό των μακροπρόθεσμων μέσων περιθωρίων. ·
θ)
τις μεθόδους και τις παραδοχές για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα:
i)
τον μαθηματικό τύπο για τον υπολογισμό του δείκτη ευαισθησίας ως προς το πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 3 και 4·
ii)
για κάθε σχετική κατηγορία στοιχείων ενεργητικού, το ποσοστό του πιστωτικού περιθωρίου που αντιπροσωπεύει το τμήμα του περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών, του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή άλλων κινδύνων, που υπολογίζεται κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 77δ παράγραφος 3· το ποσοστό αυτό μειώνεται με την αύξηση των περιθωρίων, λαμβανομένων υπόψη τουλάχιστον των ακόλουθων τριών περιπτώσεων:
1) όταν τα περιθώρια δεν υπερβαίνουν τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο τους·
2) όταν τα περιθώρια υπερβαίνουν τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο τους, αλλά δεν υπερβαίνουν το διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου τους·
3) όταν τα περιθώρια υπερβαίνουν το διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου τους.
β)
παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι: ·
1α. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το άρθρο 301α, για τον καθορισμό κριτηρίων όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού που πρέπει να είναι επιλέξιμα για συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο α).
1β. Εάν από την περιοδική αναθεώρηση του επιτοκίου κόστους κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 5 διαπιστωθεί ότι η τεκμαιρόμενη αξία δεν είναι πλέον κατάλληλη, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την τροποποίηση της τεκμαιρόμενης αξίας του επιτοκίου κόστους κεφαλαίου που ορίζεται στο άρθρο 77 παράγραφος 6. Η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει την τεκμαιρόμενη αξία του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου μόνο σε επίπεδο που δεν είναι χαμηλότερο από 4 % και δεν υπερβαίνει το 5 %.
γ)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
2α. Για την διασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του άρθρου 77 παράγραφος 8, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του συνόλου των σεναρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη συνετή προσδιοριστική αποτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης όσον αφορά τις υποχρεώσεις από ασφαλίσεις και αντασφαλίσεις ζωής που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010..
44) Στο άρθρο 92, οι παράγραφοι 1α και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
44)
1α. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το άρθρο 301α, για τον καθορισμό του χειρισμού των συμμετοχών, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων προσεγγίσεων για τις αφαιρέσεις σημαντικών συμμετοχών σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα από τα βασικά ίδια κεφάλαια ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Παρά τις αφαιρέσεις συμμετοχών από τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, για τον σκοπό του καθορισμού των βασικών ιδίων κεφαλαίων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 88, οι εποπτικές αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να μην αφαιρεί την αξία της συμμετοχής της σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1α. α)
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:
i)
το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκουν στον ίδιο όμιλο, όπως ορίζεται στο άρθρο 212, στον οποίο εφαρμόζεται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), και το συνδεδεμένο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα δεν υπόκειται στην αφαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 228 παράγραφος 5· ή
ii)
οι εποπτικές αρχές απαιτούν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή επιτρέπουν σε αυτές να εφαρμόζουν τεχνικές μεθόδους υπολογισμού, σύμφωνα με το παράρτημα Ι μέρος ΙΙ της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, και το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα περιλαμβάνεται στην ίδια συμπληρωματική εποπτεία, βάσει της εν λόγω οδηγίας, με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·
β)
οι εποπτικές αρχές έχουν βεβαιωθεί για το επίπεδο της ενοποιημένης διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνων και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου που αναφέρεται στο σημείο i) του στοιχείου α) ή στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας που αναφέρεται στο σημείο ii) του στοιχείου α) ·
γ)
η συμμετοχή στο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα είναι στρατηγικού χαρακτήρα επένδυση σε μετοχές, όπως ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ).
2. Οι συμμετοχές σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1α περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
2. α)
συμμετοχές τις οποίες κατέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:
i)
σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1) και 26), αντιστοίχως, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
ii)
σε επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
β)
πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και μέσα της κατηγορίας 2 που αναφέρονται στο άρθρο 63 του εν λόγω κανονισμού, καθώς και πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τα οποία κατέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε σχέση με τις οντότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου στις οποίες διαθέτουν συμμετοχή.
45) Στο άρθρο 95, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Για τον σκοπό αυτόν, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανατρέχουν, κατά περίπτωση, στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 97 παράγραφος 1..
46) Στο άρθρο 96, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Με την επιφύλαξη του άρθρου 95 και του άρθρου 97 παράγραφος 1, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθες ταξινομήσεις:
46)
1) τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο άρθρο 91 παράγραφος 2 ταξινομούνται στην κατηγορία 1·
2) οι πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις που τηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ταξινομούνται στην κατηγορία 2·
3) τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους των κατηγοριών 6, 12 και 17 του παραρτήματος Ι μέρος Α, έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών, ταξινομούνται στην κατηγορία 2..
47) Στο άρθρο 105 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
47)
7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 301α, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να αποτυπώνεται ο κίνδυνος που ενέχουν τα κρυπτοστοιχεία στην ενότητα για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και στην ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου..
48) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
48)
Άρθρο 105α Μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές
1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 101 παράγραφος 3 και στο πλαίσιο της υποενότητας κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου να εφαρμόζουν κεφαλαιακή απαίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 4 σε συγκεκριμένο υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές που τηρούνται με μακροπρόθεσμη προοπτική του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές, εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποδεικνύει με ικανοποιητικά στοιχεία στην εποπτική αρχή ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. α)
το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές προσδιορίζεται σαφώς και υπόκειται σε χωριστή διαχείριση από τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης·
β)
εφαρμόζεται πολιτική διαχείρισης μακροπρόθεσμων επενδύσεων για κάθε χαρτοφυλάκιο μακροπρόθεσμων μετοχών, η οποία αντικατοπτρίζει τη δέσμευση της επιχείρησης να τηρεί τη συνολική έκθεση σε μετοχές στο υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές για περίοδο που υπερβαίνει κατά μέσο όρο τα πέντε έτη. Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης εγκρίνει ρητά τις πολιτικές διαχείρισης επενδύσεων και οι εν λόγω πολιτικές επανεξετάζονται συχνά σε σχέση με την πραγματική διαχείριση των χαρτοφυλακίων και δηλώνονται στην εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας της επιχείρησης που αναφέρεται στο άρθρο 45·
γ)
το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές αποτελείται μόνο από μετοχές που είναι εισηγμένες σε χώρες που είναι μέλη του ΕΟΧ ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ή από μη εισηγμένες μετοχές εταιρειών που έχουν την έδρα τους σε χώρες που είναι μέλη του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ·
δ)
σε συνεχή βάση και υπό ακραίες συνθήκες, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι σε θέση να αποφύγει την αναγκαστική πώληση επενδύσεων σε μετοχές εντός του υποσυνόλου για πέντε έτη·
ε)
οι πολιτικές διαχείρισης κινδύνου, διαχείρισης ενεργητικού-παθητικού και επενδύσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποτυπώνουν την πρόθεση της επιχείρησης να τηρεί το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές για περίοδο συμβατή με την απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο β) και την ικανότητα της επιχείρησης να πληροί την απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο δ)·
στ)
το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές είναι κατάλληλα διαφοροποιημένο κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται η υπερβολική εξάρτηση από συγκεκριμένο εκδότη ή όμιλο επιχειρήσεων και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε μετοχές συνολικά με το ίδιο προφίλ κινδύνου·
ζ)
το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές δεν περιλαμβάνει συμμετοχές.
2. Όταν μετοχές τηρούνται εντός ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων ή εντός ορισμένων ειδών επιχειρήσεων συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, που σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας έχουν προφίλ χαμηλότερου κινδύνου, οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αξιολογούνται στο επίπεδο των κεφαλαίων και όχι των υποκείμενων στοιχείων του ενεργητικού που τηρούνται εντός των εν λόγω κεφαλαίων.
3. Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές, σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιστρέφουν σε μια προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που αντιμετωπίζει ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές δεν συμμορφώνεται πλέον με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης. Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώνεται για πρώτη φορά η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει στην εποπτική αρχή τις απαραίτητες πληροφορίες και της κοινοποιεί τα μέτρα που θα λάβει η επιχείρηση για να επιτύχει, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώνεται για πρώτη φορά η μη συμμόρφωση, την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εν λόγω προϋποθέσεις. Σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώνεται για πρώτη φορά η μη συμμόρφωση, παύει να ταξινομεί οποιαδήποτε επένδυση σε μετοχές ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές σύμφωνα με το παρόν άρθρο για περίοδο δυόμισι ετών ή για όσο διάστημα δεν αποκαθίσταται η συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, όποια περίοδος είναι μεγαλύτερη.
4. Η κεφαλαιακή απαίτηση για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες μετοχές.
5. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 301α για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, καθορίζοντας περαιτέρω:
5. α)
τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·
β)
τα είδη επιχειρήσεων συλλογικών επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ)
τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 και στην τακτική εποπτική αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 5α..
49) Στο άρθρο 106, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
49)
3. Η συμμετρική προσαρμογή της τυποποιημένης επιβάρυνσης του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή επιβάρυνσης του κεφαλαίου λόγω μετοχών χαμηλότερης ή υψηλότερης κατά περισσότερες από 13 εκατοστιαίες μονάδες από την τυποποιημένη επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών..
50) Το άρθρο 109 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
50)
Άρθρο 109 Απλουστεύσεις στην τυποποιημένη μέθοδο
1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλουστευμένο υπολογισμό για συγκεκριμένη ενότητα κινδύνου ή υποενότητα κινδύνου όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλουστευμένο υπολογισμό για μια συγκεκριμένη ενότητα ή υποενότητα κινδύνου, εφόσον μπορούν να αποδείξουν με ικανοποιητικά στοιχεία στην εποπτική αρχή και τουλάχιστον ανά πενταετία ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι απλουστευμένοι υπολογισμοί διαμορφώνονται σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 3.
1. α)
η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη χρήση απλουστευμένου υπολογισμού·
β)
θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να χρησιμοποιεί τον τυποποιημένο υπολογισμό·
γ)
το σφάλμα σε σχέση με τον τυποποιημένο υπολογισμό δεν οδηγεί σε ουσιώδη ανακρίβεια των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες ο απλουστευμένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας οι οποίες υπερβαίνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον τυποποιημένο υπολογισμό.
α)
κάθε επιμέρους ενότητα ή υποενότητα κινδύνου για την οποία υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί απλουστευμένος υπολογισμός αντιπροσωπεύει, χωρίς την εφαρμογή της απλούστευσης, λιγότερο από το 2 % των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·
β)
το άθροισμα όλων των ενοτήτων ή υποενοτήτων κινδύνου για τις οποίες υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί απλουστευμένος υπολογισμός αντιπροσωπεύει, χωρίς την εφαρμογή της απλούστευσης, λιγότερο από το 10 % των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 102 παράγραφος 1, όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και μια ενότητα κινδύνου ή υποενότητα κινδύνου δεν αντιπροσωπεύει μερίδιο άνω του 5 % των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 103 στοιχείο α), η επιχείρηση μπορεί να κάνει χρήση απλουστευμένου υπολογισμού για την εν λόγω ενότητα κινδύνου ή υποενότητα κινδύνου για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη από τον εν λόγω υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, το άθροισμα των μετοχών, σε σχέση με τις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, κάθε ενότητας κινδύνου ή υποενότητας κινδύνου για την οποία εφαρμόζονται οι απλουστευμένοι υπολογισμοί δυνάμει της εν λόγω παραγράφου δεν υπερβαίνει το 10 %. Το μερίδιο μιας ενότητας κινδύνου ή υποενότητας κινδύνου σε σχέση με τις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ισούται με το μερίδιο αυτό, όπως υπολογίστηκε την τελευταία φορά κατά την οποία η ενότητα κινδύνου ή υποενότητα κινδύνου είχε υπολογιστεί χωρίς τη χρήση απλουστευμένου υπολογισμού δυνάμει της παραγράφου 2..
51) Το άρθρο 111 τροποποιείται ως εξής:
51) α)
η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)
τα στοιχεία ιβ) και ιγ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: ·
ιβ)
τους προβλεπόμενους απλουστευμένους υπολογισμούς για συγκεκριμένες ενότητες κινδύνου και υποενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 109 παράγραφος 1 και για τις ενότητες επουσιώδους κινδύνου και υποενότητες επουσιώδους κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 109 παράγραφος 2, καθώς και τα κριτήρια που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, πρέπει να ικανοποιούν για να μπορούν να χρησιμοποιούν απλουστεύσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 109 παράγραφος 1·
ιγ)
την προσέγγιση που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις ειδικές συμμετοχές, υπό την έννοια του άρθρου 13 σημείο 21), κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, ιδίως κατά τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5, λαμβανόμενης υπόψη της πιθανής μείωσης στη διακύμανση της αξίας των εν λόγω ειδικών συμμετοχών λόγω της στρατηγικής φύσης των συγκεκριμένων επενδύσεων και της επιρροής που ασκεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε αυτές τις επιχειρήσεις στις οποίες γίνονται επενδύσεις.
ii)
προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι μέθοδοι, οι παραδοχές και οι τυποποιημένες παράμετροι για την υποενότητα κινδύνου επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) αντανακλούν τον κίνδυνο ενδεχόμενης περαιτέρω μείωσης των επιτοκίων, ακόμη και όταν είναι χαμηλά ή αρνητικά, και ο υπολογισμός της υποενότητας κινδύνου επιτοκίου είναι σύμφωνος με την παρέκταση των επιτοκίων σύμφωνα με το άρθρο 77α. Κατά παρέκκλιση από την πρώτη περίοδο του παρόντος εδαφίου, κατά τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου επιτοκίου δεν απαιτείται να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος πτώσης των επιτοκίων σε επίπεδα κάτω από ένα αρνητικό κατώτατο όριο, όταν το αρνητικό κατώτατο όριο καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι επαρκώς μικρή η πιθανότητα να μην είναι πάντοτε πάνω από το αρνητικό κατώτατο όριο τα επιτόκια σε όλα τα σχετικά νομίσματα και για όλες τις ληκτότητες. Για τους σκοπούς του στοιχείου η) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι μέθοδοι και οι προσαρμογές που πρέπει να χρησιμοποιούνται ώστε να αντανακλάται το μειωμένο εύρος διαφοροποίησης κινδύνου για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης δεν εφαρμόζονται στα χαρτοφυλάκια στοιχείων ενεργητικού που δεν είναι κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης και τα οποία διατίθενται για την κάλυψη αντίστοιχης βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο α). ·
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
2α. Όταν η Επιτροπή, δυνάμει του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας καθορίζοντας τις μεθόδους, παραδοχές και τυποποιημένες παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), με στόχο τη βελτίωση της ευαισθησίας των κεφαλαιακών απαιτήσεων ανάλογα με την εξέλιξη των επιτοκίων, οι τροποποιήσεις στην υποενότητα κινδύνου επιτοκίου μπορούν να εφαρμόζονται σταδιακά εντός μεταβατικής περιόδου διάρκειας έως πέντε ετών. Η εν λόγω σταδιακή εφαρμογή είναι υποχρεωτική και ισχύει για όλες τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
γ)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
3. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2030, και στη συνέχεια ανά πενταετία, η ΕΑΑΕΣ διενεργεί αξιολόγηση για την καταλληλότητα των μεθόδων, των παραδοχών και των τυποποιημένων παραμέτρων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με βάση την τυποποιημένη μέθοδο. Λαμβάνει, ιδίως, υπόψη την απόδοση κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού και χρηματοοικονομικών μέσων, τη συμπεριφορά των επενδυτών στις συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού και χρηματοοικονομικά μέσα, καθώς και τις εξελίξεις στη διεθνή προτυποποίηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Μπορεί να δίνεται προτεραιότητα στην εξέταση ορισμένων κινδύνων και ορισμένων κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού. Με βάση την αξιολόγηση της ΕΑΑΕΣ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, προτάσεις για την τροποποίηση της παρούσας οδηγίας ή των κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται δυνάμει αυτής. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τη σταδιακή εφαρμογή που αναφέρεται στην παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου δημοσιοποιούν, στο μέρος της έκθεσής τους για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση το οποίο συνίσταται σε πληροφορίες που αφορούν επαγγελματίες της αγοράς και αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1β:
3. i)
το γεγονός ότι εφαρμόζουν τη σταδιακή εφαρμογή που αναφέρεται στην παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου· και
ii)
την ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων της μη εφαρμογής της σταδιακής εφαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου στη χρηματοοικονομική τους θέση..
52) Στο άρθρο 112, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
52)
7. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αφού λάβουν έγκριση από τις εποπτικές αρχές για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, παρέχουν στις εποπτικές αρχές, ανά διετία, εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην ενότητα 2. Οι εποπτικές αρχές μπορούν, με απόφαση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι, να ζητούν συχνότερη υποβολή εκθέσεων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση..
53) Στο άρθρο 122, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
53)
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 77δ, μόνο εάν: Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), ο προσδιορισμός του αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου για ένα συγκεκριμένο νόμισμα βασίζεται στα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης που εκφράζονται στο εν λόγω νόμισμα και χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στο εν λόγω νόμισμα..
5. α)
η μέθοδος συνεκτίμησης της επίδρασης των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για νόμισμα δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την προσαρμογή του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ανά επιχείρηση δυνάμει του άρθρου 77δ παράγραφος 1γ ούτε, στην περίπτωση του ευρώ, την ενδεχόμενη αύξηση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας μέσω προσαρμογής λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας δυνάμει του άρθρου 77δ παράγραφος 4·
β)
οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας δεν είναι χαμηλότερες από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
i)
τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται ως κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, με τη διαφορά ότι η επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από την ΕΑΑΕΣ για τους σκοπούς της δημοσίευσης των τεχνικών πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 77ε παράγραφος 1 στοιχείο γ)·
ii)
τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με το σημείο i) του παρόντος στοιχείου, με τη διαφορά ότι το αντιπροσωπευτικό χαρτοφυλάκιο για νόμισμα που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο προσδιορίζεται με βάση τα στοιχεία ενεργητικού στα οποία επενδύει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και όχι με βάση τα στοιχεία ενεργητικού όλων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα.
54) Το άρθρο 132 τροποποιείται ως εξής:
54) α)
στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις οδηγία 85/611/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγία 2009/65/ΕΚ·
β)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
5. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη πιθανές μακροοικονομικές και χρηματοοικονομικές εξελίξεις της αγοράς, κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επενδυτική στρατηγική τους. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν επίσης υπόψη τον αντίκτυπο των κινδύνων βιωσιμότητας στις επενδύσεις τους και τον δυνητικό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο των επενδυτικών τους αποφάσεων στους παράγοντες βιωσιμότητας, κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επενδυτική στρατηγική τους.
6. Μετά από αίτημα της εποπτικής αρχής, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μακροπροληπτικές ανησυχίες κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επενδυτική στρατηγική τους και αξιολογούν τον βαθμό στον οποίο η επενδυτική στρατηγική τους μπορεί να επηρεάσει τις μακροοικονομικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές και έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε πηγή συστημικού κινδύνου, και ενσωματώνουν τις εν λόγω παραμέτρους στις επενδυτικές αποφάσεις τους.
7. Για τους σκοπούς των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, οι μακροοικονομικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές, καθώς και οι μακροπροληπτικές ανησυχίες, έχουν την ίδια έννοια με εκείνη του άρθρου 45.
8. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την υποβολή του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), η εποπτική αρχή εξετάζει αν η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου διενεργείται σε επίπεδο ομίλου από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, και καλύπτει τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω θυγατρικής επιχείρησης..
55) Στο άρθρο 133 παράγραφος 3, οι λέξεις οδηγία 85/611/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγία 2009/65/ΕΚ.
56) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
56)
Άρθρο 136α Επιδείνωση της κατάστασης φερεγγυότητας
1. Μετά από γνωστοποίηση δυνάμει του άρθρου 136 ή μετά την επισήμανση της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 3, όταν επιδεινώνεται η κατάσταση φερεγγυότητας της επιχείρησης, οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της επιδείνωσης.
2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ανάλογα προς τον κίνδυνο και τη σημασία της επιδεινούμενης κατάστασης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:
2. α)
να απαιτούν από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης να επικαιροποιεί το προληπτικό σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όταν οι περιστάσεις διαφέρουν από τις παραδοχές που παρατίθενται στο εν λόγω σχέδιο·
β)
να απαιτούν από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στο προληπτικό σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1· όταν το σχέδιο επικαιροποιείται σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα μέτρα που λαμβάνονται περιλαμβάνουν κάθε επικαιροποιημένο μέτρο·
γ)
να απαιτούν από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο επιχείρησης που δεν διαθέτει προληπτικό σχέδιο ανάκαμψης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1, να προσδιορίζει τα αίτια της μη συμμόρφωσης ή της πιθανής μη συμμόρφωσης με τις κανονιστικές απαιτήσεις και να προσδιορίζει κατάλληλα μέτρα και χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των εν λόγω κανονιστικών απαιτήσεων·
δ)
να απαιτούν από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης να αναστέλλει ή να περιορίζει τις μεταβλητές αποδοχές και τη συμμετοχή στα κέρδη, τις διανομές επί μέσων ιδίων κεφαλαίων ή την αποπληρωμή ή επαναγορά στοιχείων ιδίων κεφαλαίων.
57) Το άρθρο 138 παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:
57) α)
το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Σε περίπτωση έκτακτων αντίξοων καταστάσεων με επιπτώσεις για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων, όπως διαπιστώνει η ΕΑΑΕΣ, η εποπτική αρχή μπορεί να παρατείνει, για τις πληττόμενες επιχειρήσεις, το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο κατά επτά έτη το πολύ, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της μέσης διάρκειας των τεχνικών προβλέψεων. ·
β)
στο δεύτερο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της ΕΑΑΕΣ βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου η ΕΑΑΕΣ διαπιστώνει, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας εποπτικής αρχής και, κατά περίπτωση, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, την ύπαρξη έκτακτης αντίξοης κατάστασης..
58) Το άρθρο 139 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
58)
Άρθρο 139 Μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις
1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν αμέσως την εποπτική αρχή, εάν διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης εντός των επομένων τριών μηνών. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η απαίτηση ενημέρωσης της εποπτικής αρχής εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης κατά τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων δυνάμει του άρθρου 129 παράγραφος 4 ή κατά τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων μεταξύ δύο ημερομηνιών κατά τις οποίες ο υπολογισμός αυτός υποβάλλεται στην εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 129 παράγραφος 4.
2. Εντός ενός μηνός από τη στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή από τη στιγμή που διαπιστώνει τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης, η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει, προς έγκριση από την εποπτική αρχή, ρεαλιστικό βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα χρηματοδότησης, προκειμένου να αποκαταστήσει, εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης, τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τουλάχιστον στο επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή να μειώσει το προφίλ κινδύνου της, ώστε να διασφαλιστεί συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.
3. Εάν δεν κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης εντός δύο μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εξετάζει το ενδεχόμενο περιορισμού ή απαγόρευσης της ελεύθερης διάθεσης των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής. Μετά από αίτημα της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, οι αρχές αυτές λαμβάνουν τα ίδια μέτρα. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής προσδιορίζει τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα.
4. Η ΕΑΑΕΣ μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβαίνουν οι εποπτικές αρχές σε περίπτωση που διαπιστώνουν μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1..
59) Το άρθρο 141 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
59)
Άρθρο 141 Εποπτικές εξουσίες σε περίπτωση επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης
1. Όταν οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 136α, 138 και 139 θεωρείται από τις εποπτικές αρχές αναποτελεσματικό ή ανεπαρκές για την αντιμετώπιση της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων σε περίπτωση συμβάσεων ασφάλισης ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης.
2. Τα εν λόγω μέτρα είναι αναλογικά, ώστε να αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη διάρκεια της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης..
60) Στο άρθρο 144, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
60)
4. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες και στόχους της εποπτείας ασφαλίσεων που προβλέπονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο ΙΙΙ, τουλάχιστον έως ότου κινηθεί οποιαδήποτε διαδικασία εκκαθάρισης..
61) Στον τίτλο I, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:
61) ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIα Μακροπροληπτικά εργαλεία
Άρθρο 144α Διαχείριση κινδύνου ρευστότητας
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) να διασφαλίζει ότι διατηρούν επαρκή ρευστότητα για τον διακανονισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων έναντι των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων και άλλων αντισυμβαλλομένων όταν καθίστανται απαιτητές, ακόμη και υπό ακραίες συνθήκες.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καταρτίζουν και επικαιροποιούν σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας που καλύπτει την ανάλυση ρευστότητας βραχυπρόθεσμα, με πρόβλεψη των εισερχόμενων και των εξερχόμενων ταμειακών ροών σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις τους. Όταν ζητείται από τις εποπτικές αρχές, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επεκτείνουν το σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας προκειμένου να καλύπτει επίσης την ανάλυση ρευστότητας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καταρτίζουν και επικαιροποιούν ένα σύνολο δεικτών κινδύνου ρευστότητας για τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση πιθανών ακραίων συνθηκών ρευστότητας.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές το σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας ως μέρος των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 1.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει προηγούμενη έγκριση από την εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 29δ δεν υποχρεούνται να καταρτίζουν σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 77β ή την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, μπορούν να συνδυάζουν το σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου με το σχέδιο που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο.
Άρθρο 144β Εποπτικές εξουσίες για την αποκατάσταση ευπαθειών ρευστότητας σε εξαιρετικές περιστάσεις
1. Στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, οι εποπτικές αρχές παρακολουθούν τη θέση ρευστότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σε περίπτωση που εντοπίζουν σημαντικούς κινδύνους ρευστότητας, ενημερώνουν σχετικά την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να αντιμετωπίσει τους εν λόγω κινδύνους ρευστότητας.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να ενισχύσουν τη θέση ρευστότητάς τους σε περίπτωση εντοπισμού σημαντικών κινδύνων ή ελλείψεων ρευστότητας. Οι εν λόγω εξουσίες εφαρμόζονται όταν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την ύπαρξη σημαντικών κινδύνων ρευστότητας και την απουσία αποτελεσματικών ληφθέντων μέτρων αποκατάστασης από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Τα μέτρα που λαμβάνονται από μια εποπτική αρχή βάσει της παρούσας παραγράφου επανεξετάζονται από αυτήν τουλάχιστον κάθε έξι μήνες και αίρονται όταν η επιχείρηση έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης. Κατά περίπτωση, η εποπτική αρχή κοινοποιεί στην ΕΑΑΕΣ τα στοιχεία που αποδεικνύουν ευπάθειες ως προς τους κινδύνους ρευστότητας.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όσον αφορά μεμονωμένες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σημαντικούς κινδύνους ρευστότητας οι οποίοι ενδέχεται να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο την προστασία των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, οι εποπτικές αρχές έχουν προσωρινά την εξουσία: Η εξουσία αναστολής των δικαιωμάτων εξαγοράς ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις που επηρεάζουν την επιχείρηση, ως μέτρο έσχατης ανάγκης, και όταν αυτό είναι προς το συλλογικό συμφέρον των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων και των δικαιούχων της επιχείρησης. Πριν από την άσκηση της εξουσίας αυτής, η εποπτική αρχή λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες ακούσιες επιπτώσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές και στα δικαιώματα των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων και των δικαιούχων της επιχείρησης, μεταξύ άλλων σε διασυνοριακό πλαίσιο. Οι εποπτικές αρχές δημοσιοποιούν τους λόγους για την εφαρμογή της εν λόγω εξουσίας. Η διάρκεια εφαρμογής οποιουδήποτε μέτρου αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο είναι τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένα μέτρο μπορεί να ανανεωθεί εάν εξακολουθούν να υπάρχουν οι λόγοι που δικαιολογούν την εφαρμογή του και παύει να εφαρμόζεται όταν δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι αυτοί. Με την επιφύλαξη του άρθρου 144γ παράγραφος 6, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, έως ότου αρθεί η αναστολή των δικαιωμάτων εξαγοράς από τις εποπτικές αρχές, οι οικείες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις: Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για την επιβολή των απαιτήσεων που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς και οι αρχές με μακροπροληπτική εντολή, όταν είναι διαφορετικοί από τις εποπτικές αρχές, ενημερώνονται δεόντως και εγκαίρως για την πρόθεση της εποπτικής αρχής να κάνει χρήση των εξουσιών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, και συμμετέχουν στην εκτίμηση των πιθανών ακούσιων επιπτώσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές ενημερώνουν την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ κάθε φορά που ασκούνται οι εξουσίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο με σκοπό την αντιμετώπιση κινδύνου για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.
3. α)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις διανομές μερισμάτων στους μετόχους και σε άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης·
β)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν άλλες πληρωμές προς τους μετόχους και άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης·
γ)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις επαναγορές μετοχών και την αποπληρωμή ή εξόφληση στοιχείων ιδίων κεφαλαίων·
δ)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις συμμετοχές στα κέρδη ή άλλες μεταβλητές αποδοχές·
ε)
να αναστέλλουν τα δικαιώματα εξαγοράς των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων ζωής (δικαιώματα εξαγοράς).
α)
δεν πραγματοποιούν διανομές ή άλλες πληρωμές προς τους μετόχους ή άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης·
β)
δεν προβαίνουν σε επαναγορές μετοχών ή αποπληρωμή ή εξόφληση ενδεχόμενων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων· ή
γ)
δεν καταβάλλουν συμμετοχές στα κέρδη ή άλλες μεταβλητές αποδοχές σε μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου, σε πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις ή ανώτερα διοικητικά στελέχη.
4. Κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα κριτήρια αναλογικότητας που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3. Όταν, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, η ΕΑΑΕΣ θεωρεί ότι είναι υπερβολική η άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 από την αρμόδια αρχή, εκδίδει γνώμη προς την ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή σύμφωνα με την οποία η απόφαση της εν λόγω εποπτικής αρχής θα πρέπει να επανεξεταστεί. Η εν λόγω γνώμη δεν δημοσιοποιείται.
5. Κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, καθώς και προοπτική αξιολόγηση της φερεγγυότητας και της χρηματοοικονομικής θέσης των οικείων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α) και β).
6. Οι εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 μπορούν να ασκούνται σε σχέση με ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, όταν οι εξαιρετικές περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 επηρεάζουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος της ασφαλιστικής αγοράς. Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή για την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Εάν η αρχή που ορίζεται είναι διαφορετική από την εποπτική αρχή, το κράτος μέλος μεριμνά για τον κατάλληλο συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διαφορετικών αρχών. Ειδικότερα, όλες οι αρχές υποχρεούνται να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην ορισθείσα αρχή δυνάμει της παρούσας παραγράφου.
7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο ενημερώνει σε εύθετο χρόνο την ΕΑΑΕΣ και, σε περίπτωση που λαμβάνεται το μέτρο που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση κινδύνου για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, το ΕΣΣΚ για τη χρήση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 6. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει περιγραφή του εφαρμοζόμενου μέτρου, τη διάρκειά του και τους λόγους για τη χρήση της εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους το μέτρο κρίθηκε αποτελεσματικό και αναλογικό σε σχέση με τις αρνητικές επιπτώσεις του στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων.
8. Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν περαιτέρω:
8. α)
τα μέτρα για την αντιμετώπιση ελλείψεων στη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας, καθώς και τη μορφή, την ενεργοποίηση και τη διαβάθμιση των εξουσιών που μπορούν να ασκούν οι εποπτικές αρχές για την ενίσχυση της θέσης ρευστότητας των επιχειρήσεων σε περίπτωση που εντοπίζονται κίνδυνοι ρευστότητας οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από τις εν λόγω επιχειρήσεις·
β)
την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την προσωρινή αναστολή των δικαιωμάτων εξαγοράς·
γ)
τις προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής της προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων εξαγοράς, ως μέτρου έσχατης ανάγκης, σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και τις πτυχές που πρέπει να εξετάζονται για την ισότιμη και επαρκή προστασία των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων σε όλες τις δικαιοδοσίες των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής.
Άρθρο 144γ Εποπτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής θέσης των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 141, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής θέσης μεμονωμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε περιόδους έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα που ενδέχεται να απειλήσουν τη χρηματοοικονομική θέση της οικείας επιχείρησης ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.
2. Σε περιόδους έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα, οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να απαιτούν από επιχειρήσεις με ιδιαίτερα ευάλωτο προφίλ κινδύνου να λαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα: Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές με μακροπροληπτική εντολή ενημερώνονται δεόντως για την πρόθεση της εθνικής εποπτικής αρχής να κάνει χρήση των εξουσιών που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, και συμμετέχουν δεόντως στην αξιολόγηση έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
2. α)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις διανομές μερισμάτων στους μετόχους και σε άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης·
β)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν άλλες πληρωμές προς τους μετόχους και άλλους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης·
γ)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις επαναγορές μετοχών και την αποπληρωμή ή εξόφληση στοιχείων ιδίων κεφαλαίων·
δ)
να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις συμμετοχές στα κέρδη ή άλλες μεταβλητές αποδοχές.
3. Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι εποπτικές εξουσίες λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα κριτήρια αναλογικότητας που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 και την ύπαρξη εγκεκριμένων περιθωρίων ανοχής του κινδύνου από την επιχείρηση και ορίων στο σύστημα διαχείρισης κινδύνων της.
4. Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, καθώς και προοπτική αξιολόγηση της φερεγγυότητας και της χρηματοοικονομικής θέσης των οικείων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α) και β).
5. Η εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διαρκεί για όσο διάστημα υφίστανται οι λόγοι που δικαιολογούν τη λήψη των μέτρων. Τα μέτρα αυτά επανεξετάζονται τουλάχιστον ανά τρεις μήνες και αίρονται μόλις πάψουν να υφίστανται οι λόγοι που δικαιολογούσαν τη λήψη των μέτρων.
6. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι σημαντικές ενδοομιλικές συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 245 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των διανομών μερισμάτων εντός του ομίλου, αναστέλλονται ή περιορίζονται μόνον εάν συνιστούν απειλή για την κατάσταση φερεγγυότητας ή τη θέση ρευστότητας του ομίλου ή τουλάχιστον μίας από τις επιχειρήσεις του ομίλου. Οι εποπτικές αρχές των συνδεδεμένων επιχειρήσεων διαβουλεύονται με την αρχή εποπτείας του ομίλου πριν αναστείλουν ή πριν περιορίσουν τις συναλλαγές με τον υπόλοιπο όμιλο.
7. Για την διασφάλιση συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κριτηρίων εντοπισμού έκτακτων κλυδωνισμών σε ολόκληρο τον τομέα. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 144δ Εφαρμογή πρόσθετων μακροπροληπτικών εργαλείων
1. Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των μακροπροληπτικών εργαλείων που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο ε), στο άρθρο 132 παράγραφος 6 και στο άρθρο 144α παράγραφος 2, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εποπτικές αρχές κατά τον καθορισμό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων από τις οποίες και τους οποίους ζητείται: Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
1. α)
να διενεργήσουν τις πρόσθετες μακροπροληπτικές αναλύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο ε), λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9 του εν λόγω άρθρου·
β)
να εντάξουν στο πλαίσιο της αρχής του συνετού επενδυτή τις μακροπροληπτικές παραμέτρους που αναφέρονται στο άρθρο 132 παράγραφος 6, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου·
γ)
να καταρτίσουν και να διατηρούν σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας που καλύπτει την ανάλυση ρευστότητας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 144α παράγραφος 2.
2. Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των μακροπροληπτικών εργαλείων που αναφέρονται στο άρθρο 144α παράγραφος 2, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν το περιεχόμενο και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό συνδυασμό των σχεδίων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β), τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, και ιδίως προς το επίπεδο διασυνδεσιμότητας με τις χρηματοοικονομικές αγορές, τον διασυνοριακό χαρακτήρα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, και τις επενδύσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, και ιδίως προς τη σύνθεση των χαρτοφυλακίων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τη φύση και τη μεταβλητότητα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και την έκθεση των αναμενόμενων ταμειακών ροών των στοιχείων ενεργητικού στις διακυμάνσεις της αγοράς..
62) Στο άρθρο 145, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
62) α)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
γ)
το όνομα προσώπου το οποίο διαθέτει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση·
β)
το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται.
63) Το άρθρο 149 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
63)
Άρθρο 149 Μεταβολές στη φύση των κινδύνων ή στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις
1. Η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 147 και 148 εφαρμόζεται σε κάθε μεταβολή που προτίθεται να επιφέρει μια ασφαλιστική επιχείρηση στα στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 147.
2. Σε περίπτωση μεταβολής των δραστηριοτήτων που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση βάσει της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, η οποία επηρεάζει σημαντικά το προφίλ κινδύνου της ή επηρεάζει σημαντικά τις ασφαλιστικές δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποδοχής, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής χωρίς καθυστέρηση..
64) Ειδοποίηση, σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες και πλατφόρμες συνεργασίας.
Ο τίτλος του κεφαλαίου VIII τμήμα 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
65) Στο άρθρο 152α, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
65)
2. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ειδοποιεί την ΕΑΑΕΣ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής εάν εντοπίσει επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ή άλλους αναδυόμενους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την προστασία των καταναλωτών, που προκαλεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ασκεί δραστηριότητες με βάση την ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή το δικαίωμα εγκατάστασης που μπορεί να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί επίσης να ειδοποιεί την ΕΑΑΕΣ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους καταγωγής εάν έχει σοβαρές και βάσιμες ανησυχίες όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να παραπέμπουν το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητούν τη συνδρομή της σε περίπτωση που δεν μπορεί να εξευρεθεί διμερής λύση..
66) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
66)
Άρθρο 152αα Σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες
1. Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες νοούνται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται σε δεδομένο κράτος μέλος υποδοχής βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση και η οποία πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απαιτήσεις:
1. α)
τα συνολικά ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες που ασκούνται από την επιχείρηση στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών υπερβαίνουν τα 15000000 EUR·
β)
οι δραστηριότητες που ασκούνται βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών θεωρούνται από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής σημαντικές για την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής.
2. Για τους σκοπούς του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων και των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τον προσδιορισμό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι σημαντικές για την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), σε περίπτωση που η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής θεωρεί ότι οι δραστηριότητες που ασκούνται βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών είναι σημαντικές για την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνει την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αναφέροντας τους σχετικούς λόγους.
4. Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαφωνεί ως προς τη σημασία των δραστηριοτήτων που ασκούνται βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, ενημερώνει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής εντός ενός μηνός, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη σημασία των δραστηριοτήτων που ασκούνται βάσει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, οι εποπτικές αρχές μπορούν να παραπέμπουν το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητούν τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Στην περίπτωση αυτήν, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο.
Άρθρο 152αβ Ενισχυμένη εποπτική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες
1. Σε περίπτωση σημαντικών διασυνοριακών δραστηριοτήτων, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής συνεργάζονται μεταξύ τους για να εκτιμήσουν αν η επιχείρηση κατανοεί σαφώς και διαχειρίζεται ορθά τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ή ενδέχεται να αντιμετωπίσει στο κράτος μέλος υποδοχής. Η συνεργασία είναι ανάλογη προς τους κινδύνους που συνεπάγονται οι σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες και καλύπτει τουλάχιστον τις ακόλουθες πτυχές:
1. α)
το σύστημα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου να κατανοεί τις ιδιαιτερότητες της διασυνοριακής αγοράς, τα εργαλεία διαχείρισης κινδύνων, τους εσωτερικούς ελέγχους που εφαρμόζονται και τις διαδικασίες συμμόρφωσης για τις διασυνοριακές δραστηριότητες·
β)
τον εξωπορισμό και τις συμπράξεις διανομής·
γ)
την επιχειρηματική στρατηγική και τη διεκπεραίωση απαιτήσεων·
δ)
την προστασία των καταναλωτών.
2. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει εγκαίρως την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης που έχει εφαρμόσει σε σχέση με τις σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες σε περίπτωση που έχουν διαπιστωθεί πιθανά ζητήματα συμμόρφωσης προς τις νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος υποδοχής ή στο κράτος μέλος καταγωγής ή ουσιώδη ζητήματα σχετικά με τις πτυχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, και τα εν λόγω ζητήματα έχουν ή ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στην άσκηση των δραστηριοτήτων στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής παρέχει στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, στο οποίο η επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, τουλάχιστον ετησίως, ή συχνότερα σε περίπτωση αιτήματος της εποπτικής αρχής του οικείου κράτους μέλους υποδοχής, τις ακόλουθες πληροφορίες: Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο η επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, όταν διαπιστώνει επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ή κίνδυνο μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις εντός των επόμενων τριών μηνών. Η εποπτική αρχή κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες μπορεί να απευθύνει δεόντως αιτιολογημένο αίτημα στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης για τη λήψη πληροφοριών διαφορετικών από εκείνες που αναφέρονται στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν τη φερεγγυότητα, το σύστημα διακυβέρνησης ή το επιχειρηματικό μοντέλο της εν λόγω επιχείρησης. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής παρέχει εγκαίρως τις εν λόγω πληροφορίες.
2. α)
τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως δηλώνονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·
β)
τα ποσά των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, αντιστοίχως, όπως δηλώνονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·
γ)
ένδειξη πιθανών ανησυχιών της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, καθώς και όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).
3. Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν παράσχει εγκαίρως τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η εποπτική αρχή του οικείου κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
4. Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες δεν συμμορφώνεται ή είναι πιθανό να μην συμμορφωθεί προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις κατά τους επόμενους τρεις μήνες, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο η εν λόγω επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες μπορεί να ζητήσει από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να διενεργήσουν μαζί κοινή επιτόπια επιθεώρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εξηγώντας τους λόγους του αιτήματος αυτού. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κάνει δεκτό ή απορρίπτει το αίτημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εντός ενός μηνός από την παραλαβή του.
5. Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής συμφωνεί να διενεργήσει κοινή επιτόπια επιθεώρηση, καλεί την ΕΑΑΕΣ να συμμετάσχει στην εν λόγω επιθεώρηση. Μετά την ολοκλήρωση της κοινής επιτόπιας επιθεώρησης, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές καταλήγουν σε κοινά συμπεράσματα, μεταξύ άλλων σχετικά με τις πλέον ενδεδειγμένες εποπτικές ενέργειες, εντός δύο μηνών. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής λαμβάνει υπόψη τα εν λόγω κοινά συμπεράσματα κατά τη λήψη της απόφασής της για κατάλληλες εποπτικές ενέργειες. Σε περίπτωση που οι εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινό συμπέρασμα σχετικά με την κοινή επιτόπια επιθεώρηση, οποιαδήποτε από τις δύο εποπτικές αρχές μπορεί, εντός δύο μηνών από τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, και με την επιφύλαξη των εποπτικών ενεργειών και εξουσιών που πρέπει να αναλάβει η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή της μη συμμόρφωσης ή της πιθανής μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΑΕΣ μετά την παρέλευση της δίμηνης περιόδου που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο, ούτε μετά την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των εποπτικών αρχών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όσον αφορά τα κοινά συμπεράσματα. Εάν, κατά τη δίμηνη περίοδο που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αναβάλλει την έγκριση των τελικών συμπερασμάτων της κοινής επιτόπιας επιθεώρησης, περιμένει την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης από την ΕΑΑΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και εγκρίνει τα συμπεράσματα σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Όλες οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές αναγνωρίζουν τα συμπεράσματα αυτά ως καθοριστικά.
6. Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθεί τη διενέργεια κοινής επιτόπιας επιθεώρησης, εξηγεί γραπτώς στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τους λόγους της άρνησης αυτής. Εάν οι εποπτικές αρχές διαφωνούν με τους λόγους της άρνησης, μπορούν να παραπέμψουν το θέμα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητήσουν τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο..
67) Το άρθρο 152β τροποποιείται ως εξής:
67) α)
η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΑΕΣ ή οποιασδήποτε εποπτικής αρχής, οι σχετικές εποπτικές αρχές παρέχουν εγκαίρως όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ορθή λειτουργία της πλατφόρμας συνεργασίας.
β)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
5. Οι απαιτήσεις για ενισχυμένη εποπτική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 152αβ εφαρμόζονται και στις εποπτικές αρχές που συμμετέχουν σε πλατφόρμα συνεργασίας από τη δημιουργία της εν λόγω πλατφόρμας συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου και ανεξαρτήτως του αν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες. Οι εν λόγω πληροφορίες κοινοποιούνται επίσης στην ΕΑΑΕΣ όταν δημιουργούνται πλατφόρμες συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
6. Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές πλατφόρμας συνεργασίας διαφωνούν ως προς τη διαδικασία ή το περιεχόμενο δράσης που πρέπει να αναληφθεί, ή ως προς τη μη ανάληψη δράσης, σε σχέση με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για αρνητικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων, η ΕΑΑΕΣ μπορεί, κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για αρνητικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων σε άλλα κράτη μέλη πέραν του κράτους μέλους καταγωγής και ένδειξη σοβαρών ελλείψεων σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις οποίες η αρμόδια εποπτική αρχή δεν έλαβε διορθωτικά μέτρα ή έλαβε ανεπαρκή διορθωτικά μέτρα, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ζητήσει από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δρομολογεί την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς καθυστέρηση και καλεί την ΕΑΑΕΣ και άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές να συμμετάσχουν σε αυτήν. Εφαρμόζεται το άρθρο 152αβ παράγραφος 5 δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο.
7. Όταν δύο ή περισσότερες σχετικές αρχές πλατφόρμας συνεργασίας διαφωνούν σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 4 ή 5 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να βοηθήσει τις εν λόγω αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε σχετικής αρχής.
8. Όταν το κρίνει σκόπιμο για την προστασία των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων ή για σκοπούς χρηματοοικονομικής σταθερότητας, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με πορίσματα, συστάσεις ή μέτρα που απορρέουν από τις εποπτικές εργασίες στο πλαίσιο της πλατφόρμας συνεργασίας. Εάν η ΕΑΑΕΣ προτίθεται να δημοσιεύσει την επωνυμία της οικείας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την εν λόγω επιχείρηση για την πρόθεσή της να προβεί σε δημοσίευση και χορηγεί επαρκή χρόνο στην εν λόγω επιχείρηση προκειμένου να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις και να παρουσιάσει τυχόν σχετικές πληροφορίες ή επιχειρήματα στην ΕΑΑΕΣ και σε άλλες εποπτικές αρχές της πλατφόρμας συνεργασίας. Η ΕΑΑΕΣ αξιολογεί δεόντως τη θέση της οικείας επιχείρησης και τη λαμβάνει δεόντως υπόψη κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη δημοσίευση της επωνυμίας της επιχείρησης. Η ΕΑΑΕΣ δεν δημοσιεύει την επωνυμία της οικείας επιχείρησης σε περίπτωση που η εν λόγω δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο μια υπό εξέλιξη έρευνα ή θα προκαλούσε, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί, δυσανάλογη ζημία σε αυτήν..
68) Το άρθρο 153 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
68)
Άρθρο 153 Χρονοδιάγραμμα και γλώσσα των αιτημάτων παροχής πληροφοριών
1. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να απαιτεί να της παρέχονται οι πληροφορίες τις οποίες δικαιούται να ζητεί όσον αφορά τη δραστηριότητα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος, στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής ή σε άλλη γλώσσα που είναι αποδεκτή από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εάν οι ζητούμενες πληροφορίες δεν είναι άμεσα διαθέσιμες στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και είναι περίπλοκο να συλλεχθούν, η προθεσμία που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο μπορεί να παραταθεί κατά 20 εργάσιμες ημέρες.
2. Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν παράσχει τις πληροφορίες εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να απευθύνει το αίτημα απευθείας στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτή, η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με το αίτημα παροχής πληροφοριών πριν απευθύνει το αίτημα στην επιχείρηση. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες χωρίς καθυστέρηση..
69) Το άρθρο 212 τροποποιείται ως εξής:
69) α)
η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)
στο στοιχείο α), οι λέξεις άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
ii)
στο στοιχείο β), οι λέξεις άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
iii)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
γ)
όμιλος: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων:
i)
που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της, τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή και επιχειρήσεις που τελούν υπό τη διαχείριση της συμμετέχουσας επιχείρησης ή των θυγατρικών της από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στον όμιλο, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους,
ii)
που βασίζεται στη σύναψη συμβατικών ή άλλων μακροχρόνιων, ισχυρών και διαρκών χρηματοοικονομικών δεσμών μεταξύ όλων αυτών των επιχειρήσεων, και μπορεί να περιλαμβάνει ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι: όταν η επιχείρηση που ασκεί τον κεντρικό συντονισμό θεωρείται μητρική επιχείρηση, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται θυγατρικές· ή
μία από τις επιχειρήσεις αυτές ασκεί ουσιαστικά, με κεντρικό συντονισμό, δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, όλων των επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου· και
η σύναψη ή διάλυση τέτοιου είδους οικονομικών σχέσεων για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου υπόκειται σε εκ των προτέρων έγκριση της αρχής εποπτείας ομίλου,
iii)
που συνίσταται σε συνδυασμό των σημείων i) και ii)·
iv)
το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
στ)
ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου: νοείται επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i)
η επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση·
ii)
η επιχείρηση δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών·
iii)
η επιχείρηση δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
iv)
τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές της επιχειρήσεις είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·
v)
παρά τον δικό της δεδηλωμένο εταιρικό σκοπό, η κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης είναι οποιαδήποτε από τις ακόλουθες:
1) η απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·
2) η παροχή υπηρεσιών επικουρικών προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·
3) η άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή η άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I τμήμα Β της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
vi)
πάνω από το 50 % ενός τουλάχιστον από τους ακόλουθους δείκτες συνδέονται, σε σταθερή βάση, με θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, εταιρείες χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας ή επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες επικουρικές προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου, καθώς και με δραστηριότητες που ασκούνται από την ίδια την επιχείρηση οι οποίες δεν συνδέονται με την απόκτηση ή την κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, όταν οι δραστηριότητες αυτές είναι ίδιας φύσης με εκείνες που ασκούνται από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:
1) το μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης θέσης της·
2) τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης θέσης της·
3) τα έσοδα της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης θέσης της·
4) το προσωπικό της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης θέσης της·
5) οποιοσδήποτε άλλος δείκτης τον οποίο η εθνική εποπτική αρχή κρίνει ενδεδειγμένο·
v)
παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
στα)
εταιρεία χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας: νοείται μητρική επιχείρηση η οποία δεν είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και της οποίας η κύρια δραστηριότητα είναι η απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας·
β)
στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι εποπτικές αρχές θεωρούν επίσης μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη των εποπτικών αρχών, ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση, μεταξύ άλλων εάν η επιρροή αυτή ασκείται μέσω κεντρικού συντονισμού όσον αφορά τις αποφάσεις της άλλης επιχείρησης. ·
γ)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
3. Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι εποπτικές αρχές θεωρούν επίσης ως όμιλο, κατά την έννοια της παραγράφου 1 στοιχείο γ), δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις που, κατά τη γνώμη των εποπτικών αρχών, τελούν υπό διαχείριση σε ενοποιημένη βάση. Όταν δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου την έδρα τους στο ίδιο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μόνο η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 μπορεί να συμπεράνει, μετά από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συγκροτούν όμιλο εάν, κατά τη γνώμη της, οι εν λόγω επιχειρήσεις τελούν υπό διαχείριση σε ενοποιημένη βάση.
4. Κατά τον προσδιορισμό της σχέσης μεταξύ τουλάχιστον δύο εκ των επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλους τους ακόλουθους παράγοντες:
4. α)
τον έλεγχο ή την ικανότητα φυσικού προσώπου ή επιχείρησης να επηρεάζει τις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, μιας επιχείρησης, ιδίως λόγω της κατοχής κεφαλαίου ή δικαιωμάτων ψήφου, της εκπροσώπησης στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο ή λόγω του ότι συγκαταλέγεται στα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά μια επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά, κρίσιμα ή σημαντικά καθήκοντα·
β)
την ισχυρή εξάρτηση επιχείρησης από άλλη επιχείρηση ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο, λόγω της ύπαρξης σημαντικών χρηματοοικονομικών ή μη χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή πράξεων, συμπεριλαμβανομένων της εξωτερικής ανάθεσης και του μερισμού προσωπικού μεταξύ επιχειρήσεων·
γ)
αποδεικτικά στοιχεία συντονισμού μεταξύ δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων όσον αφορά χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων κοινών επενδύσεων σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις·
δ)
αποδεικτικά στοιχεία συντονισμένων και συνεπών στρατηγικών, πράξεων ή διαδικασιών μεταξύ δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων σε σχέση με τους διαύλους διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, τα ασφαλιστικά προϊόντα ή τις εμπορικές επωνυμίες, την επικοινωνία ή την εμπορία.
5. Όταν προσδιορίζεται ένας όμιλος βάσει της παραγράφου 2 ή 3 του παρόντος άρθρου, η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 παρέχει στην επιχείρηση που έχει οριστεί ως μητρική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 214 παράγραφος 5 ή 6 και στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές αναλυτική επεξήγηση των παραγόντων βάσει των οποίων γίνεται ο εν λόγω προσδιορισμός. Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη συμπλήρωση ή τον περαιτέρω προσδιορισμό των παραγόντων που πρέπει να εξετάζουν οι εποπτικές αρχές για να προσδιορίσουν ότι υφίσταται σχέση μεταξύ τουλάχιστον δύο εκ των επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010..
70) Το άρθρο 213 τροποποιείται ως εξής:
70) α)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εποπτεία ομίλου εφαρμόζεται όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει οποιαδήποτε εκ των ακολούθων:
2. α)
ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι συμμετέχουσες επιχειρήσεις σε μία τουλάχιστον ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 218 έως 258·
β)
ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα στην Ένωση, σύμφωνα με τα άρθρα 218 έως 258·
γ)
ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα σε τρίτη χώρα ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 260 έως 263·
δ)
ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 265.
β)
στην παράγραφο 5, οι λέξεις οδηγίας 2006/48/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
71) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
71)
Άρθρο 213α Χρήση μέτρων αναλογικότητας σε επίπεδο ομίλου
1. Οι όμιλοι κατά την έννοια του άρθρου 212 που υπόκεινται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) ταξινομούνται ως μικροί και μη πολύπλοκοι όμιλοι από την αρχή εποπτείας του ομίλου τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εάν πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια σε επίπεδο ομίλου για τα δύο τελευταία οικονομικά έτη ακριβώς πριν από την εν λόγω ταξινόμηση: Τα κριτήρια που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο i) και στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) δεν εφαρμόζονται σε ομίλους για τους οποίους χρησιμοποιείται μόνο η μέθοδος 2.
1. α)
όταν τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο πλαίσιο του ομίλου δεν είναι επιχείρηση του κλάδου ζημιών, πρέπει να πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
η υποενότητα κινδύνου επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), υπολογιζόμενη βάσει ενοποιημένων δεδομένων, δεν υπερβαίνει το 5 % των ενοποιημένων τεχνικών προβλέψεων του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 76, εξαιρουμένων των επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 2 που προβλέπεται στο άρθρο 233·
ii)
το σύνολο των ενοποιημένων τεχνικών προβλέψεων από δραστηριότητες ασφάλισης ζωής του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, δεν υπερβαίνει το 1000000000 EUR·
β)
όταν τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο πλαίσιο του ομίλου δεν είναι επιχείρηση του κλάδου ζωής, πρέπει να πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i)
ο μέσος συνδυασμένος δείκτης για δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών, μετά την αφαίρεση των αντασφαλίσεων, των τριών τελευταίων οικονομικών ετών είναι μικρότερος από 100 %·
ii)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα του ομίλου δεν υπερβαίνουν τα 100000000 EUR·
iii)
το άθροισμα των ετήσιων εγγεγραμμένων μεικτών ασφαλίστρων των κατηγοριών 5 έως 7, 11, 12, 14 και 15 του μέρους Α του παραρτήματος Ι δεν υπερβαίνει το 30 % των συνολικών ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων για τις δραστηριότητες του κλάδου ζημιών του ομίλου·
γ)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από αναληφθείσες δραστηριότητες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο του ομίλου, οι οποίες έχουν την έδρα τους σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους της αρχής εποπτείας του ομίλου, είναι χαμηλότερα από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα όρια:
i)
20000000 EUR·
ii)
10 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων του ομίλου από ασφάλιστρα·
δ)
τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα από αναληφθείσες δραστηριότητες του ομίλου σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους της αρχής εποπτείας του ομίλου είναι χαμηλότερα από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα όρια:
i)
20000000 EUR·
ii)
10 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων του ομίλου από ασφάλιστρα·
ε)
το άθροισμα των κατωτέρω δεν υπερβαίνει το 20 % των συνολικών επενδύσεων υπολογιζόμενων βάσει ενοποιημένων δεδομένων:
i)
του συνόλου της ενότητας για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5·
ii)
του μέρους της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 6 το οποίο αντιστοιχεί σε ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις, παράγωγα, απαιτήσεις από διαμεσολαβητές και άλλα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού που δεν καλύπτονται από την υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου·
iii)
κάθε κεφαλαιακής απαίτησης που εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία που δεν καλύπτονται από τις ενότητες για τον κίνδυνο αγοράς και κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου·
στ)
η αντασφάλιση που έχει γίνει αποδεκτή από τις επιχειρήσεις του ομίλου δεν υπερβαίνει το 50 % των συνολικών ακαθάριστων ετήσιων εσόδων του ομίλου από ασφάλιστρα·
ζ)
η διαφορά που αναφέρεται στο άρθρο 230 παράγραφος 1 όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, στο άρθρο 233 παράγραφος 1 όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2, ή στο άρθρο 233α παράγραφος 1 όταν χρησιμοποιείται συνδυασμός των μεθόδων, είναι θετική·
η)
όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2 ή συνδυασμός των μεθόδων 1 και 2, κάθε επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται η μέθοδος 2 είναι μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση.
2. Το άρθρο 29β εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στο επίπεδο της τελικής μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.
3. Οι όμιλοι στους οποίους ασκείται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) για διάστημα μικρότερο των δύο ετών λαμβάνουν υπόψη μόνο το τελευταίο οικονομικό έτος όταν αξιολογούν αν πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
4. Οι ακόλουθοι όμιλοι δεν ταξινομούνται ποτέ ως μικροί και μη πολύπλοκοι όμιλοι:
4. α)
όμιλοι που είναι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 14) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·
β)
όμιλοι όπου τουλάχιστον μία θυγατρική επιχείρηση είναι επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 228 παράγραφος 1·
γ)
όμιλοι που χρησιμοποιούν εγκεκριμένο μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.
5. Τα άρθρα 29γ, 29δ και 29ε εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.
6. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 301α, στις οποίες καθορίζονται:
6. α)
τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένης της προσέγγισης για τον υπολογισμό του αθροίσματος που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου·
β)
η μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την ταξινόμηση ομίλων ως μικρών και μη πολύπλοκων ομίλων· και
γ)
οι όροι χορήγησης ή ανάκλησης εποπτικής έγκρισης για μέτρα αναλογικότητας που πρέπει να χρησιμοποιούνται από ομίλους που δεν ταξινομούνται ως μικροί και μη πολύπλοκοι όμιλοι.
Άρθρο 213β Εμπόδια στην εποπτεία ομίλου
1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο β), η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών διασφαλίζει ότι:
1. α)
οι εσωτερικές ρυθμίσεις και η κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του ομίλου επαρκούν για τον σκοπό της συμμόρφωσης με τον παρόντα τίτλο και είναι, ειδικότερα, αποτελεσματικές για:
i)
τον συντονισμό όλων των θυγατρικών επιχειρήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, μεταξύ άλλων, εφόσον απαιτείται, μέσω κατάλληλης κατανομής καθηκόντων μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων·
ii)
την πρόληψη ή τη διαχείριση ενδοομιλικών συγκρούσεων· και
iii)
την επιβολή, σε ολόκληρο τον όμιλο, των πολιτικών που καθορίζει η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών για ολόκληρο τον όμιλο·
β)
η διαρθρωτική οργάνωση του ομίλου μέρος του οποίου αποτελεί η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν εμποδίζει ούτε παρακωλύει κατ’ άλλον τρόπο την αποτελεσματική εποπτεία του ομίλου και των θυγατρικών του ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη ιδίως:
i)
της θέσης της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών σε πολυεπίπεδο όμιλο·
ii)
της μετοχικής δομής· και
iii)
του ρόλου της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εντός του ομίλου.
2. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), η αρχή εποπτείας του ομίλου έχει την εξουσία να απαιτεί από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να τροποποιήσει τις εσωτερικές ρυθμίσεις και τις κατανομές καθηκόντων εντός του ομίλου. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε κατάλληλα εποπτικά μέτρα από την αρχή εποπτείας του ομίλου για την διασφάλιση ή την αποκατάσταση, ανάλογα με την περίπτωση, της συνέχειας και της ακεραιότητας της εποπτείας του ομίλου, καθώς και της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές, όταν ενεργούν ως αρχές εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247, έχουν την εξουσία να απαιτούν από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να διαρθρώνει τον όμιλο κατά τρόπο που να δίνει στην αρμόδια εποπτική αρχή τη δυνατότητα να ασκεί αποτελεσματικά την εποπτεία του ομίλου. Οι εποπτικές αρχές ασκούν την εξουσία αυτή μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, με άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, και παρέχουν σχετική αιτιολόγηση στην ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της παρούσας οδηγίας, όταν η διαρθρωτική οργάνωση ενός ομίλου που αποτελείται από επιχειρήσεις οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση που ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους, ή που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 212 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, είναι τέτοια ώστε να παρακωλύει ή να εμποδίζει την αποτελεσματική εποπτεία του εν λόγω ομίλου ή να εμποδίζει τη συμμόρφωση του ομίλου με τον παρόντα τίτλο, ο όμιλος υπόκειται σε κατάλληλα εποπτικά μέτρα για την διασφάλιση ή την αποκατάσταση, ανάλογα με την περίπτωση, της συνέχειας και της ακεραιότητας της εποπτείας του ομίλου, καθώς και της συμμόρφωσης με τον παρόντα τίτλο. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές, όταν ενεργούν ως αρχές εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 της παρούσας οδηγίας, έχουν την εξουσία να απαιτούν τη σύσταση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, ή τη σύσταση επιχείρησης στην Ένωση η οποία ασκεί πραγματικά, με κεντρικό συντονισμό, δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου. Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή επιχείρηση η οποία ασκεί πραγματικά κεντρικό συντονισμό είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση με τον παρόντα τίτλο..
72) Το άρθρο 214 τροποποιείται ως εξής:
72) α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1. Η άσκηση της εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 δεν συνεπάγεται ότι οι εποπτικές αρχές υποχρεούνται να διαδραματίζουν εποπτικό ρόλο σε σχέση με την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, σε ατομική βάση. Με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα τίτλο, η άσκηση εποπτείας ομίλου μπορεί να συνεπάγεται άμεση εποπτεία και την άσκηση εποπτικών εξουσιών επί ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών από εποπτικές αρχές.
β)
στην παράγραφο 2, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο: Όταν αξιολογεί αν μια επιχείρηση έχει αμελητέα σημασία σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας του ομίλου δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), η αρχή εποπτείας του ομίλου διασφαλίζει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: ·
α)
το μέγεθος της επιχείρησης, όσον αφορά το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και τις τεχνικές προβλέψεις, είναι μικρό σε σύγκριση με το μέγεθος άλλων επιχειρήσεων του ομίλου και του ομίλου συνολικά·
β)
η εξαίρεση της επιχείρησης από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου δεν θα είχε σημαντική επίπτωση στη φερεγγυότητα του ομίλου·
γ)
οι ποιοτικοί και ποσοτικοί κίνδυνοι, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από ενδοομιλικές συναλλαγές, στους οποίους η επιχείρηση εκθέτει ή ενδέχεται να εκθέσει ολόκληρο τον όμιλο, είναι επουσιώδεις.
γ)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
3. Σε περίπτωση που η εξαίρεση μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου θα οδηγούσε σε κατάσταση με την οποία δεν ενεργοποιείται η εφαρμογή της εποπτείας ομίλου δυνάμει του άρθρου 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβουλεύεται με την ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, με άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές πριν λάβει την απόφαση εξαίρεσης. Τέτοια απόφαση λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και αιτιολογείται δεόντως στην ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Η αρχή εποπτείας του ομίλου επαναξιολογεί τουλάχιστον ετησίως αν η απόφασή της εξακολουθεί να είναι κατάλληλη. Σε αντίθετη περίπτωση, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει την ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ότι θα ξεκινήσει να ασκεί εποπτεία του ομίλου. Πριν από την εξαίρεση της τελικής μητρικής επιχείρησης από την εποπτεία του ομίλου δυνάμει της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβουλεύεται με την ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, με άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, και διενεργεί εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η άσκηση εποπτείας του ομίλου σε επίπεδο ενδιάμεσης συμμετέχουσας επιχείρησης στην κατάσταση φερεγγυότητας του ομίλου. Ειδικότερα, η εξαίρεση αυτή δεν είναι δυνατή, εάν οδηγεί σε σημαντική βελτίωση της κατάστασης φερεγγυότητας του ομίλου. Για να διασφαλιστεί η συνεκτική και συνεπής εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τον περαιτέρω προσδιορισμό των εξαιρετικών περιστάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να δικαιολογείται η εξαίρεση της τελικής μητρικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου, από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου.
4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, το εύρος του ομίλου στο οποίο εφαρμόζεται η εποπτεία του ομίλου δυνάμει του άρθρου 213 παράγραφος 2 προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 212. Εάν ένας όμιλος που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου δυνάμει του άρθρου 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφοι 2 και 3, και εάν μητρική επιχείρηση ή θυγατρική επιχείρηση του εν λόγω ομίλου είναι επίσης η τελική συμμετέχουσα επιχείρηση άλλου ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ), ο εν λόγω άλλος όμιλος θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνεται στο πεδίο του ομίλου που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφοι 2 και 3. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 212 παράγραφοι 2 και 3 για την επέκταση του εύρους ενός ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ).
5. Εάν ένας όμιλος που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 3 υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), ο όμιλος ορίζει μία από τις επιχειρήσεις που τελούν υπό διαχείριση σε ενοποιημένη βάση ως μητρική επιχείρηση η οποία είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση με τον παρόντα τίτλο. Οι άλλες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 212 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο θεωρούνται θυγατρικές επιχειρήσεις.
6. Εάν ο ορισμός της μητρικής επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου θα συνεπαγόταν σημαντικά εμπόδια στην άσκηση της εποπτείας του ομίλου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247, ή εάν ο ορισμός θα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία αποτελεσματικής συμμόρφωσης του ομίλου με τον παρόντα τίτλο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου έχει την εξουσία να απαιτεί, κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, τον ορισμό άλλης μητρικής επιχείρησης. Η απόφαση να οριστεί άλλη μητρική επιχείρηση αιτιολογείται δεόντως από την εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου στον όμιλο και στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Εάν ένας όμιλος που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 212 παράγραφος 3 και που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) δεν ορίσει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 ορίζει, κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, μητρική επιχείρηση η οποία θα είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση με τον παρόντα τίτλο. Οι άλλες επιχειρήσεις σε έναν τέτοιον όμιλο θεωρούνται θυγατρικές επιχειρήσεις. Κατά τον ορισμό μητρικής επιχείρησης σύμφωνα με το πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 λαμβάνει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: Οι εποπτικές αρχές αξιολογούν τουλάχιστον ετησίως αν ο ορισμός εξακολουθεί να είναι κατάλληλος. Σε αντίθετη περίπτωση, η εποπτική αρχή που ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247 ορίζει άλλη μητρική επιχείρηση κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Η εν λόγω άλλη μητρική επιχείρηση είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση με τον παρόντα τίτλο..
6. α)
το ποσό των τεχνικών προβλέψεων κάθε επιχείρησης·
β)
τα ετήσια εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα κάθε επιχείρησης·
γ)
τον αριθμό των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων κάθε επιχείρησης.
73) Το άρθρο 220 τροποποιείται ως εξής:
73) α)
στην παράγραφο 1, οι λέξεις η οποία παρατίθενται στα άρθρα 221 έως 233 αντικαθίστανται από τις λέξεις οι οποίες παρατίθενται στα άρθρα 221 έως 233α·
β)
στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Ωστόσο, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές τους, εφόσον αυτές ασκούν τον ρόλο της αρχής εποπτείας ομίλου σε σχέση με κάποιον συγκεκριμένο όμιλο, να αποφασίζουν, κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον ίδιο τον όμιλο, να εφαρμόζουν στον συγκεκριμένο όμιλο τη μέθοδο 2 σύμφωνα με τα άρθρα 233 έως 234 ή, εάν η αποκλειστική εφαρμογή της μεθόδου 1 κρίνεται ακατάλληλη, συνδυασμό των μεθόδων 1 και 2 σύμφωνα με τα άρθρα 233α και 234. ·
γ)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
3. Με την επιφύλαξη του καθεστώτος μεταχείρισης των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1, οι εποπτικές αρχές μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τη μέθοδο 2 δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου μόνο σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και εταιρείες χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας..
74) Το άρθρο 221 τροποποιείται ως εξής:
74) α)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
1α. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποκλειστικά για τον σκοπό του άρθρου 228 και ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1 ή η μέθοδος 2, ως αναλογικό μερίδιο νοείται το ποσοστό του εγγεγραμμένου κεφαλαίου που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, η συμμετέχουσα επιχείρηση στη συνδεδεμένη επιχείρηση.
β)
στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
δ)
όταν η εποπτική αρχή έχει καθορίσει ότι δύο ή περισσότερες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συγκροτούν όμιλο δυνάμει του άρθρου 212 παράγραφος 3, καθώς τελούν υπό διαχείριση σε ενοποιημένη βάση..
75) Το άρθρο 222 τροποποιείται ως εξής:
75) α)
η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
4. Το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν υπερβαίνει τη συνεισφορά της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου.
β)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
6. Για τους σκοπούς του άρθρου 230 παράγραφος 1, του άρθρου 233 παράγραφος 2 και του άρθρου 233α παράγραφος 1 στοιχείο α), στοιχείο ιδίων κεφαλαίων που εκδίδεται από συμμετέχουσα επιχείρηση δεν θεωρείται ελεύθερο βαρών κατά την έννοια του άρθρου 93 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ), εάν το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να μην επιστραφεί στον κάτοχό του κατά την εκκαθάριση συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι θυγατρική επιχείρηση..
76) Το άρθρο 226 τροποποιείται ως εξής:
76) α) Ενδιάμεσες εταιρείες χαρτοφυλακίου
ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
3. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, οι εταιρείες χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας αντιμετωπίζονται επίσης ως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις..
77) Στο άρθρο 227 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, μετά τις λέξεις άρθρο 233 παρεμβάλλονται οι λέξεις και το άρθρο 233α.
78) Το άρθρο 228 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
78)
Άρθρο 228 Μεταχείριση συγκεκριμένων συνδεδεμένων επιχειρήσεων από άλλους χρηματοοικονομικούς τομείς
1. Ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 220 της παρούσας οδηγίας, για τον σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει υπόψη τη συνεισφορά των ακόλουθων επιχειρήσεων στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου:
1. α)
πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή επιχειρήσεων επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του εν λόγω κανονισμού·
β)
εταιρειών διαχείρισης ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και εταιρειών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 27 της εν λόγω οδηγίας, υπό τον όρο ότι δεν έχουν ορίσει εταιρεία διαχείρισης κατ’ εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας·
γ)
διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
δ)
άλλων επιχειρήσεων πλην των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων που ασκούν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής τους δραστηριότητας·
ε)
ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών κατά την έννοια του άρθρου 6 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341.
2. Η συνεισφορά των επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου υπολογίζεται ως το άθροισμα του αναλογικού μεριδίου των ιδίων κεφαλαίων κάθε επιχείρησης, όταν τα εν λόγω ίδια κεφάλαια υπολογίζονται ως εξής: Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων κάθε συνδεδεμένης επιχείρησης που αντιστοιχεί σε μη διανεμητέα αποθεματικά και σε άλλα στοιχεία που προσδιορίζονται από την αρχή εποπτείας του ομίλου ως έχοντα μειωμένη ικανότητα απορρόφησης ζημιών, καθώς και οι προνομιούχες μετοχές, οι λογαριασμοί μειωμένης εξασφάλισης μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης και οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια καθ’ υπέρβαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων υπολογιζόμενων σύμφωνα με την παράγραφο 3, δεν λαμβάνονται υπόψη, εκτός εάν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να πείσει την αρχή εποπτείας του ομίλου ότι τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου. Κατά τον προσδιορισμό της σύνθεσης των πλεοναζόντων ιδίων κεφαλαίων, η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει υπόψη ότι ορισμένες απαιτήσεις κάποιων συνδεδεμένων επιχειρήσεων πληρούνται μόνο με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή με πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
2. α)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 7) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·
β)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·
γ)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο λ) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·
δ)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 7) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εάν ήταν ρυθμιζόμενες οντότητες κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 4) της εν λόγω οδηγίας·
ε)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341.
3. Η συνεισφορά των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζεται ως το άθροισμα του αναλογικού μεριδίου των κεφαλαιακών απαιτήσεων ή των θεωρητικών κεφαλαιακών απαιτήσεων κάθε συνδεδεμένης επιχείρησης. Οι εν λόγω κεφαλαιακές απαιτήσεις ή θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως εξής:
3. α)
για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τα εξής:
i)
για κάθε επιχείρηση επενδύσεων που υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, το άθροισμα της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή των τοπικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε τρίτες χώρες·
ii)
για κάθε πιστωτικό ίδρυμα, το υψηλότερο από τα ακόλουθα:
1) το άθροισμα της απαίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του εν λόγω κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων πλην του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας ή των τοπικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε τρίτες χώρες·
2) το άθροισμα της απαίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του εν λόγω κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιςη του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή των τοπικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω απαιτήσεις πρέπει να πληρούνται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
β)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·
γ)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·
δ)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις προς τις οποίες θα έπρεπε να συμμορφώνεται η συνδεδεμένη επιχείρηση σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 7) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εάν ήταν ρυθμιζόμενη οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 4) της εν λόγω οδηγίας·
ε)
για κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το υψηλότερο ανάμεσα στο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 και στο σύνολο των κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών όπου είναι καταχωρισμένη ή αδειοδοτημένη η συνδεδεμένη επιχείρηση.
4. Όταν περισσότερες από μία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συγκροτούν υποόμιλο ο οποίος υπόκειται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με μία από τις οδηγίες ή έναν από τους κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων όταν χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί να απαιτήσει τον υπολογισμό της συνεισφοράς των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου ως αναλογικού μεριδίου των ιδίων κεφαλαίων του εν λόγω υποομίλου, αντί της εφαρμογής των στοιχείων α) έως ε) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση που ανήκει στον εν λόγω υποόμιλο. Στην περίπτωση αυτή, η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει επίσης τη συνεισφορά των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου ως αναλογικό μερίδιο των κεφαλαιακών απαιτήσεων του εν λόγω υποομίλου, αντί της εφαρμογής των στοιχείων α) έως ε) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση που ανήκει στον εν λόγω υποόμιλο. Όλα τα χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών κατά την έννοια του σημείου 18) της εν λόγω παραγράφου, στο πλαίσιο του υποομίλου, περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων του υποομίλου. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στον συγκεκριμένο υποόμιλο, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής του κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 47) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή της κατάστασης ενοποίησής του κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ή βάσει της ενοποιημένης θέσης του, κατά περίπτωση.
5. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές τους, όταν αναλαμβάνουν τον ρόλο της αρχής εποπτείας του ομίλου σε σχέση με συγκεκριμένο όμιλο, να αποφασίζουν, μετά από αίτημα της συμμετέχουσας επιχείρησης ή με δική τους πρωτοβουλία, να αφαιρούν οποιαδήποτε συμμετοχή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχεία α έως δ) από τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας επιχείρησης.
79) Στο άρθρο 229 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Εάν η αφαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο θα βελτίωνε την κατάσταση φερεγγυότητας του ομίλου σε σύγκριση με τη θέση που καταλαμβάνει η επιχείρηση όσον αφορά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου, η αφαίρεση δεν εφαρμόζεται..
80) Στον τίτλο III κεφάλαιο II τμήμα 1 ενότητα 3, προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:
80)
Άρθρο 229α Απλουστευμένοι υπολογισμοί
1. Για τους σκοπούς του άρθρου 230, η αρχή εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, μπορεί να επιτρέψει στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει απλουστευμένη προσέγγιση για συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που δεν είναι σημαντικές. Η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο εφαρμογή της απλουστευμένης προσέγγισης σε μία ή περισσότερες συνδεδεμένες επιχειρήσεις αιτιολογείται δεόντως από τη συμμετέχουσα επιχείρηση στην αρχή εποπτείας του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων της συνδεδεμένης ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τη συμμετέχουσα επιχείρηση να αξιολογεί, σε ετήσια βάση, αν εξακολουθεί να δικαιολογείται η χρήση της απλουστευμένης προσέγγισης και να δημοσιοποιεί, στην έκθεσή της για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου όπως αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 1, τον κατάλογο και το μέγεθος των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που υπόκεινται στην εν λόγω απλουστευμένη προσέγγιση.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η συμμετέχουσα ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση αποδεικνύει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρχή εποπτείας του ομίλου ότι η εφαρμογή της απλουστευμένης προσέγγισης στις συμμετοχές σε μία ή περισσότερες συνδεδεμένες επιχειρήσεις είναι επαρκώς συνετή ώστε να αποφευχθεί πιθανή υποτίμηση των κινδύνων που απορρέουν από την εν λόγω επιχείρηση, ή από τις εν λόγω επιχειρήσεις, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου. Η απλουστευμένη προσέγγιση, όταν εφαρμόζεται σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει την έδρα της σε χώρα η οποία δεν είναι ισοδύναμη ή προσωρινά ισοδύναμη κατά την έννοια του άρθρου 227, δεν έχει ως αποτέλεσμα η συνεισφορά της συνδεδεμένης επιχείρησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου να είναι χαμηλότερη από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις της εν λόγω συνδεδεμένης επιχείρησης, όπως καθορίζονται από την οικεία τρίτη χώρα. Η απλουστευμένη προσέγγιση δεν εφαρμόζεται σε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν διαθέτει αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όπως καθορίζονται στην εν λόγω τρίτη χώρα.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, συνδεδεμένες επιχειρήσεις θεωρείται ότι δεν είναι σημαντικές όταν η λογιστική αξία καθεμιάς από αυτές αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,2 % των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου υπολογιζόμενων βάσει ενοποιημένων δεδομένων και το άθροισμα της λογιστικής αξίας όλων αυτών των επιχειρήσεων αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,5 % των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου υπολογιζόμενων βάσει ενοποιημένων δεδομένων..
81) Το άρθρο 230 τροποποιείται ως εξής:
81) α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1. Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πραγματοποιείται στη βάση των ενοποιημένων λογαριασμών. Η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων: Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 δεν περιλαμβάνονται στα ενοποιημένα δεδομένα. Ο τίτλος Ι κεφάλαιο VI τμήμα 3 ενότητες 1, 2 και 3 και ο τίτλος I κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητες 1, 2 και 3 εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων.
1. α)
του αθροίσματος των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, που υπολογίζονται βάσει ενοποιημένων δεδομένων, και της συνεισφοράς των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου, όταν η εν λόγω συνεισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 2 ή 4·
β)
του αθροίσματος των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, που υπολογίζονται βάσει ενοποιημένων δεδομένων, και της συνεισφοράς των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όταν η εν λόγω συνεισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 3 ή 4.
β)
η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)
στο δεύτερο εδάφιο, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
γ)
του αναλογικού μεριδίου των τοπικών κεφαλαιακών απαιτήσεων, στο οποίο θα ανακληθεί η άδεια, για συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας·
ii)
προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Όταν τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, υπολογιζόμενα βάσει ενοποιημένων δεδομένων, υπερβαίνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, υπολογιζόμενες βάσει ενοποιημένων δεδομένων, και δεν τηρούνται οι ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 138 παράγραφοι 1 έως 4, ενώ δεν εφαρμόζεται το άρθρο 139 παράγραφοι 1 και 2. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, η αναφορά στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας στο άρθρο 138 νοείται ως αναφορά στις ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου..
82) Στο άρθρο 232 πρώτο εδάφιο εισαγωγική φράση, οι λέξεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) αντικαθίστανται από τις λέξεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε).
83) Το άρθρο 233 τροποποιείται ως εξής:
83) α)
στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
της αξίας στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων όπως αναφέρονται στο άρθρο 220 παράγραφος 3 και στο άρθρο 228 παράγραφος 1 και των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
β)
η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)
το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κάθε μεμονωμένης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
ii)
προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: ·
γ)
της συνεισφοράς των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου, όταν η εν λόγω συνεισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 2 ή 4.
γ)
η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:
i)
το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
του αναλογικού μεριδίου των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας κάθε μεμονωμένης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
ii)
προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
γ)
της συνεισφοράς των αναφερόμενων στο άρθρο 228 παράγραφος 1 συνδεδεμένων επιχειρήσεων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όταν η εν λόγω συνεισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 3 ή 4..
84) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: ·
84)
Άρθρο 233α Συνδυασμός των μεθόδων 1 και 2
1. Η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ των κατωτέρω:
1. α)
του αθροίσματος των κατωτέρω:
i)
για τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 1, των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι οποίες υπολογίζονται βάσει ενοποιημένων δεδομένων·
ii)
για κάθε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται η μέθοδος 2, του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
iii)
της συνεισφοράς των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 2 ή 4· και
β)
του αθροίσματος των κατωτέρω:
i)
για τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 1, των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 2 βάσει ενοποιημένων δεδομένων·
ii)
για κάθε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται η μέθοδος 2, του αναλογικού μεριδίου των κεφαλαιακών της απαιτήσεων φερεγγυότητας·
iii)
της συνεισφοράς των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 3 ή 4.
2. Για τους σκοπούς του σημείου i) του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του σημείου i) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα δεδομένα.
3. Για τους σκοπούς του σημείου i) του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του σημείου i) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 220 παράγραφος 3 στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 2 δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα δεδομένα. Για τους σκοπούς του σημείου i) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η αξία των συμμετοχών σε επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 220 παράγραφος 3 στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 2, καθ’ υπέρβαση του αναλογικού μεριδίου των δικών τους κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, περιλαμβάνεται στα ενοποιημένα δεδομένα κατά τον υπολογισμό της ευαισθησίας των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών (συναλλαγματικός κίνδυνος). Ωστόσο, η αξία των εν λόγω συμμετοχών δεν θεωρείται ότι παρουσιάζει ευαισθησία σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των μετοχών (κίνδυνος μετοχών).
4. Το άρθρο 233 παράγραφος 4 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία για τους σκοπούς του σημείου ii) του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του σημείου ii) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
5. Οι διατάξεις του άρθρου 231 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στην περίπτωση αίτησης έγκρισης υπολογισμού των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, καθώς και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου, με βάση εσωτερικό υπόδειγμα που έχει υποβληθεί από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου.
6. Οι ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 2. Οι ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου καλύπτονται από επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια, όπως καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 4, και υπολογίζονται βάσει ενοποιημένων δεδομένων. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα δεδομένα. Για να καθοριστεί αν αυτά τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα για την κάλυψη των ελάχιστων ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 221 έως 229α. Το άρθρο 139 παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Όταν τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, υπολογιζόμενα βάσει ενοποιημένων δεδομένων, υπερβαίνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, υπολογιζόμενες βάσει ενοποιημένων δεδομένων, και δεν τηρούνται οι ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 138 παράγραφοι 1 έως 4, ενώ δεν εφαρμόζεται το άρθρο 139 παράγραφοι 1 και 2. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, η αναφορά στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας στο άρθρο 138 νοείται ως αναφορά στις ελάχιστες ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου.
7. Για να καθοριστεί αν το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο ii) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου του ομίλου όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 220 παράγραφος 3 στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 2, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν ειδικούς κινδύνους που υφίστανται σε επίπεδο ομίλου οι οποίοι δεν καλύπτονται επαρκώς επειδή είναι δύσκολη η ποσοτικοποίησή τους. Όταν το προφίλ κινδύνου του ομίλου όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 220 παράγραφος 3 στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος 2 αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου που αναφέρονται στο άρθρο 233 παράγραφος 3, μπορεί να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο ii) του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Το άρθρο 37 παράγραφοι 1 έως 5, σε συνδυασμό με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφοι 6, 7 και 8, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.
Άρθρο 233β Μακροπρόθεσμες μετοχές σε επίπεδο ομίλου
Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1 ή συνδυασμός μεθόδων, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών επιτρέπεται να εφαρμόζουν το άρθρο 105α σε υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το άρθρο 301α, στις οποίες καθορίζονται:
α)
η προσέγγιση που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 105α παράγραφος 1 και κατά τον υπολογισμό του ποσού των μετοχών που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές, όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1 ή συνδυασμός μεθόδων·
β)
οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 1 ή στην ενιαία έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 2, και στην τακτική εποπτική αναφορά σε επίπεδο ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 256β παράγραφος 1 ή στην ενιαία τακτική εποπτική αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 256β παράγραφος 2.
85) Το άρθρο 234 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
85)
Άρθρο 234 Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τις τεχνικές αρχές και μεθόδους των άρθρων 220 έως 229, για την απλουστευμένη προσέγγιση του άρθρου 229α και για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 233α
Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 301α, για τον καθορισμό των κατωτέρω: Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 301α, για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί να εγκρίνει την εφαρμογή της απλουστευμένης προσέγγισης που προβλέπεται στο άρθρο 229α παράγραφος 2..
α)
των τεχνικών αρχών και μεθόδων που καθορίζονται στα άρθρα 220 έως 229·
β)
των τεχνικών λεπτομερειών της απλουστευμένης προσέγγισης που προβλέπεται στο άρθρο 229α παράγραφος 1, καθώς και των κριτηρίων βάσει των οποίων οι εποπτικές αρχές μπορούν να εγκρίνουν τη χρήση της απλουστευμένης προσέγγισης·
γ)
της εφαρμογής των άρθρων 230 έως 233α, ώστε να αντανακλάται η οικονομική φύση των συγκεκριμένων νομικών διαρθρώσεων.
86) Στο άρθρο 244 παράγραφος 3, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Για να καθοριστούν οι σημαντικές συγκεντρώσεις κινδύνων που πρέπει να αναφέρονται, η αρχή εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον όμιλο, επιβάλλει τα κατάλληλα όρια με βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις τεχνικές προβλέψεις, τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, άλλα ποσοτικά ή ποιοτικά κριτήρια βάσει κινδύνου που θεωρούνται κατάλληλα ή συνδυασμό τους..
87) Το άρθρο 245 τροποποιείται ως εξής:
87) α)
στην παράγραφο 1, οι λέξεις τις παραγράφους 2 και 3 αντικαθίστανται από τις λέξεις τις παραγράφους 2, 3 και 3α·
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
3α. Επιπλέον των ενδοομιλικών συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 13 σημείο 19), για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, οι εποπτικές αρχές μπορούν, όταν δικαιολογείται, να απαιτούν από τους ομίλους να υποβάλλουν επίσης στοιχεία για ενδοομιλικές συναλλαγές στις οποίες εμπλέκονται επιχειρήσεις που δεν είναι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών..
88) Το άρθρο 246 τροποποιείται ως εξής:
88) α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1. Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο IV τμήμα 2 εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, στο επίπεδο του ομίλου. Το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου καλύπτει συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, μητρικές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και όλες τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 212, οι οποίες υπόκεινται σε εποπτεία του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ). Το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου καλύπτει επίσης όλες τις επιχειρήσεις που τελούν υπό τη διαχείριση της συμμετέχουσας επιχείρησης ή των θυγατρικών της, από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου και οι διαδικασίες αναφοράς εφαρμόζονται συνεκτικά σε όλες τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εποπτείας του ομίλου δυνάμει του άρθρου 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), έτσι ώστε τα εν λόγω συστήματα και οι διαδικασίες αναφοράς να μπορούν να ελέγχονται σε επίπεδο ομίλου. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της τελικής μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, ή της ορισθείσας μητρικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 214 παράγραφος 5 ή 6, έχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση του ομίλου στον οποίο εφαρμόζεται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο κάθε ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου παραμένει υπεύθυνο για τη συμμόρφωσή του προς το σύνολο των απαιτήσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 40 και στο άρθρο 213 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο. Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τουλάχιστον όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται εντός του ομίλου, καθώς και τις σημαντικές μη ασφαλιστικές δραστηριότητες. Καλύπτει επίσης τους κινδύνους που απορρέουν από τις δραστηριότητες στις οποίες εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί ο όμιλος, καθώς και τις αλληλεξαρτήσεις τους.
β)
στην παράγραφο 2, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών παρακολουθεί τακτικά τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων επιχειρήσεών της, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1 και των μη ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων. Η εν λόγω παρακολούθηση είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που δημιουργούν ή θα μπορούσαν να δημιουργήσουν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις στο επίπεδο του ομίλου. Η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών διαθέτει καταγεγραμμένες πολιτικές σε επίπεδο ομίλου και διασφαλίζει τη συνέπεια των καταγεγραμμένων πολιτικών όλων των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων στο πλαίσιο του ομίλου με τις πολιτικές του ομίλου. Διασφαλίζει επίσης ότι οι πολιτικές του ομίλου εφαρμόζονται με συνεπή τρόπο από όλες τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ομίλου. ·
γ)
στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Η εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας που διενεργείται σε επίπεδο ομίλου καλύπτει τουλάχιστον όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται εντός του ομίλου, καθώς και τις σημαντικές μη ασφαλιστικές δραστηριότητες. Καλύπτει επίσης τους κινδύνους που απορρέουν από τις δραστηριότητες στις οποίες εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί ο όμιλος, καθώς και τις αλληλεξαρτήσεις τους. Η εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας υπόκειται σε εποπτική εξέταση από την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ. ·
δ)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
5. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να διασφαλίζει ότι ο όμιλος διαθέτει άρτιες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, οι οποίες περιλαμβάνουν σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης και διάκριση των καθηκόντων εντός του ομίλου. Το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου επιδιώκει την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων ή, όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τη διαχείρισή τους. Τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά έναν ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο θεωρούνται ότι είναι τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά τη μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο. Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, μια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να προσδιορίζει τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για άλλα βασικά καθήκοντα εντός του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ). Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είναι υπεύθυνο για τις δραστηριότητες που ασκούν τα εν λόγω πρόσωπα. Σε περίπτωση που τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά έναν ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο ή είναι υπεύθυνα για άλλα βασικά καθήκοντα είναι επίσης τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά μία ή περισσότερες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή άλλες συνδεδεμένες επιχειρήσεις, ή είναι υπεύθυνα για άλλα βασικά καθήκοντα στο πλαίσιο οποιασδήποτε από τις εν λόγω επιχειρήσεις, η συμμετέχουσα επιχείρηση μεριμνά ώστε οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες σε επίπεδο ομίλου να διαχωρίζονται σαφώς από τους ρόλους και τις αρμοδιότητες που ισχύουν σε επίπεδο κάθε μεμονωμένης επιχείρησης..
89) Στον τίτλο ΙΙΙ, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:
89) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙα Μακροπροληπτικοί κανόνες σε επίπεδο ομίλου
Άρθρο 246α Διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας σε επίπεδο ομίλου
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να καταρτίζουν και να επικαιροποιούν σχέδιο διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας στο επίπεδο του ομίλου, το οποίο περιλαμβάνει ανάλυση ρευστότητας βραχυπρόθεσμα και, όταν ζητείται από την αρχή εποπτείας του ομίλου, περιλαμβάνει επίσης ανάλυση ρευστότητας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Οι διατάξεις του άρθρου 144α εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.
2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 144α, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές θυγατρικές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) εξαιρούνται από την κατάρτιση και την επικαιροποίηση σχεδίου διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σε μεμονωμένο επίπεδο, εφόσον το σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου καλύπτει τη διαχείριση της ρευστότητας και τις ανάγκες ρευστότητας των θυγατρικών αυτών. Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε μεμονωμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που επωφελείται από την εξαίρεση δυνάμει του πρώτου εδαφίου να υποβάλει στην εποπτική της αρχή τα μέρη του σχεδίου διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας που καλύπτουν την κατάσταση ολόκληρου του ομίλου και τη δική της κατάσταση.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτούν από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση να καταρτίζει και να επικαιροποιεί σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σε μεμονωμένο επίπεδο, όταν εντοπίζουν συγκεκριμένη ευπάθεια ρευστότητας ή όταν το σχέδιο διαχείρισης της ρευστότητας σε επίπεδο ομίλου δεν περιλαμβάνει κατάλληλες πληροφορίες τις οποίες η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική επιχείρηση απαιτεί να παρέχουν συγκρίσιμες επιχειρήσεις για τον σκοπό της παρακολούθησης της θέσης ρευστότητάς τους.
4. Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την περαιτέρω εξειδίκευση του περιεχομένου και της συχνότητας επικαιροποίησης του σχεδίου διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σε επίπεδο ομίλου. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιανουαρίου 2026. Για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 246β Άλλοι μακροπροληπτικοί κανόνες
Οι διατάξεις των άρθρων 144β και 144γ εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, στο επίπεδο της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών..
90) Στο άρθρο 252 πρώτο εδάφιο, οι λέξεις ένα πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ ή μια επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ αντικαθίστανται από τις λέξεις ένα πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή μια επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ.
91) Στο άρθρο 254, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
91)
3. Η συμμετέχουσα ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου και η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υποβάλλουν στην αρχή εποπτείας του ομίλου τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ετήσια βάση, εντός 22 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης και, όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο απαιτούνται σε τριμηνιαία βάση, εντός 11 εβδομάδων από το τέλος κάθε τριμήνου..
92) Το άρθρο 256 τροποποιείται ως εξής:
92) α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1. Τα κράτη μέλη ζητούν από τις συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου. Η εν λόγω έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο, οι οποίες απευθύνονται σε άλλους επαγγελματίες της αγοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1β. Τα άρθρα 51, 53, 54 και 55 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο εντός 24 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης.
β)
στην παράγραφο 2, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
β)
τις πληροφορίες για οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του ομίλου, που πρέπει να είναι διακριτές, συμπεριλαμβανομένων αμφότερων των μερών της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, και να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 51, 53, 54 και 55.
γ)
η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
4. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 301α για την περαιτέρω εξειδίκευση των πληροφοριών που πρέπει να γνωστοποιούνται στην ενιαία έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και την έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου..
93) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
93)
Άρθρο 256β Τακτική εποπτική αναφορά ομίλου
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να υποβάλλουν στην αρχή εποπτείας του ομίλου, σε ετήσια βάση, τακτική εποπτική αναφορά σε επίπεδο ομίλου. Το άρθρο 35 παράγραφος 5α πρώτο εδάφιο και το άρθρο 35 παράγραφος 5α δεύτερο εδάφιο στοιχείο α εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ετήσια ή λιγότερο συχνή βάση εντός 24 εβδομάδων από τη λήξη του οικονομικού έτους της επιχείρησης.
2. Μια συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή μια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών μπορεί, με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης της αρχής εποπτείας του ομίλου, να υποβάλλει ενιαία τακτική εποπτική αναφορά, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα: Πριν δώσει τη συγκατάθεσή της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η αρχή εποπτείας του ομίλου ζητεί τη γνώμη και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις και τυχόν επιφυλάξεις των μελών του Σώματος των εποπτικών αρχών. Η μη συγκατάθεση των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών αιτιολογείται δεόντως. Εάν η ενιαία τακτική εποπτική αναφορά σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο εγκριθεί από το Σώμα των εποπτικών αρχών, κάθε μεμονωμένη ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει την ενιαία τακτική εποπτική αναφορά στην εποπτική αρχή της. Κάθε εποπτική αρχή έχει την εξουσία να εποπτεύει το μέρος της ενιαίας τακτικής εποπτικής αναφοράς που αφορά συγκεκριμένα τη σχετική θυγατρική επιχείρηση.
2. α)
τις πληροφορίες σε επίπεδο ομίλου που πρέπει να αναφέρονται σύμφωνα με την παράγραφο 1·
β)
τις πληροφορίες για οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του ομίλου, οι οποίες είναι διακριτές, υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 5α και δεν περιλαμβάνουν λιγότερες πληροφορίες από τις πληροφορίες που θα παρέχονταν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υποβάλλουν τακτική εποπτική αναφορά σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 5α.
3. Εάν οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν κρίνουν ικανοποιητική την υποβληθείσα ενιαία τακτική εποπτική αναφορά, η συγκατάθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να ανακληθεί.
4. Όταν η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν περιλαμβάνει πληροφορίες τις οποίες η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια σε θυγατρική επιχείρηση του ομίλου απαιτεί από συγκρίσιμες επιχειρήσεις να παρέχουν, και εφόσον η παράλειψη αυτή είναι ουσιαστική, η οικεία εποπτική αρχή έχει την εξουσία να απαιτήσει από τη σχετική θυγατρική επιχείρηση να υποβάλει τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες.
5. Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια σε θυγατρική επιχείρηση του ομίλου διαπιστώσει μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 35 παράγραφος 5α ή ζητήσει οποιαδήποτε τροποποίηση ή διευκρίνιση όσον αφορά την ενιαία τακτική εποπτική αναφορά, ενημερώνει επίσης το Σώμα των εποπτικών αρχών, η δε αρχή εποπτείας του ομίλου υποβάλλει το ίδιο αίτημα στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στην ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
6. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 301α, για την περαιτέρω εξειδίκευση των αναφερόμενων στο παρόν άρθρο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται.
Άρθρο 256γ Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: Απαίτηση ελέγχου
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ενός ομίλου υπόκειται σε απαίτηση ελέγχου για τον ισολογισμό του ομίλου, ο οποίος δημοσιοποιείται ως μέρος της έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 1 ή ως μέρος της ενιαίας έκθεσης σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 2.
2. Στην εποπτική αρχή του ομίλου υποβάλλεται χωριστή έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του είδους της διασφάλισης, καθώς και τα αποτελέσματα του ελέγχου που συντάσσονται από το ελεγκτικό γραφείο, μαζί με την έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 1 ή την ενιαία έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 2 της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.
3. Όταν υπάρχει ενιαία έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση όπως αναφέρεται στο άρθρο 256 παράγραφος 2, πληρούνται οι απαιτήσεις ελέγχου που επιβάλλονται σε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και υποβάλλεται στην εποπτική αρχή της εν λόγω επιχείρησης η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 51α παράγραφος 6 της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.
4. Οι διατάξεις του άρθρου 51α εφαρμόζονται κατ’ αναλογία..
94) Το άρθρο 257 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
94)
Άρθρο 257 Απαιτήσεις ικανότητας και ήθους για τα πρόσωπα τα οποία διοικούν πραγματικά μια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή ασκούν άλλα καίρια καθήκοντα
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πρόσωπα που κινούν πραγματικά τις δραστηριότητες ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, και, κατά περίπτωση, από τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την άσκηση άλλων βασικών καθηκόντων, να έχουν το απαιτούμενο ήθος και τις ικανότητες για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι διατάξεις του άρθρου 42 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία..
95) Το άρθρο 258 τροποποιείται ως εξής:
95) α)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2. Παρέχονται στις εποπτικές αρχές όλες οι εποπτικές εξουσίες για τη λήψη μέτρων σε σχέση με ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των ομίλων στους οποίους εφαρμόζεται εποπτεία του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), προς όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο. Οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν τις γενικές εποπτικές εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 34. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ποινικού δικαίου τους, τα κράτη μέλη επιβάλλουν κυρώσεις ή λαμβάνουν μέτρα σε σχέση με ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών οι οποίες παραβιάζουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που έχουν τεθεί σε ισχύ για να μεταφερθεί ο παρών τίτλος στο εθνικό δίκαιο, ή σε σχέση με στο πρόσωπο το οποίο ασκεί ουσιαστικά τη διοίκηση των εταιρειών αυτών. Οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω κυρώσεις ή τα μέτρα είναι αποτελεσματικά, ιδίως όταν η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάσταση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών δεν βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική έδρα της.
β)
παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:
2α. Σε περίπτωση που η αρχή εποπτείας του ομίλου έχει διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται ή έχουν παύσει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 213β παράγραφος 1, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε κατάλληλα εποπτικά μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ή να αποκατασταθεί, ανάλογα με την περίπτωση, η συνέχεια και η ακεραιότητα της εποπτείας του ομίλου, καθώς και να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος τίτλου. Στην περίπτωση μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, τα εποπτικά μέτρα λαμβάνουν, ειδικότερα, υπόψη τις επιπτώσεις στον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων στο σύνολό του, καθώς και στις συνδεδεμένες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του.
2β. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2α του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εποπτικά μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν στις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα: Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβουλεύεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με την ΕΑΑΕΣ πριν λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, όταν τα εν λόγω μέτρα επηρεάζουν επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη..
2β. α)
αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδια της θυγατρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών·
β)
έκδοση προσωρινών μέτρων, κυρώσεων ή ποινών κατά της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου των εν λόγω εταιρειών·
γ)
παροχή εντολών ή οδηγιών στην ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να μεταβιβάσει στους μετόχους της τις συμμετοχές στις θυγατρικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της·
δ)
ορισμό, σε προσωρινή βάση, άλλης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εντός του ομίλου ως υπευθύνων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου·
ε)
περιορισμό ή απαγόρευση της διανομής κερδών ή της καταβολής τόκων στους μετόχους·
στ)
απαίτηση από τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να προβούν σε εκποίηση ή περιορισμό των συμμετοχών σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή άλλες συνδεδεμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 1·
ζ)
απαίτηση από τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση, χωρίς καθυστέρηση, της συμμόρφωσης.
96) Το άρθρο 262 τροποποιείται ως εξής:
96) α)
στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
1. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ισοδύναμη εποπτεία κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 260, ή όταν ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει το άρθρο 261 σε περίπτωση προσωρινής ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 260 παράγραφος 7, το εν λόγω κράτος μέλος εφαρμόζει είτε την μία ή την άλλη από τις παρακάτω επιλογές στις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 212 και στις οποίες εφαρμόζεται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο γ):
1. α)
τα άρθρα 218 έως 235 και τα άρθρα 244 έως 258, κατ’ αναλογία·
β)
μια από τις μεθόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
β)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
2. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις εποπτικές τους αρχές να εφαρμόζουν άλλες μεθόδους οι οποίες διασφαλίζουν κατάλληλη εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αποτελούν μέρος ομίλου, κατά την έννοια του άρθρου 212, στον οποίο εφαρμόζεται εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο γ). Για τις μεθόδους αυτές, λαμβάνεται η σύμφωνη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 247, μετά από διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Οι μέθοδοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καθιστούν δυνατή την επίτευξη των στόχων της εποπτείας του ομίλου που προσδιορίζονται στον παρόντα τίτλο. Στους στόχους αυτούς περιλαμβάνονται τα κατωτέρω: Οι μέθοδοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αιτιολογούνται δεόντως, τεκμηριώνονται και κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, στην ΕΑΑΕΣ και στην Επιτροπή.
2. α)
διατήρηση της κατανομής του κεφαλαίου και της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και αποτροπή σημαντικής ενδοομιλικής δημιουργίας κεφαλαίου, όταν η εν λόγω ενδοομιλική δημιουργία κεφαλαίου χρηματοδοτείται από τα έσοδα από χρεωστικούς τίτλους ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα που δεν πληρούν τα κριτήρια ώστε να χαρακτηριστούν στοιχεία ιδίων κεφαλαίων από τη μητρική εταιρεία·
β)
εκτίμηση και παρακολούθηση των κινδύνων που απορρέουν από επιχειρήσεις τόσο εντός όσο και εκτός της Ένωσης και περιορισμός του κινδύνου μετάδοσης από τις εν λόγω επιχειρήσεις και από άλλες μη ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου, καθώς και στον υποόμιλο του οποίου η τελική μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 215, εάν υπάρχει τέτοιος υποόμιλος.
γ)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν, ειδικότερα, να εφαρμόζουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες μεθόδους σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος ομίλου ο οποίος υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο γ):
3. α)
ορισμός μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ως υπεύθυνης για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου, εφόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου δεν έχουν κοινή μητρική επιχείρηση στην Ένωση·
β)
απαίτηση για την ίδρυση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που να έχει την έδρα της στην Ένωση, ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που να έχει την έδρα της στην Ένωση, εφόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου δεν έχουν κοινή μητρική επιχείρηση στην Ένωση, και εφαρμογή του παρόντος τίτλου στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου του οποίου ηγείται η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών·
γ)
σε περίπτωση που περισσότερες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου σχηματίζουν υποόμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της στην Ένωση, επιπλέον της εφαρμογής του παρόντος τίτλου στον εν λόγω υποόμιλο, λήψη πρόσθετων μέτρων ή επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που αναφέρονται στα στοιχεία δ), ε) και στ) του παρόντος εδαφίου, καθώς και ενισχυμένη εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνων κατά την έννοια του άρθρου 244 και των ενδοομιλικών συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 245, με σκοπό την επίτευξη του στόχου που αναφέρεται στο στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου·
δ)
απαίτηση τα μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της τελικής μητρικής επιχείρησης στην Ένωση να είναι ανεξάρτητα από την τελική μητρική επιχείρηση εκτός της Ένωσης·
ε)
απαγόρευση, μείωση, περιορισμό, παρακολούθηση ή απαίτηση προηγούμενης κοινοποίησης των συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των διανομών μερισμάτων και των πληρωμών τοκομεριδίων για χρέος μειωμένης εξασφάλισης, όταν τέτοιες συναλλαγές αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για τη χρηματοοικονομική κατάσταση ή για την κατάσταση φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου και αφορούν, αφενός, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου που έχει την έδρα της στην Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση και, αφετέρου, επιχείρηση που ανήκει στον όμιλο και έχει την έδρα της εκτός της Ένωσης· εάν η αρχή εποπτείας του ομίλου στην Ένωση δεν είναι μία από τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της μια συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η αρχή εποπτείας του ομίλου στην Ένωση ενημερώνει τις εποπτικές αυτές αρχές για τις διαπιστώσεις της προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα·
στ)
απαίτηση παροχής πληροφοριών σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική θέση, το προφίλ κινδύνου και τα περιθώρια ανοχής κινδύνου των μητρικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους εκτός της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, εκθέσεων σχετικά με τα θέματα που υποβάλλονται στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο ή στις εποπτικές αρχές των εν λόγω μητρικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας..
97) Στο άρθρο 265, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
97)
1α. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ιδίως ότι, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, ΔΟΕΕ, ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών ή μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που ασκεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής της δραστηριότητας, οι εποπτικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εν λόγω ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ασκούν γενική εποπτεία επί των συναλλαγών μεταξύ των εν λόγω ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της μητρικής επιχείρησης και των συνδεδεμένων επιχειρήσεών της..
98) Στο άρθρο 267 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι: Για τους σκοπούς της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1, σε περίπτωση εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας και άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης που αναφέρονται στον τίτλο III κεφάλαιο IV της εν λόγω οδηγίας, οι διατάξεις των κεφαλαίων I, II και IV του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) της εν λόγω οδηγίας. Τα άρθρα 270 και 272 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται όταν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 63 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1. ,
99) Το άρθρο 268 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:
99) α)
το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
α)
αρμόδιες αρχές: είτε οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τα μέτρα εξυγίανσης ή για τις διαδικασίες εκκαθάρισης, είτε μια αρχή εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 12) της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 όσον αφορά τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας·
β)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)
μέτρα εξυγίανσης: όσα μέτρα συνεπάγονται οιαδήποτε παρέμβαση των αρμοδίων αρχών και σκοπό έχουν να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης και τα οποία θίγουν προϋπάρχοντα δικαιώματα άλλων συμβαλλομένων μερών και όχι αυτής καθ’ αυτήν της ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής πληρωμών ή μέτρων επιβολής ή της μείωσης των αποζημιώσεων, της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 και της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης που αναφέρονται στον τίτλο III κεφάλαιο IV της εν λόγω οδηγίας·.
100) Το άρθρο 301α τροποποιείται ως εξής:
100) α)
η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)
το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στα άρθρα 29, 105, 105α, 213α, 233β, 256β και 304ε ανατίθεται στην Επιτροπή για διάρκεια τεσσάρων ετών από τις 28 Ιανουαρίου 2025. ·
ii)
προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη κάθε τετραετούς περιόδου. ·
β)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στα άρθρα 17, 29, 31, 35, 37, 50, 56, 75, 86, 92, 97, 99, 105, 105α, 109α, 111, 114, 127, 130, 135, 143, 172, 210, 211, 213α, 216, 217, 227, 233β, 234, 241, 244, 245, 247, 248, 256, 256β, 258, 260, 304ε και 308β μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
γ)
η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
5. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 17, 29, 31, 35, 37, 50, 56, 75, 86, 92, 97, 99, 105, 105α, 109α, 111, 114, 127, 130, 135, 143, 172, 210, 211, 213α, 216, 217, 227, 233β, 234, 241, 244, 245, 247, 248, 256, 256β, 258, 260 ή 308β αρχίζει να ισχύει μόνο εάν δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη αυτής της περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
5α. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 304ε τίθεται σε ισχύ μόνον εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν έχουν διατυπώσει αντίρρηση εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά έναν μήνα κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου..
101) Στο άρθρο 304, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
101)
2. Από τις 30 Ιανουαρίου 2027, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνο ως προς τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις για τα οποία οι εποπτικές αρχές ενέκριναν την εφαρμογή της υποενότητας μετοχικού κινδύνου βασιζόμενης στη διάρκεια πριν από τις 30 Ιανουαρίου 2027..
102) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
102)
Άρθρο 304γ Έκθεση όσον αφορά τον κίνδυνο βιωσιμότητας
1. Η ΕΑΑΕΣ διαβουλεύεται με το ΕΣΣΚ βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και των διαπιστώσεων της πλατφόρμας για τη βιώσιμη χρηματοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και με την ΕΑΤ στο πλαίσιο των εργασιών της δυνάμει της εντολής που προβλέπεται στο άρθρο 501γ παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και αξιολογεί κατά πόσον δικαιολογείται ειδική μεταχείριση προληπτικής εποπτείας για τα ανοίγματα που σχετίζονται με στοιχεία ενεργητικού ή δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους. Ειδικότερα, η ΕΑΑΕΣ προβαίνει σε εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεων ειδικής μεταχείρισης προληπτικής εποπτείας για τα ανοίγματα που σχετίζονται με στοιχεία ενεργητικού και δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους ή που συνδέονται ουσιαστικά με επιζήμιες επιπτώσεις στους εν λόγω στόχους για την προστασία των κατόχων ασφαλιστηρίου συμβολαίου και της χρηματοοικονομικής σταθερότητας στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων ενεργητικού που σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τις διαπιστώσεις της έως την 1η Μαρτίου 2025. Κατά περίπτωση, η έκθεση εξετάζει το ενδεχόμενο ειδικής μεταχείρισης προληπτικής εποπτείας βάσει κινδύνου για τα ανοίγματα που σχετίζονται με στοιχεία ενεργητικού και δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους, ή που συνδέονται ουσιαστικά με επιζήμιες επιπτώσεις στους εν λόγω στόχους. Η έκθεση συνοδεύεται από εκτίμηση των επιπτώσεων της εν λόγω ενδεχόμενης μεταχείρισης προληπτικής εποπτείας βάσει κινδύνου τέτοιων ανοιγμάτων σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
2. Η ΕΑΑΕΣ επανεξετάζει τουλάχιστον ανά πενταετία, όσον αφορά τον κίνδυνο φυσικής καταστροφής, το πεδίο εφαρμογής και τη βαθμονόμηση των τυπικών παραμέτρων της υποενότητας κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο β). Για τους σκοπούς των εν λόγω επανεξετάσεων, η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει υπόψη τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία από τις επιστημονικές γνώσεις για το κλίμα και τη σημασία των κινδύνων όσον αφορά τους κινδύνους που αναλαμβάνουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη μέθοδο για τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Η πρώτη επανεξέταση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο ολοκληρώνεται έως τις 29 Ιανουαρίου 2027. Σε περίπτωση που η ΕΑΑΕΣ διαπιστώνει κατά τη διάρκεια επανεξέτασης βάσει του πρώτου εδαφίου ότι, λόγω του πεδίου εφαρμογής ή της βαθμονόμησης των τυπικών παραμέτρων της υποενότητας κινδύνων καταστροφών του κλάδου ζημιών, υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ του μέρους των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αφορά τις φυσικές καταστροφές και του πραγματικού κινδύνου φυσικής καταστροφής που αντιμετωπίζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή γνώμη σχετικά με τον κίνδυνο φυσικής καταστροφής. Κάθε γνώμη σχετικά με τον κίνδυνο φυσικής καταστροφής που υποβάλλεται στην Επιτροπή βάσει του τρίτου εδαφίου εξετάζει το πεδίο εφαρμογής ή τη βαθμονόμηση των τυπικών παραμέτρων της υποενότητας κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας προκειμένου να αποκατασταθεί η διαπιστωθείσα απόκλιση και συνοδεύεται από εκτίμηση των επιπτώσεων των προτεινόμενων τροποποιήσεων στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
3. Η ΕΑΑΕΣ αξιολογεί εάν και σε ποιον βαθμό οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτιμούν τη σημαντική έκθεσή τους σε κίνδυνο που σχετίζεται με την απώλεια βιοποικιλότητας στο πλαίσιο της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1. Στη συνέχεια, η ΕΑΑΕΣ αξιολογεί τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους εν λόγω κινδύνους. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση με τις διαπιστώσεις της έως τις 30 Ιουνίου 2025. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, μέσω της Μεικτής Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 54 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καταρτίζουν κατευθυντήριες γραμμές για να διασφαλίσουν ότι η συνοχή, οι μακροπρόθεσμες παράμετροι και τα κοινά πρότυπα για τις μεθοδολογίες εκτίμησης ενσωματώνονται στις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους. Η Μεικτή Επιτροπή δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, μέσω της εν λόγω Μεικτής Επιτροπής, διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικοί κίνδυνοι και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση μπορούν να ενσωματωθούν στις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων.
Άρθρο 304δ Επανεξέταση όσον αφορά τον διαχωρισμό δραστηριοτήτων του κλάδου ζωής και του κλάδου ζημιών και τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας
1. Η ΕΑΑΕΣ αξιολογεί εάν η απαίτηση σχετικά με τον διαχωρισμό δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής και ζημιών που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 1 εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΑΑΕΣ αξιολογεί τις επιπτώσεις της διατήρησης, και τις πιθανές επιπτώσεις της άρσης, της απαγόρευσης των δραστηριοτήτων σε πολλαπλούς κλάδους, τουλάχιστον όσον αφορά την προστασία των κατόχων ασφαλιστηρίου συμβολαίου, την πιθανή διεπιδότηση μεταξύ δραστηριοτήτων του κλάδου ζωής και του κλάδου ζημιών, την αποτελεσματικότητα της αγοράς και την ανταγωνιστικότητα. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης, η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει υπόψη τις εποπτικές εμπειρίες με επιχειρήσεις πολλαπλών κλάδων. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση με τις διαπιστώσεις της έως τις 31 Ιανουαρίου 2028.
2. Η ΕΑΑΕΣ παρακολουθεί έως τις 31 Ιανουαρίου 2032 τη συνεισφορά της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας των συνδεδεμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου που αναφέρονται στο άρθρο 228 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας οδηγίας. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΑΕΣ συνεργάζεται με την ΕΑΤ και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις όποιες διαπιστώσεις.
Άρθρο 304ε Παράταση των προθεσμιών σε εξαιρετικές περιστάσεις
1. Σε περίπτωση εξαιρετικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της υγείας, φυσικής καταστροφής ή άλλου ακραίου συμβάντος, η ΕΑΑΕΣ, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων εποπτικών αρχών ή της Επιτροπής, αξιολογεί εάν μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της υγείας, φυσική καταστροφή ή άλλο ακραίο συμβάν είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να επηρεάσει ουσιωδώς τις επιχειρησιακές ικανότητες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα αυτές να μην μπορούν να υποβάλουν πληροφορίες εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 35β παράγραφοι 1, 2 και 3, στο άρθρο 51 παράγραφος 7, στο άρθρο 254 παράγραφος 3, στο άρθρο 256 παράγραφος 1 και στο άρθρο 256β παράγραφος 1. Κατά τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης, η ΕΑΑΕΣ συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές για να προσδιοριστεί ο αντίκτυπος του ακραίου συμβάντος στη δυνατότητα υποβολής πληροφοριών εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις. Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει την αξιολόγησή της στην Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το δε αργότερο μία εβδομάδα μετά την παραλαβή του αιτήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Όταν η ΕΑΑΕΣ θεωρεί ότι μια εξαιρετική κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της υγείας, μια φυσική καταστροφή ή ένα άλλο ακραίο συμβάν επηρεάζει ουσιωδώς τις επιχειρησιακές ικανότητες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα αυτές να μην μπορούν να τηρήσουν τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 35β παράγραφοι 1, 2 και 3, στο άρθρο 51 παράγραφος 7, στο άρθρο 254 παράγραφος 3, στο άρθρο 256 παράγραφος 1 και στο άρθρο 256β παράγραφος 1, η ΕΑΑΕΣ, καθώς και οι αρμόδιες εποπτικές αρχές, δημοσιεύουν τις εν λόγω πληροφορίες στους οικείους ιστοτόπους τους. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει τις εν λόγω προθεσμίες με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2. Προκειμένου να διασφαλιστεί ισοτιμία όρων σε σχέση με την εφαρμογή της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 301α, για μεμονωμένα ακραία συμβάντα οι οποίες: Όταν η ΕΑΑΕΣ δεν έχει υποβάλει αξιολόγηση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή ζητεί να πληροφορηθεί τις απόψεις της ΕΑΑΕΣ, κατά περίπτωση, πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2. α)
καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της παράτασης των προθεσμιών, λαμβάνοντας υπόψη τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που επηρεάζονται από το συμβάν·
β)
ορίζουν έκτακτες παραταθείσες προθεσμίες για την υποβολή εκθέσεων, οι οποίες μπορούν να υπερβαίνουν κατά 10 εβδομάδες τις προβλεπόμενες στο άρθρο 35β παράγραφοι 1, 2 και 3, στο άρθρο 51 παράγραφος 7, στο άρθρο 254 παράγραφος 3, στο άρθρο 256 παράγραφος 1 και στο άρθρο 256β παράγραφος 1· και
γ)
προσδιορίζουν ποιες από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 35β παράγραφοι 1, 2 και 3, στο άρθρο 51 παράγραφος 7, στο άρθρο 254 παράγραφος 3, στο άρθρο 256 παράγραφος 1 και στο άρθρο 256β παράγραφος 1 πρέπει να υποβάλλονται εντός των εν λόγω παραταθεισών προθεσμιών.
103) Στο άρθρο 305, οι παράγραφοι 2 και 3 διαγράφονται.
104) Το άρθρο 308α διαγράφεται.
105) Το άρθρο 308β τροποποιείται ως εξής:
105) α)
οι παράγραφοι 5 έως 8 διαγράφονται·
β)
η παράγραφος 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: ·
12. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 100, το άρθρο 101 παράγραφος 3 και το άρθρο 104, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της υποενότητας συγκεντρώσεων κινδύνων αγοράς και της υποενότητας για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο είναι, για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που προέκυψαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2023 και έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε κράτους μέλους, ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται για τέτοια ανοίγματα που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εθνικό τους νόμισμα.
γ)
στην παράγραφο 17, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 218 παράγραφοι 2 και 3, οι μεταβατικές διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 9 έως 12 του παρόντος άρθρου, στην παράγραφο 15 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 308γ, 308δ και 308ε εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στο επίπεδο του ομίλου. Σε περίπτωση που ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός όμιλος, ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφαρμόζει το μεταβατικό μέτρο για τα επιτόκια άνευ κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 308γ ή το μεταβατικό μέτρο για τις τεχνικές προβλέψεις που αναφέρεται στο άρθρο 308δ, η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δημοσιοποιεί, στο πλαίσιο της έκθεσής της σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 256 και, επιπλέον των δημοσιοποιήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 308γ παράγραφος 4 στοιχείο γ) και στο άρθρο 308δ παράγραφος 5 στοιχείο γ), την ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων που έχει στη χρηματοοικονομική της θέση η παραδοχή ότι τα ίδια κεφάλαια που προκύπτουν από την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών μέτρων δεν μπορούν ουσιαστικά να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα του ομίλου. Σε περίπτωση που ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός όμιλος βασίζεται ουσιαστικά στη χρήση των μεταβατικών μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 308γ και 308δ κατά τρόπο που έχει ως αποτέλεσμα να παρερμηνεύεται η πραγματική κατάσταση φερεγγυότητας του ομίλου, ακόμη και αν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου θα πληρούνταν χωρίς τη χρήση των εν λόγω μεταβατικών μέτρων, η αρχή εποπτείας του ομίλου έχει την εξουσία να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μείωσης του ποσού των ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από τη χρήση των εν λόγω μεταβατικών μέτρων και μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου..
106) Το άρθρο 308γ τροποποιείται ως εξής:
106) α)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
1α. Μετά τις 30 Ιανουαρίου 2027, οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν μεταβατική προσαρμογή στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1α. α)
κατά τη διάρκεια περιόδου 18 μηνών πριν από την έγκριση, οι κανόνες της παρούσας οδηγίας εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ζήτησε την έγκριση, αφού εξαιρέθηκε από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δυνάμει του άρθρου 4·
β)
κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών πριν από την έγκριση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ζήτησε την έγκριση έλαβε άδεια να αποδεχτεί χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, εάν η μεταβιβάζουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφάρμοσε τη μεταβατική προσαρμογή στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου όσον αφορά το εν λόγω χαρτοφυλάκιο συμβάσεων πριν από τη μεταβίβαση.
β)
στην παράγραφο 4, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)
στο μέρος της έκθεσής τους σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απευθύνονται σε επαγγελματίες της αγοράς και αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1β, δημοσιοποιούν όλα τα ακόλουθα:
i)
το γεγονός ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική προσαρμογή στη διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου·
ii)
την ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων της μη εφαρμογής του εν λόγω μεταβατικού μέτρου στη χρηματοοικονομική τους θέση·
iii)
σε περίπτωση που η επιχείρηση θα πληρούσε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας χωρίς εφαρμογή αυτού του μεταβατικού μέτρου, τους λόγους για την εφαρμογή αυτού·
iv)
αξιολόγηση της εξάρτησης της επιχείρησης από το εν λόγω μεταβατικό μέτρο και, κατά περίπτωση, περιγραφή των μέτρων που έχει λάβει ή σχεδιάζει να λάβει η επιχείρηση για τη μείωση ή την εξάλειψη της εξάρτησης..
107) Το άρθρο 308δ τροποποιείται ως εξής:
107) α)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: ·
1α. Μετά τις 30 Ιανουαρίου 2027, οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν μεταβατική μείωση των τεχνικών προβλέψεων μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1α. α)
κατά τη διάρκεια περιόδου 18 μηνών πριν από την έγκριση, οι κανόνες της παρούσας οδηγίας εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ζήτησε την έγκριση, αφού εξαιρέθηκε από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δυνάμει του άρθρου 4·
β)
κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών πριν από την έγκριση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ζήτησε την έγκριση έκανε δεκτό χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, εάν η μεταβιβάζουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφάρμοσε τη μεταβατική προσαρμογή στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου όσον αφορά το εν λόγω χαρτοφυλάκιο συμβάσεων πριν από τη μεταβίβαση.
β)
στην παράγραφο 5, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)
στο μέρος της έκθεσής τους σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αφορούν επαγγελματίες της αγοράς και αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1β, δημοσιοποιούν όλα τα ακόλουθα:
i)
το γεγονός ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική μείωση των τεχνικών προβλέψεων·
ii)
την ποσοτική έκφραση των επιπτώσεων της μη εφαρμογής της εν λόγω μεταβατικής μείωσης στη χρηματοοικονομική τους θέση·
iii)
σε περίπτωση που η επιχείρηση θα πληρούσε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας χωρίς εφαρμογή αυτής της μεταβατικής μείωσης, τους λόγους για την εφαρμογή της·
iv)
αξιολόγηση της εξάρτησης της επιχείρησης από την εν λόγω μεταβατική μείωση και, κατά περίπτωση, περιγραφή των μέτρων που έχει λάβει ή σχεδιάζει να λάβει η επιχείρηση για τη μείωση ή την εξάλειψη της εξάρτησης..
108) Στο άρθρο 308ε, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 77α παράγραφος 2, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 308γ ή στο άρθρο 308δ ενημερώνουν σχετικά την εποπτική αρχή αμέσως μόλις διαπιστώσουν ότι δεν θα συμμορφώνονταν προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας χωρίς την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών μέτρων. Η εποπτική αρχή απαιτεί από την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου..
109) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:
109)
Άρθρο 308στ Στο μέρος που αφορά τους επαγγελματίες της αγοράς στην έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν τον συνδυασμένο αντίκτυπο που έχει στη χρηματοοικονομική τους θέση η μη εφαρμογή των μέτρων σταδιακής εφαρμογής και των μεταβατικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 77α παράγραφος 2, στο άρθρο 308γ και στο άρθρο 308δ και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.
110) Στο άρθρο 309 παράγραφος 1, το τέταρτο εδάφιο διαγράφεται.
111) Στο άρθρο 311, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται.
112) Το παράρτημα ΙΙΙ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 2 Τροποποίηση της οδηγίας 2013/34/ΕΕ
Στο άρθρο 19α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη των παραγράφων 9 και 10 του παρόντος άρθρου, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 2) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 5) της εν λόγω οδηγίας και οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 10α) της εν λόγω οδηγίας μπορούν να περιορίζουν την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας στις ακόλουθες πληροφορίες: Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις που βασίζονται στην παρέκκλιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου υποβάλλουν εκθέσεις σύμφωνα με τα πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 29γ.
6. α)
σύντομη περιγραφή του επιχειρηματικού μοντέλου και της στρατηγικής της επιχείρησης·
β)
περιγραφή των πολιτικών της επιχείρησης σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας·
γ)
κυριότερες πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις της επιχείρησης σε θέματα βιωσιμότητας και τυχόν μέτρα που λαμβάνονται για τον προσδιορισμό, την παρακολούθηση, την πρόληψη, τον μετριασμό ή τη διόρθωση τέτοιων πραγματικών ή δυνητικών αρνητικών επιπτώσεων·
δ)
κυριότεροι κίνδυνοι για την επιχείρηση που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας και με τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους·
ε)
βασικοί δείκτες που είναι απαραίτητοι για τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ).
Άρθρο 3 Τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ
Στο άρθρο 31 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
3. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 η Επιτροπή, σε έκθεσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αξιολογεί τη λειτουργία της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σε σχέση με τις πτυχές που απαριθμούνται κατωτέρω, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την μεταχείριση προληπτικής εποπτείας των διατομεακών συμμετοχών βάσει τομεακών κανόνων, από άποψη ίσων όρων ανταγωνισμού:
3. α)
κατά πόσον το γεγονός ότι υπάρχουν επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που υπόκεινται σε χρηματοοικονομική εποπτεία βάσει τομεακών κανόνων αλλά δεν απαριθμούνται σε κανέναν από τους χρηματοοικονομικούς τομείς που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων·
β)
κατά πόσον όλοι οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων εφαρμόζουν με συνέπεια τους κανόνες που διέπουν τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 342/2014 της Επιτροπής, και κατά πόσον οι κανόνες αυτοί επιβάλλουν συγκρίσιμες εν γένει ποσοτικές απαιτήσεις για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων, ανεξάρτητα από το αν ο κύριος χρηματοοικονομικός τομέας του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων είναι ο τραπεζικός, ο ασφαλιστικός ή ο τομέας των επενδυτικών υπηρεσιών·
γ)
κατά πόσον οι διαδικασίες εποπτικής εξέτασης και η κατανομή εντολών και εξουσιών επιβολής μεταξύ συντονιστών και τομεακών εποπτικών αρχών, ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, είναι αρκούντως σαφείς και εναρμονισμένες ώστε να διασφαλίζεται ότι οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας εφαρμόζονται με συνέπεια και αποτελεσματικότητα σε ολόκληρη την Ένωση, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο κύριος χρηματοοικονομικός τομέας στον οποίο δραστηριοποιείται ένας χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων·
δ)
κατά πόσον ο μη προσδιορισμός μιας επιχείρησης που φέρει την τελική ευθύνη της συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία εγείρει ζητήματα όσον αφορά τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού.
Άρθρο 4 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν το αργότερο έως τις 29 Ιανουαρίου 2027 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία. Γνωστοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. Εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα από τις 30 Ιανουαρίου 2027. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.
Άρθρο 5 Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 6 Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Η Πρόεδρος R. Metsola Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Bóka J.
ANNEX
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Το παράρτημα III της οδηγίας 2009/138/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
1. Στο τμήμα A (Μορφή επιχειρήσεων ασφάλισης ζημιών), το σημείο 27) διαγράφεται.
2. Στο τμήμα Β (Μορφή επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής), το σημείο 27) διαγράφεται.
3. Στο τμήμα Γ (Μορφή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων), το σημείο 27) διαγράφεται.